Λατρεύοντας τον Paolo Sorrentino.
Η «Μεγάλη Ομορφιά» και η «Νιότη» τα αριστουργήματα του Paolo Sorrentino, δύο ταινίες που δεν αγαπήθηκαν όσο έπρεπε, αποδομούνται, και αποκαλύπτουν την ομορφιά τη στιγμής, το βάθος του συναισθήματος και το ταξίδι μέσω της μουσικής και της εικόνας.
Λατρεύοντας τον Paolo Sorrentino.
Η «Μεγάλη Ομορφιά» και η «Νιότη» τα αριστουργήματα του Paolo Sorrentino, δύο ταινίες που δεν αγαπήθηκαν όσο έπρεπε, αποδομούνται, και αποκαλύπτουν την ομορφιά τη στιγμής, το βάθος του συναισθήματος και το ταξίδι μέσω της μουσικής και της εικόνας.
Έχοντας δεί κολλητά τις δύο τελευταίες ταινίες του Sorrentino, “La grande Belezza” (2013) και “The Youth” (2015) λάτρεψα τον Ιταλό καλλιτέχνη της κάμερας. Προς έκπληξη μου είμαι μάλλον από τους λίγους καθώς στην κινηματογραφική κοινότητα ο Paolo θεωρείται ένας μέτριος σκηνοθέτης, με εξίσου μέτριες ταινίες.
Ο λόγος; Ένας. Θεωρούν πως οι ταινίες του σέρνονται. Πράγματι αν δεν σας αρέσουν αυτές οι αργές ταινίες που δεν επικεντρώνονται στην δράση, αλλά στις στιγμές που τίποτα πραγματικά δεν συμβαίνει ή αν συμβαίνει δεν μας ενδιαφέρει και τόσο, οι Sorrentino δεν είναι για εσάς. Όμως αν αυτό που σας ενδιαφέρει σε μια ταινία είναι το πώς εκείνη σας κάνει να νιώθετε, τότε μη παραλείψετε να δείτε έστω τις δύο τελευταίες του ταινίες.
Το “La grande Bellezza” το είδα στο Γαλαξία με τους γονείς μου, που είναι λάτρεις οτιδήποτε ιταλικού. Αγαπούν την ιταλική κουζίνα, μαγειρεύουν ριζότο κάθε Κυριακή, μιλάνε για το εστιατόριο «Νίνο» στη Ρώμη, σαν να πρόκειται για την προσωπική τους Μέκκα, αν μπορούσαν να ζούν οπουδήποτε θα ζούσαν στην Σικελία, ενώ το σαλόνι τους κοσμεί τεράστιος πίνακας που απεικονίζει την κεντρική πλατεία της Βενετίας. Αποτέλεσμα ήταν φυσικά να λατρέψουν την «μεγάλη ομορφιά» που άπλωσε ο Σορρεντίνο μπροστά στα μάτια τους.

Η ταινία είναι γυρισμένη στην πανέμορφη Ρώμη, και τριγυρνάει γύρω από έναν τόσο κλασσικό 60άρη Ιταλό, που βιώνει την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, όπως την έγραψε ο Κούντερα. Ακολουθούμε τον Jep Gambardella (Toni Servillo), σε μια διττή ζωή, εκείνη του έξαλλου ολονύχτιου πάρτυ, από εκείνα που όλοι θα ήθελαν να είναι, και εκείνη του μοναχικού και θλιμμένου ανθρώπου, ο οποίος ζεί μια φτασμένη ζωή που όλοι ζηλεύουν εκτός από εκείνον. Ο έχων ζήσει πολλά Τζέπ, βρίσκει την ομορφιά στα πιο απλά πράγματα. Στο πρόσωπο ενός παιδιού, στο τραγούδι μιας καλόγριας. Αγάπησα τις αντιφατικές προσωπικότητες που βάζει μέσα στο στόρι ο σκηνοθέτης, όπως την εκδότη του Γκαμπαρντέλλα, μια παντοδύναμη γυναίκα-νάνο, στην Ιταλική αρτιστίκ ελίτ που φαίνεται να υποφέρει περισσότερο από το μέσο άνθρωπο. Μέσα στην ομορφιά που ακολουθεί η ματιά του Τζέπ, κυριαρχεί μια πρωτόγνωρη θλίψη, μια ματαιότητα, μια ανημποριά, η σκιά του θανάτου, ο πόνος του τέλους, αποδοσμένος με μια τρομερή ευγένεια που συγκινεί.
Αντίστοιχα στη «Νιότη» στην οποία πρωταγωνιστεί ο αγαπημένος όλων Michael Caine, ακολουθούμε την αργή ζωή ενός συνταξιοδοτημένου μαέστρο που ξεκουράζει το γέρικο μα κατά τα άλλα υγιές κορμί του σε ένα exclusive ελβετικό ξενοδοχείο παρέα με αντιφατικούς θαμώνες. Η ιστορία αφορά την άρνηση του να ξαναπαίξει παρουσία της Βασίλισσας της Αγγλίας τη μεγάλη του επιτυχία Simple Songs, και το αν τελικά και για ποιους λόγους θα το κάνει. Παράλληλα βιώνουμε την σχέση του με την κόρη του την οποία υποδύεται η Λανθμική, Rachel Weisz, η οποία σχέση περνάει από χίλια κύματα μέχρι την οριστική λύση της. Παρέα του Κέιν ο μέγιστος Harvey Keitel ο οποίος πασχίζει να γυρίσει την ταινία που θα αποτελέσει τη διαθήκη του.

Ο Sorrentino, παίζει με εικόνες, μύθους και καταστάσεις γνωστές λίγο πολύ σε όλους. Θίγει το ζήτημα του γήρατος και στις δύο τελευταίες του ταινίες, και φαίνεται να τον απασχολεί πολύ ποια είναι τα καλά του να γερνάς, τι μπορείς να κάνεις όταν ο λαιμός σου αποκτά ρυτίδες, ποια ειδύλλια μπορείς να ζείς χωρίς να είσαι γελοίος, και αν είσαι τελικά γελοίος, ποιόν πειράζει. Ο σκηνοθέτης μου φάνηκε πως κάνει μια σύνθεση εικόνων και πραγμάτων που τον απασχολούν σε κάθε του ταινία, μα αποφασίζει να τα αποδώσει με την εκπληκτική ομορφιά που όλα έχουν στο μυαλό του. Παίζει με την αντίφαση, με τα αντίθετα που κάθε κατάσταση μπορεί να έχει, με το πώς αυτά επηρεάζουν τους ήρωες του, που όλοι όμως φθείρονται μέσα από τα πιο απλά πράγματα κι όχι από τα τεράστια δράματα της ζωής. Ναι, είναι αργές οι ταινίες του. Ναι, το ρακόρ θα σας μπερδέψει αν δεν έχετε συνηθίσει να βλέπετε τέτοιες ταινίες, ναι, πολλές φορές η ματιά του σκηνοθέτη εμμένει λίγο παραπάνω σε κάποια πράγματα, που έχουμε συνηθίσει να έχουν μια πιο γρήγορη ροή, μια μεγαλύτερη «αμερικανική» αμεσότητα στο θεατή.

Μα όλα αυτά τελικά δεν επηρεάζουν καθόλου. Η εικαστική σύνθεση είναι άρτια, και το τέλος κάθε ταινίας, έρχεται χωρίς απαραίτητα να λύεται ο μύθος. Ο Sorrentino, δεν έχει την ανάγκη να πεί μια ολοκληρωμένη ιστορία, έχει την ανάγκη να εμβαθύνει σε καταστάσεις που θεωρεί ότι έχουν κάτι να πούν, ή ακόμα καλύτερα να δείξουν, να συγκινήσουν, να αγγίξουν ψυχές. Ο έρωτας υπάρχει, μα πολλές φορές είναι άπιαστος γιατί οι ήρωες των τελευταίων έργων του είναι έξω από το age limit που έχει ορίσει η κοινωνία μας, μα όλοι εν τέλει τον ζούν από κάθε πλευρά. Από το θαυμασμό του ερωτικού αντικειμένου, μέχρι την απογοήτευση από αυτόν, μέχρι απλά μια εικόνα που κρύβει τον ερωτισμό μέσα της, μα είναι εκεί.

Η μουσική και τα αργά πλάνα, σε κάνουν να νιώθεις πως μπήκες σε ένα όνειρο που δεν είναι δικό σου και συχνά ντρέπεσαι που βρίσκεσαι εκεί. Ζείς μαζί με τους ήρωες, Βιώνεις τις ανησυχίες τους, και τα πιστεύω τους, τους καταλαβαίνεις και γουστάρεις τις αντιδράσεις τους. Είναι cool μέσα στις προσωπικές τους κολάσεις. Αναζητούν λύσεις ενώ στην πραγματικότητα βρίσκουν μόνο διεξόδους στην απέραντη ομορφιά.

Ο Τζέπ βρίσκει διέξοδο στην ομορφιά σαν μια γενικότερη έννοια, ο Φρεντ Μπάλιντζερ (ο κινηματογραφικός Michael Caine του The Youth) βρίσκει την ομορφιά στη μουσική του και στον θαυμασμό της νεότητας, του νέου σώματος, της φρέσκιας αντίληψης. Υπέροχοι side ρόλοι, μέσα στο έργο είναι τα φερέφωνα της φιλοσοφίας του σκηνοθέτη. Η καθολική Αγία στην «Ομορφιά», ο επιτυχημένος ηθοποιός (τον οποίο υποδύεται ο εκπληκτικός Paul Dano) στην «Νιότη», μιλούν σοφά σαν από μηχανής θεότητες.

Σε κάθε περίπτωση όσοι είπαν ότι οι ταινίες του Sorrentino είναι βαρετές και δίχως θέμα νομίζω πως δεν είδαν καλά και με ανοιχτή καρδιά το έργο του. Ούτως ή άλλως ο ίδιος έχει βραβευτεί ήδη με ποικίλα βραβεία ώστε να μην τον αφορά έως καθόλου η κακή κριτική, μα η πραγματικότητα είναι πως η εικονοπλαστικότητα του είναι μοναδική.
Δεν έχετε παρά να σπεύσετε να δείτε τις ταινίες του για να αποφασίσετε, εμείς από το KLIK όμως, σας εγγυόμαστε πως θα απολαύσετε τόσο την Ομορφιά όσο και τη Νιότη.