Beatport: Η άνοδος και η πτώση(;) μιας μουσικής αυτοκρατορίας.
Κάποιες φορές στους υπολογισμούς, πρέπει να βάζεις μέσα και το συναίσθημα. Για μουσική μιλάμε άλλωστε.
Έρχεται μια μέρα στη ζωή του κάθε μουσικού, που θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα, «τέχνη για την τέχνη ή τέχνη για τα προς το ζην;». Η απάντηση που θα δώσει, ίσως και να κρίνει όλη την μετέπειτα καλλιτεχνική του πορεία αφού ως γνωστόν, νηστικό αρκούδι δε χορεύει, και ίσως για να είναι χορτάτο, να χρειαστεί να παίξει άλλους σκοπούς ώστε να χορέψει πρώτα το κοινό του.

Το 2004, όταν η ψηφιακή εποχή στη μουσική άρχισε να εδραιώνεται και μαζί της να φέρνει τρομερές ανατροπές στον τρόπο που όλοι οι εμπλεκόμενοι είχαν μάθει για δεκαετίες να λειτουργούν, έκανε την εμφάνισή του το beatport, μια ψηφιακή πλατφόρμα πώλησης ηλεκτρονικής μουσικής. Δημιουργήθηκε από μια παρέα διάσημων μουσικών παραγωγών όταν αποφάσισαν πως έπρεπε τα «αρκούδια» στη νέα εποχή, ούτε νηστικά να μείνουν, αλλά να μπορούν παράλληλα να παράγουν τον ήχο που τους αρέσει, χωρίς εκπτώσεις και περιορισμούς από μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες. Το πώς ήταν πιο απλό σε σύλληψη από ότι θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος. Μια ψηφιακή πλατφόρμα / κοινότητα, που θα έφερνε κοντά παραγωγούς, Dj, αλλά και λάτρεις του ηλεκτρονικού ήχου. Οι πρώτοι θα πουλούσαν τις δημιουργίες τους, οι δεύτεροι θα έψαχναν με τις ώρες όλες τις νέες κυκλοφορίες, αλλά κυρίως τα κρυμμένα, ανεξερεύνητα διαμάντια με προοπτικές επιτυχίας, και τέλος ο «απλός λαός» που θα προσπαθούσε να ανακαλύψει κάποια από εκείνα τα κομμάτια με τα οποία χόρεψε στο τελευταίο party ή φεστιβάλ που πήγε.

Τι το διαφορετικό όμως θα μπορούσε να προσφέρει το Beatport σε σχέση με τον ανταγωνισμό; Γιατί εκεί και όχι αλλού; Η απόφαση ήταν τζόγος αλλά αναγκαία. Το Beatport έγινε το πιο private από τα “club” για τους παραγωγούς ηλεκτρονικής μουσικής. Δύσκολα μπορούσες να μπεις, και για να είσαι μέσα στις λίστες του το σίγουρο ήταν ένα, πληρούσες τις προϋποθέσεις. Εβδομάδες και μήνες μέχρι να έρθει η πολυπόθητη απάντηση, που σου έδινε το δικαίωμα να πουλήσεις τη μουσική σου εκεί, γιατί αν είχες κοπεί, απλά θα έπρεπε να το μαντέψεις.
Η ιδέα ήταν επιτυχημένη, μια τεράστια κοινότητα είχε συγκεντρώθηκε γύρω από το Beatport, που υποστήριζε την ηλεκτρονική μουσική μαζεύοντας τους καλύτερους καλλιτέχνες και κρατώντας ψηλά τη σημαία του underground. Aπό το 2004 μέχρι και τις αρχές του 2011 ήταν το νούμερο 1 σημείο για να αγοράσεις ψηφιακά την καλύτερη ηλεκτρονική μουσική στον κόσμο, διατηρώντας ένα φανατικό κοινό που αδιαφορούσε για τον mainstream ήχο και το φώναζε.

Από το 2011 και μετά τα πράγματα έδειχναν αν αλλάζουν. Το beatport άρχισε να κάνει δειλά αλλά σαφή ανοίγματα σε πιο mainstream καλλιτέχνες και σχήματα. Δεν πέρασαν απαρατήρητα, οι αντιδράσεις ήταν άμεσες, μαζί και τα δημοσιεύματα για την «απληστία» των ιδιοκτητών του που (σύμφωνα με τους φίλους της πλατφόρμας) είχαν ξεπουληθεί. Δημιουργήθηκε μια σύγχυση και ένα χάος στους καταλόγους του, οι παραγωγοί έβλεπαν mainstream αστέρες να παίρνουν μεγάλη προβολή και οι δικές τους κυκλοφορίες να μένουν στην αφάνεια. Οι Dj είχαν πλέον πολλές περισσότερες επιλογές, τους ήταν όμως παντελώς αδιάφορες και άχρηστες για τη δουλειά τους. Το Beatport είχε αρχίσει να ξεφτίζει, να χάνει την αίγλη του και μαζί το κοινό του. Και κανείς δεν ήξερε το γιατί.
Στα μέσα του 2012 άρχισαν να ακούγονται φήμες για μια μεγάλη εξαγορά. Η SFX Entertainment, μια πραγματική υπερδύναμη στο χώρο των φεστιβάλ και των συναυλιών (Tomorrowland, TomorrowWorld, Mysteryland, Sensation, Stereosonic, Electric Zoo, Rock in Rio, Nature One, Mayday και πολλά άλλα) ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αγοράσει το Beatport, σε μια προσπάθεια να χρησιμοποιήσει αυτή τη μεγάλη μουσική κοινότητα ως βάση για μια πολύ μεγαλύτερη σε συνδυασμό με το δικό της φεστιβαλικό κοινό. Το concept απλό, η SFX θα προωθούσε με όλα τα μέσα σαν ιδιοκτήτης πλέον του Beatport, όλους εκείνους τους καλλιτέχνες που θα χρησιμοποιούσε στις εκδηλώσεις της, δημιουργώντας νέους super star καλλιτέχνες. Αυτό στο οποίο ποτέ δεν έδωσε την απαραίτητη σημασία ήταν το γεγονός πως το δικό της κοινό και το δικό της ύφος ήταν κόκκινο πανί για τους μέχρι τότε φανατικούς του Beatport και πως ένα τέτοιο πάντρεμα μόνο να κανιβαλίσει μπορούσε τη δουλειά που τόσα χρόνια είχε γίνει.


Η εξαγορά έγινε το 2013 με τίμημα 59 εκατομμύρια δολάρια. Πολλά τα λεφτά, πολλές οι προσδοκίες. Οι ενδείξεις όμως δεν ήταν καλές και σύντομα το Beatport βρέθηκε στην τελευταία θέση των εταιριών του ομίλου από άποψη κερδοφορίας. Η ζημιά είχε γίνει και κάθε μέτρο που η SFX προσπάθησε να πάρει για να τη σταματήσει, είχε ακριβώς τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η μεταφορά τεχνογνωσίας από άλλους μεγάλους συνεργάτες της, όπως ο τηλεπικοινωνιακός κολοσσός T-Mobile, ή η συνεργασία με το Spotify, σίγουρα έδωσε στο Beatport τα εφόδια για να εξελίξει και να διατηρήσει φρέσκια και καινοτόμα την πλατφόρμα του παρά τα 10+ της χρόνια, προσφέροντας στα μέλη του όσα θα μπορούσαν να ζητήσουν, αυτό που δεν μπορούσε όμως να τους προσφέρει, ήταν η εμπιστοσύνη και η αίσθηση ότι ανήκουν κάπου, η κινητήρια δύναμη για χρόνια.


Στις αρχές Αυγούστου, όλες οι εταιρίες και καλλιτέχνες που επί σειρά ετών προμήθευαν το Beatport με τη μουσική τους, έλαβαν ένα email με το οποίο τους ενημέρωναν πως λόγω διεργασιών για την εταιρική μορφή της SFX, δεν θα γινόταν η πληρωμή των δικαιωμάτων για τις πωλήσεις τους κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2015 στον καθορισμένο χρόνο. Στο email που ξεκίναγε με μια αναφορά στα 200 εκατομμύρια δολάρια που είχε αποδώσει μέσα σε 10 χρόνια από πωλήσεις το Beatport, δεν υπήρχε πουθενά η λέξη «συγγνώμη» καθώς και ενημέρωση για συγκεκριμένη ημερομηνία πληρωμών. Φυσικό ήταν σύσσωμη η ηλεκτρονική μουσική κοινότητα να βρεθεί απέναντί του και το ρήγμα με τους πελάτες του Beatport να επεκταθεί και στους προμηθευτές του. Ρήγμα που έγινε τεράστιο λίγες μόνο μέρες μετά, όταν έγινε γνωστό πως πριν την αποστολή του email, η εταιρία είχε προχωρήσει σε πληρωμές προς τις μεγάλες πολυεθνικές.

Αντιλαμβανόμενος το μέγεθος της επερχόμενης καταστροφής, ο ιδιοκτήτης της SFX Robert Sillerman, προσπάθησε με δική του επιστολή να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, δηλώνοντας την τεράστια σημασία που έχουν για το Beatport και κατ’ επέκταση την SFX, οι ανεξάρτητες εταιρείες και καλλιτέχνες που αποτελούν και τη ραχοκοκαλιά της ηλεκτρονικής μουσικής σκηνής. Από τις αντιδράσεις απέναντι στην επιστολή, αλλά και την ανυπαρξία πληροφόρησης για τις πληρωμές των δικαιωμάτων που αποτέλεσμα έχουν την οικονομική ασφυξία όλων των ανεξάρτητων εταιριών (σε περιπτώσεις εξαρτώνται κατά το 80% από το Beatport), φαίνεται πως η επένδυση της SFX όχι μόνο έφερε ζημιές στην εταιρία, αλλά καταστρέφει την πιο υγιή μουσική κοινότητα που ανέδειξε η ψηφιακή εποχή. Κάποιες φορές στους υπολογισμούς, πρέπει να βάζεις μέσα και το συναίσθημα. Για μουσική μιλάμε άλλωστε.
