Eurovision: Η βιομηχανία του κιτς σε πανευρωπαϊκή μετάδοση

Eurovision: Η βιομηχανία του κιτς σε πανευρωπαϊκή μετάδοση

Διπλωματικά δωδεκάρια, εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ στον κουβά, δήθεν «πολυμορφία» και «ελευθερία έκφρασης» και πάνω απ' όλα άθλια τραγούδια!

Φτάσαμε και πάλι σε «εκείνη την εποχή». Κάθε χρόνο, το ίδιο αφήγημα. Η «μεγάλη γιορτή της μουσικής», η «ένωση των λαών», η «πολιτιστική γέφυρα» της Ευρώπης. Και κάθε χρόνο, το ίδιο αποτέλεσμα: ένα υπερπαραγωγικό, φανταχτερό αλλά καλλιτεχνικά ρηχό θέαμα που βαφτίζεται πολιτισμός.

Αυτό που ξεχνούν όμως όλοι οι θιασώτες της Eurovision είναι ότι πλέον δεν είναι –αν ήταν ποτέ– διαγωνισμός τραγουδιού. Είναι ένα μουσικό trash σόου χωρίς καλλιτεχνική υπόσταση και πραγματική ουσία.

Το highlight της Eurovision ήταν και θα παραμείνουν οι ABBA, που έγιναν γνωστοί μέσα από τη συμμετοχή τους στον διαγωνισμό το 1974.

Τα περισσότερα τραγούδια που ακούγονται δεν θα έβρισκαν θέση ούτε στο «ράδιο Τραχανοπλαγιά». Πρόχειρες συνθέσεις, με χαζά ρεφρέν, στίχους για δωδεκάχρονα και παραγωγές που βασίζονται περισσότερο σε πυροτεχνήματα, LED οθόνες, σκηνικά τρικ και κοστούμια. Η υπερβολή έχει υποκαταστήσει τη δημιουργία. Η εντύπωση έχει εκτοπίσει το περιεχόμενο.

Θα μου πεις: εδώ η μισή Ελλάδα βλέπει πρωινάδικα και νομίζει ότι η Λιόλιου είναι η νέα Μαρινέλα, η Eurovision σε πείραξε; Προφανώς και όχι, γιατί δεν την παρακολουθώ, πέρα από κάποια highlight που δεν μπορώ να αποφύγω λόγω δουλειάς, καθώς θα βρεθούν μπροστά μου.

Δεν παύει όμως να με ενοχλεί η αναγωγή της σε υψηλή τέχνη.

Το πρόβλημα δεν είναι το κιτς – το κιτς μπορεί να είναι συνειδητή αισθητική επιλογή. Ως πολιτιστικό γεγονός διεθνούς βεληνεκούς προβάλλεται ως θεσμός κύρους, ενώ στην πράξη πρόκειται για μια τηλεοπτική υπερπαραγωγή που πουλάει εντυπωσιασμό και «viral» στιγμές, όχι μουσική.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, το ζήτημα δεν είναι μόνο καλλιτεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Οι βαθμολογίες είναι όλο και λιγότερο μια αξιολόγηση τραγουδιών και όλο και περισσότερο αντανάκλαση γεωπολιτικών ισορροπιών. Οι «φιλίες» μεταξύ χωρών, τα περιφερειακά μπλοκ και οι συγκυριακές συμμαχίες διαμορφώνουν αποτελέσματα με σχεδόν μαθηματική προβλεψιμότητα.

Βαλκανικά μπλοκ, σκανδιναβικές αλληλοϋποστηρίξεις, μίσος για συγκεκριμένες εθνότητες και γειτονικές χώρες που ανταλλάσσουν δωδεκάρια σαν διπλωματικά χαμόγελα. Η ψηφοφορία, αντί να λειτουργεί ως καλλιτεχνικό κριτήριο, λειτουργεί συχνά ως πολιτικός χάρτης της ηπείρου. Και όταν η γεωπολιτική συγκυρία φορτίζεται, το αποτέλεσμα γίνεται ακόμη πιο εμφανές: η σκηνή μετατρέπεται σε προέκταση της διεθνούς επικαιρότητας.

Μπορεί να φαίνεται ως μια φυσιολογική υπόσταση του «διαγωνισμού», αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι κάτι αθώο. Όταν ένας διαγωνισμός υποτίθεται ότι κρίνει τραγούδια, αλλά στην πράξη αντανακλά διπλωματικές ισορροπίες, τότε η καλλιτεχνική του αξιοπιστία υπονομεύεται. Δεν πρόκειται για πολιτιστική ουδετερότητα· πρόκειται για πολιτιστική εργαλειοποίηση.

Παράλληλα, η ίδια η βιομηχανία που έχει στηθεί γύρω από τον διαγωνισμό ενισχύει τη στρέβλωση. Τεράστια κόστη παραγωγής, κρατικές επιχορηγήσεις, εθνικές αποστολές που λειτουργούν σαν μικρά υπουργεία Εξωτερικών. Χώρες που επενδύουν εκατομμύρια για τρία λεπτά τηλεοπτικού χρόνου, σε μια προσπάθεια να διαχειριστούν την «εικόνα» τους.

Για παράδειγμα, το 2026, το συνολικό ποσό που προκύπτει για την Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση σε σχέση με τη συμμετοχή στην Eurovision ανέρχεται σε περίπου 739.000 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται επιπλέον έξοδα αποστολής, μετακινήσεων και λοιπών τεχνικών δαπανών. Και τι έχουμε να επιδείξουμε;

Οι υποστηρικτές του διαγωνισμού –και είναι πολλοί, χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα απολύτως– επικαλούνται την «πολυμορφία» και την «ελευθερία έκφρασης». Όμως η πολυμορφία χωρίς ποιότητα δεν αρκεί. Και η ελευθερία έκφρασης δεν αναιρεί την ανάγκη για καλλιτεχνικό κριτήριο. Όταν όλα χωρούν, χωρίς φίλτρο και χωρίς αξιολόγηση με βάση τη μουσική αξία, τότε ο διαγωνισμός παύει να είναι διαγωνισμός τέχνης και γίνεται φεστιβάλ εντυπώσεων.

Η Eurovision έχει μετατραπεί σε μια ετήσια τελετουργία υπερβολής: μεγαλοστομίες, πολιτικά μηνύματα, «στρατηγικές» συμμετοχές και στο τέλος μια κατάταξη που ελάχιστα σχετίζεται με τη μουσική ποιότητα. Ένα τηλεοπτικό γεγονός που αυτοαναπαράγεται χάρη στη φασαρία του.

Ίσως το ερώτημα δεν είναι γιατί κάποιοι τη λατρεύουν. Το ερώτημα είναι γιατί επιμένουμε να τη βαφτίζουμε πολιτιστικό θεσμό. Γιατί επιμένουμε να μιλάμε για «καλλιτεχνικό κύρος» εκεί όπου κυριαρχούν τα φώτα, οι συμμαχίες και οι εντυπώσεις.

Αν αφαιρέσουμε τη γεωπολιτική, τα μπλοκ ψήφων και το τηλεοπτικό θέαμα, τι μένει; Στις περισσότερες περιπτώσεις, από ελάχιστα έως τίποτα. Και αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.

Η μουσική δεν χρειάζεται πυροτεχνήματα για να είναι σημαντική. Χρειάζεται ουσία. Και αυτή η ουσία είναι που, χρόνο με τον χρόνο, μοιάζει να απουσιάζει ολοένα και περισσότερο από τη σκηνή της Eurovision. Αν δεν ήταν έτσι ακριβώς θα στέλναμε, ας πούμε τον Ψαραντώνη (που σιγά μην πήγαινε) να διδάξει την Ευρώπη ποια είναι η μουσική μας, χωρίς κανένα περιτύλιγμα, κανένα σόου, μόνο με την ωμότητα του ταλέντου του.

Υ.Γ.: Πριν από κάποια χρόνια, μία από τις μεγαλύτερες πολιτιστικές δυνάμεις της Ευρώπης, η Ιταλία, είχε αποχωρήσει για πάνω από μία δεκαετία από τη Eurovision. Η επιλογή έμοιαζε απολύτως ορθολογική. Μια χώρα με το βάρος του Σανρέμο, της όπερας, της ιταλικής ποπ και της διεθνούς δισκογραφικής επιρροής δεν είχε  λόγο να εκτίθεται σε ένα τηλεοπτικό πανηγύρι υπερβολής και πολιτιστικού συμβιβασμού. Η επιστροφή της αργότερα μπορεί να ενίσχυσε το brand, αλλά η μακρόχρονη απουσία της λειτουργεί ως έμμεση ομολογία ότι η Eurovision δεν αποτελεί αυτονόητο καλλιτεχνικό προορισμό για τις μεγάλες μουσικές σχολές της Ευρώπης.

Σχετικά άρθρα