Οι Underground Youth έχουν πολύ βαθύτερη σχέση με την Ελλάδα απ’ ό,τι φαντάζεσαι
Λίγες ημέρες πριν τις πολυαναμενόμενες εμφανίσεις τους στο «Arch Club», οι μύστες της dark ατμόσφαιρας μιλούν στο ΚΛΙΚ.
Πολλά από τα τραγούδια τους έχουν την ιδιότητα να επιστρέφουν στο μυαλό σου στις πιο απρόσμενες στιγμές· μια μελωδία που σιγοτραγουδάς χωρίς να το καταλάβεις. Οι The Underground Youth έχουν καταφέρει μέσα σε σχεδόν δύο δεκαετίες να δημιουργήσουν ένα αναγνωρίσιμο, κινηματογραφικό ηχητικό σύμπαν: μελαγχολικό post-punk, ψυχεδέλεια και μια σταθερή DIY αισθητική που τους ακολουθεί από τα πρώτα τους βήματα μέχρι σήμερα.
Το project ξεκίνησε το 2008 στο Μάντσεστερ ως προσωπικό εγχείρημα του Craig Dyer, όμως με τα χρόνια εξελίχθηκε σε πλήρη μπάντα και μεταφέρθηκε στο Βερολίνο, όπου πλέον έχει τη βάση της. Σήμερα, έχοντας ήδη κυκλοφορήσει δώδεκα άλμπουμ και έχοντας περιοδεύσει ασταμάτητα σε Ευρώπη, Ασία και Αμερική, το συγκρότημα συνεχίζει να μεταμορφώνει τον ήχο του. Το πιο πρόσφατο κεφάλαιο αυτής της πορείας είναι το «Décollage» (2025), ένας δίσκος που βυθίζεται σε trip-hop ρυθμούς και θραυσματικές ενορχηστρώσεις.
Με αφορμή το νέο άλμπουμ, οι The Underground Youth επιστρέφουν στην Ελλάδα τον Μάρτιο για τέσσερις συναυλίες. Στις 20 και 21 Μαρτίου θα εμφανιστούν στο «Arch Club» στην Αθήνα, συνοδευόμενοι από ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον line-up: την πρώτη βραδιά μαζί τους θα βρεθούν οι Humour και οι Deftera, ενώ τη δεύτερη θα ανοίξουν τη σκηνή οι Yzoula και Dalene.
Λίγο πριν επιστρέψουν στην Αθήνα, μιλήσαμε με τον Craig Dyer για την εξέλιξη της μπάντας, το νέο άλμπουμ, τη μουσική βιομηχανία και την ιστορία που έχουν γράψει στα μέρη μας.
Ποιες είναι οι αλλαγές που παρατηρείτε στο στυλ και τη μουσική σας από το ξεκίνημα της μπάντας;
Έχουν συμβεί πολλές αλλαγές, αν και μπορώ να πω πως μερικά πράγματα έχουν παραμείνει ακριβώς ίδια. Μοιάζει με έναν άνθρωπο που μεγαλώνει και δεκαπέντε, είκοσι χρόνια σε αλλάζουν δραστικά, μαθαίνεις, εξελίσσεσαι, ωριμάζεις. Το ίδιο ισχύει και για ένα μουσικό σχήμα.
Ποιο από τα άλμπουμ σας πιστεύετε ότι σας άλλαξε ως γκρουπ;
Ίσως το άλμπουμ που μας οδήγησε στο να «γίνουμε» γκρουπ, το «Delirium». Οι Underground Youth ξεκίνησαν ως δικό μου σόλο πρότζεκτ, δεν είχα καμία πρόθεση να φτιάξω μπάντα ή να παίζουμε ζωντανά, ήμουν ικανοποιημένος με το να γράφω, να ηχογραφώ και να κυκλοφορώ μουσική online, μέχρι που εμφανίστηκε η δισκογραφική μας, η Fuzz Club. Θέλανε να ξεκινήσουν τη δισκογραφική εταιρεία με το «Delirium» να είναι η πρώτη τους κυκλοφορία σε βινύλιο ενώ έπρεπε να δημιουργήσω μια μπάντα και να παίζουμε ζωντανά ως Underground Youth. Από εκείνο το σημείο το πρότζεκτ έγινε μπάντα.
Ποιο είναι το πιο ενοχλητικό πράγμα στη μουσική βιομηχανία κατά τη γνώμη σας, σε σχέση με 15 χρόνια πριν;
Όταν ξεκίνησαν οι Underground Youth, δεν υπήρχαν streaming πλατφόρμες, υπήρχε το MySpace και το YouTube και όλοι μοιραζόμασταν μουσική οnline. Για μένα δεν είχε ποτέ να κάνει με το οικονομικό όφελος, έφτιαχνα και φτιάχνω μουσική επειδή την αγαπώ, επειδή αγαπώ να δημιουργώ τέχνη και να τη μοιράζομαι. Δυστυχώς, ο τρόπος που ακούμε και μοιραζόμαστε μουσική είναι πλέον στα χέρια διεφθαρμένων πολυεκατομμυριούχων και των εταιρειών τους, κάτι που έχει διαστρεβλώσει τελείως τη βιομηχανία. Προφανώς πάντα η μουσική βιομηχανία ήταν προβληματικός κλάδος αλλά δυστυχώς με τα χρόνια έχει χειροτερέψει.
Απολαμβάνεται την τόσο διαφορετική εμπειρία που δημιουργείτε στις συναυλίες σας, συγκριτικά με τις ηχογραφήσεις στο στούντιο;
Ναι, πάρα πολύ. Πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικές πλευρές αυτής της δουλειάς και η κάθε μια είναι απολαυστική για τους δικούς της μοναδικούς λόγους. Λατρεύω την ηρεμία του στούντιο αλλά εξίσου αγαπώ και το χάος των λάιβ, η κάθε εμπειρία προσφέρει μία ιδιαίτερη ευχαρίστηση
Ποιες είναι οι βασικές επιρροές για τη δημιουργία του «Decollage»;
Το όλο concept του άλμπουμ είναι εμπνευσμένο από το καλλιτεχνικό κίνημα «Décollage», την τέχνη του να κάνεις τέχνη αφαιρώντας, αλλάζοντας ή διώχνοντας κομμάτια ενός υπάρχοντος έργου. Όταν ήρθε η ώρα να εφαρμόσω αυτές τις τεχνικές στη μουσική και να χτίσω «τείχη ήχου» που αργότερα θα άρχιζα να «ξηλώνω», ξεκίνησα με χιπ-χοπ drum samples τα οποία ήταν εμπνευσμένα από καλλιτέχνες όπως ο Nas και οι Wu-Tang Clan. Στη συνέχεια, πρόσθεσα ενορχηστρώσεις εγχόρδων στο στυλ του Lee Hazlewood και μελωδίες εμπνευσμένες από τον Serge Gainsbourg. Έβαλα και λίγη κιθάρα στο στυλ Rowland S. Howard για να δημιουργήσω μια μελαγχολία. Ένας συνδυασμός τόσων διαφορετικών μουσικών στυλ και καλλιτεχνικών προσεγγίσεων, με επιρροές από λογοτεχνία, σινεμά, θρησκεία, καταγωγή, παραισθήσεις επανάστασης και την ελπίδα ότι κάτι καλύτερο μπορεί να γεννηθεί από τις στάχτες της φρίκης που υπάρχει σε αυτό τον κόσμο.

Θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας κάτι ελπιδοφόρο για σένα;
Μια μελλοντική γενιά που θα μεγαλώσει με περισσότερη ενσυναίσθηση, κατανόηση και φροντίδα για τους ανθρώπους και τον κόσμο που μοιραζόμαστε
Ποιος από όλους σας λύνει συνήθως τα πρακτικά θέματα;
Αναμφίβολα αυτή είναι η Olya, δεν έχουν υπάρξει και πολλά θέματα που να μην μπορεί να διαχειριστεί.
Ποιοι είναι μερικοί νέοι καλλιτέχνες που πιστεύεις πως πρέπει να μάθουμε;
Είμαι αλήθεια τρομερός στο να απαντάω σε αυτή την ερώτηση· ποτέ δεν φαίνεται να ανακαλύπτω κάποιον νέο καλλιτέχνη στο ξεκίνημά του, πάντα φτάνω καθυστερημένα σε αυτό το «πάρτι». Οποιονδήποτε κι αν πρότεινα, εσείς και οι αναγνώστες σας πιθανότατα θα τον ξέρετε ήδη.
Αν μπορούσατε να συνεργαστείτε με κάποιο καλλιτέχνη από μια άλλη γενιά, ποιον θα επιλέγατε;
Έχουμε χάσει τόσους πολλούς “μεγάλους” καλλιτέχνες με τα χρόνια αλλά υποθέτω πως από τα είδωλα που έχουν απομείνει, θα μου άρεσε πολύ να συνεργαστώ κάπως με τον Iggy Pop. Δεν ξέρω πώς θα λειτουργούσε αυτό ή πώς θα ακουγόταν, αλλά και μόνο ως σκέψη είναι τρομερό!
Στις συναυλίες σας, συνδυάζετε παλιά με νέα κομμάτια;
Εννοείται, το setlist μας αποτελείται από τα τραγούδια που ξέρουμε ότι το κοινό θέλει να ακούσει. Δεν μας ενδιαφέρει τόσο το να παρουσιάσουμε νέο υλικό, αλλά κυρίως το να στήσουμε ένα σόου που καλύπτει ολόκληρη την ιστορία μας, παλιά και νέα.
Το τριπ-χοπ στοιχείο σας δυσκολεύει σε αυτόν το συνδυασμό;
Υπάρχουν κάποια στοιχεία «Décollage» στο set μας, αλλά όπως είπα, δεν είναι αυτό το κύριο μέλημα. Όπως έχει προκύψει, η μείξη του παλιού μας υλικού με τον ήχο του νέου άλμπουμ λειτουργεί τέλεια, οπότε η ροή μέσα στο live είναι αβίαστη.
Αν έπρεπε να διαλέξετε ένα τραγούδι από όλα σας τα άλμπουμ ως το αγαπημένο σας, ποιο θα ήταν αυτό;
Αυτή είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση. Είμαι περήφανος για τα περισσότερα τραγούδια που έχω γράψει και ηχογραφήσει, αλλά δεν συνηθίζω να τα ακούω και πολύ από τη στιγμή που βγαίνουν στον κόσμο. Πάντα, όμως, λάτρευα το «Veil».
Νιώθετε αισιόδοξοι για την underground, DIY σκηνή;
Πάντα δημιουργούνται νέα συγκροτήματα, νέοι διοργανωτές κλείνουν συναυλίες, φτιάχνονται υπέροχες DIY σκηνές σε πόλεις σε όλο τον κόσμο· δεν νομίζω ότι αυτό θα αλλάξει ποτέ. Οπότε ναι, νομίζω μπορείς πάντα να νιώθεις ελπίδα γι’ αυτό.
Τι να περιμένουμε από την επιστροφή σας στην Αθήνα;
Έχουμε πολύ μεγάλο παρελθόν με την Ελλάδα και το κοινό της Αθήνας. Η πρώτη μας περιοδεία εκτός Ηνωμένου Βασιλείου ήταν στην Ελλάδα το 2012, και η πρώτη μας sold out εμφάνιση για εκείνη την περιοδεία έγινε στην Αθήνα. Αυτή θα είναι η ένατη φορά που ερχόμαστε να παίξουμε στην Ελλάδα, οπότε υπάρχει μια βαθιά σύνδεση ανάμεσα μας. Είναι πάντα ένα από τα σημαντικότερα σημεία στο πρόγραμμα της περιοδείας μας και θα προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία για ένα από τα αγαπημένα μας κοινά. Είμαι ενθουσιασμένος που θα ανέβω ξανά σε αυτή τη σκηνή και θα βρεθώ πάλι μέσα σε αυτό το πλήθος. Θα είναι από τις συναυλίες που θα μείνουν αξέχαστες.