«Ή έμπορος θα είσαι ή καλλιτέχνης»

«Ή έμπορος θα είσαι ή καλλιτέχνης»

Η Ειρήνη Σαπουτζή, άνθρωπος της μόδας και του εμπορίου, περιγράφει την προσωπική της ιστορία επαγγελματικής ανόδου, πτώσης και επανεκκίνησης, η οποία ταυτίζεται 100% με την πορεία της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα.

«Επιχειρηματίας δεν ήμουν ποτέ, ούτε νομίζω ότι θα γίνω. Το παλεύω, μέχρι και σήμερα. Λέω δεν μπορεί, θα γίνει κι αυτό. Συνήθως οι άνθρωποι που είναι στο δημιουργικό κομμάτι, δεν μπορούν να είναι και στο εμπορικό». Αυτά είναι τα πρώτα λόγια της Ειρήνης στην κουβέντα μας, μια κουβέντα για τη ζωή της, τη σχέση της με τη μόδα και το εμπόριο, τη σχέση της με τη μητέρα της, τη φοβερή και τρομερή Νίτσα Σαπουτζή, ιδιοκτήτρια της μπουτίκ Renata του Κολωνακίου, την επιτυχία της με το υπερκατάστημα DKNY στην Τσακάλωφ και την επαγγελματική και ψυχολογική κατάρρευσή της, η οποία συνοδεύτηκε από το φόντο της μνημονιακής Ελλάδας. Σήμερα ξαναστέκεται στα πόδια της με το νέο της brand Eirene Athens, αποδεικνύοντας ότι η ψυχική δύναμη βρίσκεται μέσα μας και όχι στα καλέσματα των καιρών.  

«Γεννήθηκα στον Πειραιά, μεγάλωσα κυρίως με τις γιαγιάδες μου, γιατί και οι δύο γονείς μου δούλευαν πάρα πολλές ώρες. Σπουδές δεν έκανα, ήθελα να σπουδάσω σχέδιο στο Λονδίνο, αλλά την εποχή που αποφοιτούσα μας ήρθε και η πρόταση από την εταιρεία Donna Karan, για συνεργασία, και κάποιος έπρεπε να βοηθήσει τη μητέρα μου, η οποία ήδη συνεργαζόταν με εταιρείες από την Ιταλία και τη Γαλλία στη μπουτίκ της, Renata, στο Κολωνάκι, που υπήρχε από το 1979. Η πρόταση της Donna Karan, από την Αμερική, σήμαινε το άνοιγμα μιας τρίτης αγοράς για τη μητέρα μου, η οποία μέχρι τότε πάλευε μόνη της. Εκεί έπεσε το μεγάλο δίλημμα για μένα, αν ήταν να ανοίξουμε δουλειές με Αμερική θα έπρεπε να εγκαταλείψω την ιδέα των σπουδών. Αυτό μου είπε και η μητέρα μου: «αν δεν μπεις στη δουλειά τώρα, μόνη μου δεν θα τα καταφέρω». Έτσι μπήκα στην επιχείρηση. Έχω περάσει από όλα τα στάδια, γιατί  ήταν της αντίθετης φιλοσοφίας από αυτή που έλεγε ότι, επειδή ήμουν κόρη της, θα έμπαινα κατευθείαν στην πώληση, θα εξυπηρετούσα αμέσως την κυρία Τάδε. Οπότε πέρασα από την διαδικασία να καθαρίζω το μαγαζί, τα τζάμια, να κάνω καφέδες στις πελάτισσες, να κάνω τα διορθώματα και σιγά σιγά άρχισα να έχω κάποιες πελάτισσες δικές της – τις πιο δύσκολες μου έδινε έχω να πω.

Η μητέρα μου πίστευε πάντα ότι με τη δυσκολία γίνεσαι καλύτερος. Φρόντιζε να με στέλνει ασυνόδευτη στα shows στο Μιλάνο και στο Παρίσι, από Παρασκευή μέχρι Κυριακή, όταν ακόμα πήγαινα σχολείο, στο γυμνάσιο, και με παραλάμβανε αυτή εκεί, για να παρακολουθώ  είτε τα fashion shows είτε τις παραγγελίες. Κυρίως όμως ήθελε να είμαι στις παραγγελίες, για να εξοικειώνομαι με το όλο σπορ της μόδας.  Δεν ήταν επιχειρηματίας, γιατί αν ήταν επιχειρηματίας θα είχε και κάτι αυτή τη στιγμή που μιλάμε. Δεν έχει τίποτα. Ήταν κι εκείνη επίσης πολύ creative, είχε τρομερή ικανότητα στο να “πιάνει” τους σχεδιαστές πριν καλά καλά βγούνε. Όλους τους σχεδιαστές που έφερε στη Renata ήταν από περίπτερα στη Fiera, όχι από κανονικά fashion shows. Έτσι είχε βρει τον Ferre, τον Moschino, τον Yamamoto… Τους έβρισκε πάντα εν τη γενέσει τους. Αυτό είναι έμφυτο ταλέντο, να έχεις αυτή τη διορατικότητα, το μυαλό σου να πηγαίνει πιο μπροστά. Και τρομερά ακονισμένη αισθητική. Στο εξωτερικό, τη μητέρα μου την αποκαλούσαν “το φαινόμενο Νίτσα”. 

Έτσι λοιπόν, δεν σπούδασα σχέδιο μόδας, αλλά μου έμεινε σαν χόμπι το να σχεδιάζω και να φτιάχνω ρούχα. Από τότε που έφτιαχνα ρούχα για τις κούκλες μου. Η γιαγιά μου έραβε ρούχα, η νονά μου, η Βάνα Κωνσταντινίδη, έχει την μπουτίκ Bettina. Όταν είχε ξεκινήσει η Bettina, ράβανε ρούχα, δεν υπήρχαν τότε ρούχα εισαγωγής. Γενικά, το έχουμε  οικογενειακώς με το να φτιάχνουμε μόδα, να κατασκευάζουμε ρούχα. Βέβαια, όταν εγώ μπήκα πλέον στη μόδα, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, είχε αρχίσει να καταρρέει η ελληνική μόδα και είχαν ξεκινήσει οι περίφημες εισαγωγές. Mugler, Dolce&Gabbana, Montana, Gianni Vercase, Chanel, Valentino. Η εταιρεία του Valentino, μάλιστα, είχε κάνει πρόταση στη μητέρα μου να αναλάβει το αποκλειστικό κατάστημα του οίκου στην Καλιφόρνια και το είχε αρνηθεί, διότι είχε την οικογένειά της στην Ελλάδα, τη μαμά της, τα αδέρφια της… Θα μπορούσε άνετα να φύγει με τον πατέρα μου και εμένα, οι τρεις μας, αλλά δεν το έκανε» λέει η Ειρήνη και δεν την διακόπτω, γιατί μέσα από τα λόγια της ξεπηδούν εικόνες οικείες, αναμνήσεις όμορφες, μιας εποχής ηλιόλουστης και γεμάτη υποσχέσεις για την Αθήνα, μιας εποχής που όλοι νιώθαμε ότι όλα μπορούν να συμβούν.

Ο χρυσός αιώνας του Κολωνακίου «Τη μητέρα μου δεν την έχω ζήσει σαν παιδάκι, δούλευε μονίμως. Ήταν αυτοδημιούργητη, πάλευε μόνη της, είχε ξεκινήσει με ένα κεφάλαιο τίποτα, με κάτι ρούχα τίποτα και με τα πρώτα λεφτά που έβγαλε από εκεί, έφυγε στο εξωτερικό και έκλεισε την πρώτη φίρμα. Τα πούλησε, ξαναέφυγε ταξίδι και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Μια επιτυχημένη ιστορία. Βέβαια σε ανθηρές εποχές. Οι συνθήκες βοηθούσαν. Πόσα καλά μαγαζιά υπήρχαν στο Κολωνάκι τότε; Η Bettina, η μητέρα μου με τη Renata,  το Lanvin και  το Morel. Αυτά ήταν τα μαγαζιά με τα ρούχα εισαγωγής. Αλλά τότε ήταν που έγινε το ξαφνικό μπαμ με τις φίρμες, γύρω στην αρχή/μέση της δεκαετίας του ’80 και το pick του, το οποίο έγινε στα  ’90s. Τι φίρμα φοράς να σου πω ποιος είσαι. Τα εμφανή logo έσπαγαν ταμεία. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν πελάτη στο μαγαζί της DKNΥ, στην Τσακάλωφ 34, ο οποίος είχε αγοράσει ένα κοστούμι και το μανίκι ήθελε κόντεμα. “Την ετικέτα θα μου την ξαναράψετε πάνω στο μανίκι μετά το κόντεμα” μας λέει. Κρύφτηκα στο δοκιμαστήριο γιατί δεν μπορούσα να σταματήσω να γελάω και σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να τον προσβάλω. Ήταν ο χρυσός αιώνας των εισαγωγών και των εξωφρενικών πωλήσεων. Οι εταιρείες στο εξωτερικό είχαν πάθει παράκρουση, δεν το πίστευαν ότι η Ελλάδα, μια τόσο μικρή χώρα, που μέχρι πριν ένα χρόνο δεν ήξεραν σε πιο σημείο του χάρτη βρίσκεται, έχει φτάσει να ανταγωνίζεται σε πωλήσεις τις μεγαλύτερες πρωτεύουσες της Ευρώπης.  “Το φαινόμενο Ελλάδα” μας έλεγαν. “Τι συμβαίνει με εσάς;”. Όπως είπα και πριν, δεν υπήρχαν πολλά μαγαζιά. Υπήρχε επίσης το Rossi με τα αντρικά και η Luisa. Θυμάμαι η μητέρα μου, όταν ακόμα πήγαινα σχολείο, δεν ήθελε να μου δίνει ρούχα από το μαγαζί, γιατί ήξερα την αξία τους και δεν ήθελε να με κακομάθει. Με πήγαινε στη Luisa, στο πρώτο μαγαζί της Σκουφά, εκεί που μετά έγινε το Manolo Blahnik, και μου αγόρασε από εκεί. Δεν ήξερα την τιμή, αλλά ήταν Jean Paul Gaultier.   Υπήρχε και το Sotris , που αρχικά πούλαγε τα δικά του ρούχα και μετά σιγά σιγά άρχισε τις εισαγωγές, και από παπούτσια και αξεσουάρ ήταν η Καλογήρου. Όταν έγινε αυτό το μπαμ των εισαγωγών όλα άλλαξαν. Ξεπήδησε ο κακός χαμός από ανίδεους με τον χώρο επιχειρηματίες. Άλλαξαν οι ισορροπίες και με την έκρηξη του πράγματος μπήκε ως παράμετρος η απληστία. Η Luisa έφερε τα Roberto Cavalli, ήταν η πρώτη που τα έφερε και έκανε αυτή την τεράστια επιτυχία στην Ελλάδα. Δεν έχει σημασία που ήταν διεθνές hit. Εδώ, αυτή τα έκανε επιτυχία. Αν έπεφταν σε λάθος χέρια, μπορεί να πήγαιναν στα αζήτητα. Εδώ είναι που χρειάζεται η παιδεία, όχι ο σωστός επαγγελματισμός. Αν, για παράδειγμα, έκανα εγώ πρόταση στον Roberto Cavalli, δεν σήμαινε ότι θα τα δούλευα το ίδιο. Κάθε μαγαζί έχει ένα ύφος, μια ταυτότητα, ένα στυλ. Το κάθε κατάστημα αποκτάει μια πελατεία βάσει του γούστου του. Για παράδειγμα, εμένα που μου αρέσουν οι avant garde σχεδιαστές και το αγαπημένο μου χρώμα είναι το μαύρο, δεν θα μπορούσα να φέρω και να πουλάω τα Escada. Δεν θα μπορούσα να πω «κοιτάξτε αυτό το εμπριμέ σακάκι», εγώ που δεν έχω βάλει εμπριμέ ποτέ στη ζωή μου, παρά μόνο σε μαγιό μπικίνι. Η πολύ αγαπημένη μου κ. Μαμιδάκη και η κ. Λεβέντη απογείωσαν τα Escada, o Σωτηρόπουλος μπόρεσε να φτιάξει τα Dolce & Gabbana, εγώ μπόρεσα κι έφτιαξα τα Donna Karan, η Luisa τα Roberto Cavalli. Εμείς οι παλιοί το γνωρίζαμε αυτό, πρώτα από όλα έχουμε μεγάλη αγάπη στο ρούχο και στη γυναίκα, αυτό είναι που μας δίνει ταυτότητα. Αυτοί που μπήκαν στο χώρο από το παράθυρο δεν το καταλάβαιναν. Έλεγαν έχω κεφάλαια, έχω χρήματα -βοήθησε και το χρηματιστήριο φυσικά-, μπορώ να κάνω τα πάντα. Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να δουν ποιες φίρμες πουλάνε και να πάνε με αντιπρόταση στην εταιρία του εξωτερικού είτε τάζοντας διπλές παραγγελίες είτε αποκλειστικά καταστήματα. Εξηγούσαμε οι παλιοί στη μαμά-εταιρεία “βρε παιδιά, αν υπήρχε αυτή δυναμική δεν θα σας το κάναμε; Δε θέλουμε εμείς να κερδίσουμε; Βάλτε τα κάτω. Πόσοι είμαστε; Πόση είναι η upper class που μπορεί να τα αγοράσει; Μιλάμε για premium σειρές…”. Οι εταιρείες όμως έξω κοίταζαν μόνο νούμερα. Για αυτούς δεν είμαστε παρά νούμερα. Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις βέβαια. Εμένα προσωπικά μου φέρθηκαν πολύ καλά οι εταιρείες όταν έκλεισε το μαγαζί, δεν μπορώ να πω κάτι άσχημο. Αλλά, αν τα βάλουμε κάτω, αυτοί μας φέρανε εκεί που μας φέρανε. Οι δικές τους αποφάσεις. Και το γεγονός ότι ανοίγονταν και με άλλους εμπόρους της Αθήνας στην ήδη μικρή μας αγορά. Είχαν καταργηθεί οι αποκλειστικότητες. Μόνο αν είχες αποκλειστικό μαγαζί, δεν είχες ανταγωνισμό. Έρχονταν λοιπόν τα ρούχα και σε μένα και στον άλλον, εγώ πούλαγα γιατί είχα την πελατεία, ο άλλος στόκαρε, άρχιζε τις εκπτώσεις, 30% από την αρχή της σεζόν, δεν τον ένοιαζε, είχε άλλες 10 φίρμες στο μαγαζί του. Όποια φίρμα όμως την είχε μονοπωλιακά τη δούλευε χωρίς έκπτωση. Αυτή ήταν μεγάλη ζημία. Στην πορεία πάθανε πανικό στο εξωτερικό, αυτούς που δεν πληρώνανε τους σταμάταγαν μέχρι να  πληρωθούν, επικράτησε ένα χάος. Πάνω κάτω έτσι είχε το παρασκήνιο πίσω από τη λάμψη της μόδας. Υπήρχε μια βιαιότητα, μια αγριότητα, ένας εγωκεντρισμός. Αυτό κράτησε ένα δυο χρόνια μετά τη χρηματιστηριακή κρίση. Και μαζί με αυτό ήρθε και η οικονομική κατιούσα, επεισόδια στο κέντρο της πόλης, η Αθήνα κάηκε, φτάσαμε στο Μνημόνιο…».

Λάθος χειρισμοί και το τέλος του μεγάλου αποκλειστικού καταστήματος  «Το Κολωνάκι τελείωσε το 2008. Το DKNY το κλείσαμε το 1998. Είχε αλλάξει ο διευθυντής στην εταιρεία, εμείς είχαμε την αποκλειστικότητα για την Αττική, υπήρχε και κάποιος άλλος που τα έφερνε στην Ελλάδα εκτός Αττικής. Η καινούργια τότε  διευθύντρια που παρέμεινε στην εταιρεία για λιγότερο από ένα χρόνο, μέσα στην πρώτη βδομάδα στο πόστο της, ήρθε στην Ελλάδα να κάνει επίσκεψη, αφιέρωσε τρεις μέρες στους άλλους, σε μας ήρθε το πρωινό της αναχώρησής της στην Αμερική, στις 6:30 το πρωί.  Την άλλη μέρα ήρθε ένα φαξ ότι η συνεργασία μας σταματάει, εν τω μεταξύ το συμβόλαιό μας ήταν τριετές, ενώ η επένδυση ήταν τεράστια. Αποκλειστικό κατάστημα, 650 τ.μ. Αυτά είναι τα επιχειρηματικά λάθη που κάνει κάποιος που δεν είναι γεννημένος επιχειρηματίας. Το φαξ έγραφε ότι θα παραλάβουμε τα ρούχα για την τρέχουσα σεζόν άνοιξη – καλοκαίρι -ήταν μέσα Φεβρουαρίου- και αυτή θα ήταν και η τελευταία σεζόν που θα συνεργαζόμασταν, με την προϋπόθεση ότι θα υπογράψουμε ένα άλλο έγγραφο, στο οποίο θα συμφωνούμε ότι δεν επιθυμούμε να προβούμε σε δικαστική αντιπαράθεση με την εταιρία. Τα δικαστήρια βάσει του συμβολαίου ήταν να γίνουν στην Αμερική, χρήματα για να πληρώνουμε τον δικηγόρο με την ώρα δεν υπήρχαν, εγώ ήμουν πάρα πολύ μικρή, όλα ήταν εναντίον μας. Τα στελέχη της μαμάς-εταιρείας ήταν πολύ στεναχωρημένα και θυμωμένα με αυτή την εξέλιξη, έγιναν όλα τόσο γρήγορα, δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν…Η εταιρεία δε γνώριζε τίποτα. Ήταν και εκείνη σε ραγδαία άνοδο παγκόσμια και δεν προλάβαιναν τις κατά τόπους εξελίξεις.

Από εκεί ξεκίνησε για μας η κατηφόρα. Γιατί τα οικονομικά βάρη του DKNY κλήθηκε να τα επωμιστεί η Renata, άλλου τύπου μαγαζί, πιο μικρό, με άλλη πελατεία. Δεν βοήθησαν και οι συνθήκες να ανακάμψουμε… Καπούτ και η Renata κάποια στιγμή, το 2012. Σέβομαι, βέβαια, ότι αργότερα μας στήριξαν από την Donna Karan, στην πρώτη σειρά, υπήρξε μια δικαίωση από εκεί και τότε φάνηκε ότι ήταν αποκλειστικά και μόνο της τότε διευθύντριας η απόφαση και η εκτέλεση να διακοπεί η συνεργασία μας.  Ασχέτως κρίσης, η πτώση στην αγορά και ειδικά στο Κολωνάκι, ήταν αναμενόμενη. Δεν είμαστε Μιλάνο, δεν είμαστε Παρίσι, δεν είμαστε Λονδίνο, δεν είμαστε Νέα Υόρκη. Τι σημαίνει αυτό; Είμαστε κλειστή αγορά. Ο τουρίστας που έρχεται στην Αθήνα δεν θα βγει να ψωνίσει. Απευθυνόμαστε κατά βάση στον local καταναλωτή. Άρα μιλάμε για συγκεκριμένο κόσμο, μόνο το καλοκαίρι άλλαζε ενδεχομένως το σκηνικό και αυτό με μεμονωμένες περιπτώσεις. Κάποια στιγμή επήλθε ο κορεσμός σε αυτή τη συγκεκριμένη πελατεία. Τα είχαν αγοράσει όλα όσα είχαν να αγοράσουν» καταλήγει η Ειρήνη ενσωματώνοντας μια ολόκληρη εποχή μέσα στη δική της προσωπική ιστορία.

Η συζήτηση περνάει στην αποδυνάμωση της haute couture, στην κυριαρχία του pret-a-porter, στην ανάπτυξη της Κίνας και των Αραβικών χωρών ως πόλο έλξης της παγκόσμιας μόδας. «Ακόμα και η Ρωσία τα αγόρασε όλα, κατανάλωσε και τώρα δεν έχει αυτή τη δυναμική» λέει. Την ρωτάω αν θα μπορούσε να έχει γίνει κάτι να αποφευχθεί αυτή η κατρακύλα. «Να αλλάξει η νοοτροπία που έχουμε για τους Έλληνες σχεδιαστές οι ίδιοι οι  Έλληνες καταναλωτές. Βλέπεις στην Ιταλία, στην Γαλλία, ακόμα και στην Αγγλία πως προωθούν τα δικά τους παιδιά. Εδώ νίκησαν οι εισαγωγές. Ζήσαμε βέβαια την εποχή που οι  Έλληνες σχεδιαστές μεσουρανούσαν, όχι μόνο εντός χώρας αλλά παγκόσμια. Ο Γιάννης Τσεκλένης, τρανό παράδειγμα, μέχρι και στην Αμερική ήταν γνωστός. Και σήμερα υπάρχουν ταλέντα στην Ελλάδα αλλά εμείς είμαστε οι πρώτοι που πρέπει να τα προωθήσουμε να τα στηρίξουμε, να τα προβάλουμε εντός Ελλάδας και διεθνώς. Και δεν μιλάω μόνο για τη μόδα. Αυτή είναι μια νοοτροπία που διέπει συλλογικά τη σκέψη του Έλληνα. Γιατί στα τρόφιμα τι γίνεται; Πατάτες από την Αίγυπτο, λεμόνια από την Τουρκία, σε λίγο θα μας φέρουν και ελαιόλαδο από την Αργεντινή. Γιατί έκλεισε το Αιγαίο, γιατί έκλεισε η Εσκιμό, η Pitsos γιατί εξαγοράστηκε; Και μετά λέμε ότι εμείς δεν παράγουμε τίποτα. Μα πως να παράγουμε, αφού δεν το αγοράζουμε ούτε εμείς. “Γιατί κάνει τόσο, αφού είναι ελληνικό;” είναι η μόνιμη επωδός. Βαρέθηκα να το ακούω. Εκνευρίζομαι με αυτή την απαξίωση. Τι είμαστε δηλαδή; Μπαγκλαντές; Πακιστάν; Γιατί μειώνουμε το επίπεδό μας; Αν είχα μεγάλη παραγωγή, θα με συνέφερε να τη ράψω στην Κίνα. Στο ένα δέκατο της τιμής. Γιατί να πάω να αφήσω εκεί τα λεφτά μου; Εγώ θέλω να τα αφήσω στη χώρα μου. Και η κλωστή θέλω να είναι Πεταλούδα και όχι η γερμανική κλωστή. Ένα ρούχο δηλαδή κάποιου πολύ επώνυμου διεθνώς σχεδιαστή κάνει 15.000 ευρώ και είναι made in China. Γιατί το αγοράζει κάποιος; Γιατί συνειδητά επιθυμεί να πληρώνει τη φίρμα» διαπιστώνει. «Στόχος μας πρέπει να είναι να δημιουργήσουμε υγιείς εξαγωγές, να μπαίνει ξένο χρήμα στη χώρα μας και όχι να δίνουμε τα δικά μας λεφτά στο εξωτερικό. Αυτό πρέπει ο Έλληνας να  συνειδητοποιήσει, γιατί μόνο έτσι θα καταφέρουμε να ανακάμψουμε σαν χώρα. Έχουμε τον τουρισμό που μας φέρνει συνάλλαγμα για κάποιους λίγους έστω μήνες το χρόνο, αλλά μπορούμε να αποκτήσουμε και άλλους πόρους εισροής ξένου χρήματος στη χώρα μας» .

Το τέλος και η αρχή γειτονεύουν Την ίδια χρονιά με το κλείσιμο της επιχείρησης φεύγει και ο πατέρας της Ειρήνης από τη ζωή. «Πέρασα ένα πολύ μεγάλο πένθος, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν είχα καταλάβει το μέγεθός του, κατάθλιψη, κλείσιμο… μόνο όταν άρχισα να βγαίνω  από αυτό, κατάλαβα πόσο βαθύ ήταν. Τότε ήταν που είπα ότι θα κάνω κάποια πράγματα, τα οποία ανέκαθεν ήθελα να κάνω. Ήθελα να ράψω για μένα κάποια στρετς δερμάτινα ρούχα. Είχα βρει μετά από μεγάλη έρευνα τα βυρσοδεψεία που το κάνουν αυτό, ελάχιστα στον κόσμο. Και αρχικά ξεκίνησα έτσι, σαν απασχόληση, σαν χόμπι. Είχα πάει στον Ερωτόκριτο, το μαγαζί με τα υφάσματα στο κέντρο της Αθήνας για να πάρω δερματίνη να κάνω κάποια δείγματα. Δεν ξέρω να κόβω πατρόν, βάζω το ύφασμα πάνω στην κούκλα και τα ποντάρω εκεί, επιτόπου. Βλέπω λοιπόν στον Ερωτόκριτο την Ρίτα Αττάλα, “εσύ εδώ;” μου λέει “μυρίζομαι ότι κάτι ξεκινάς”. Σε κατάθλιψη ακόμα εγώ. Το έκανα για να ξεχνιέμαι, μαθημένη στη δουλειά που δεν είχα πλέον, για να μην κάθομαι στο σπίτι. Της εξηγώ ότι ήθελα να φτιάξω για μένα ένα φόρεμα, ένα γιλέκο και ένα τζάκετ με στρετς δέρμα που έχω παραγγείλει από το εξωτερικό. “Τι; Δερμάτινο στρετς; Σαν τα δέρματα του Jitrois; Σήμερα το απόγευμα θα έρθεις σπίτι μου” προτείνει με ενθουσιασμό. Τη ρωτάω για ποιο λόγο. “Έχω σε ένα μήνα το σόου μου στο Athens Xclusive Designers Week και θέλω τρία ρούχα σου να τα βγάλω στην πασαρέλα μαζί με τα δικά μου” μου απαντάει. Γίνεται ένας αγώνας δρόμου, ετοιμάζονται τα ρούχα, βγαίνουν και στην πασαρέλα, πήρε και πολύ καλές κριτικές και έτσι ξεκίνησε το brand μου, Eirene Athens. Ενάντια σε όποιες δυσκολίες μπορεί να έχει, στο γεγονός ότι είναι ένα ακριβό ρούχο εκ των πραγμάτων, ότι δεν μπορώ να είμαι ανταγωνιστική γιατί δεν έχω την διαπραγματευτική δύναμη της τεράστιας παραγωγής, του όγκου των παραγγελιών και φυσικά στο ότι είναι ένα ειδικό ρούχο για συγκεκριμένους σωματότυπους. Άρχισα να έχω κάποιες παραγγελίες από μαγαζιά και βλέπουμε. Μέσα από το Eirene Athens εξελίσσομαι κι εγώ σχεδιαστικά, πειραματίζομαι πλέον στο ύφασμα εκτός από το δέρμα.

Η πείρα μου μετά από τόσα χρόνια στη μόδα -και περνώντας κυριολεκτικά από όλα τα στάδια και επίπεδα της- μου δίδαξε ότι μια εταιρία για να πετύχει και να έχει διαχρονικότητα πρέπει να έχει ταυτότητα, στρατηγική, πλάνο. Δεν γίνεσαι τυχαία ο Armani. Για αυτό αναρωτιέμαι μήπως για τη δική μας επιχειρηματική αποτυχία δεν φταίνε ούτε τα πρόσωπα ούτε οι καταστάσεις. Φταίει μόνο η έκκεντρη στόχευση από εμάς τους ίδιους».

Κλείνοντας τον κύκλο της κουβέντας μας γυρίζουμε στην αρχική ερώτηση, «γεννιέται κάποιος έμπορος τελικά;». «Γεννιέται. Δεν μπορεί να γίνει στην πορεία. Όπως και καλλιτέχνης κάποιος γεννιέται. Δεν γίνεται» λέει η Ειρήνη, η οποία δικαιούται διά να ομιλεί επί του θέματος. Όπως δικαιούται και την αναγέννησή της.  

Σχετικά άρθρα