Η επικοινωνία είναι μια απουσία και όχι μια παρουσία
Ο συγγραφέας Αλέξιος Καρπούζος καταπιάνεται με τη διερεύνηση του πολυπρισματικού γλωσσικού φαινομένου, πάντα όμως υπό την εποπτεία του φιλοσοφικού στοχασμού. Από την ΕΦΗ ΑΛΕΒΙΖΟΥ.
«Το διαδίκτυο είναι νομαδικό ενέργημα περιπλάνησης μέσα στα δίκτυα των κειμένων»
Ο συγγραφέας Αλέξιος Καρπούζος καταπιάνεται με τη διερεύνηση του πολυπρισματικού γλωσσικού φαινομένου, πάντα όμως υπό την εποπτεία του φιλοσοφικού στοχασμού. Τόσο στα βιβλία του όσο και από τη θέση του δασκάλου στο Εργαστήριο Σκέψης, «έναν ανοικτό χωρόχρονο σκέψης και πράξης που δοκιμάζει την εμπειρία ενός διαφορετικού παραδείγματος στην παιδεία και τον πολιτισμό» όπως ο ίδιος το περιγράφει.
Ποια είναι η ιδέα πίσω από το Εργαστήριο Σκέψης;
Το Εργαστήριο Σκέψης συνιστά ένα Ανοιχτό πεδίο Μόρφωσης, Στοχασμού, και Δημιουργίας, που αποβλέπει στην αφύπνιση μιιας θεμελιώδους διάθεσης αναζήτησης, έρευνας και πειραματισμού όσον αφορά τη σχέση Σκέψης, Τέχνης και Ποίησης. Σε αντίθεση με τον κατακερματισμό των γνώσεων και των πληροφοριών που παρατηρείται στην εποχή και οδηγεί στην αποδιοργάνωση της Σκέψης και του Λόγου, στο Εργαστήριο Σκέψης έχουμε ως άξονα τη φιλοσοφική διερεύνηση του Κόσμου, αξιοποιούμε στοιχεία από τους χώρους της Γνωσιολογίας, της Γλωσσολογίας, της Θεωρίας της Λογοτεχνίας, της Λογικής και των Κοινωνικών Επιστημών, με έμφαση στην Παιδαγωγική. Ανοιγόμαστε και στο χώρο των Μαθηματικών, της Αστροφυσικής και της Κοσμολογίας, προωθώντας τη διαθεματικότητα, την διεπιστημονική προσέγγιση των ζητημάτων της γνώσης, με επιστέγασμα την Ανοιχτή Σκέψη, τη Σκέψη της Ανοιχτής Ολότητας. Συγχρόνως, επεξεργαζόμαστε μια απαιτητική και ριψοκίνδυνη σχέση με την τέχνη και την ποίηση, μια σχέση που να εμπνέει, να εμψυχώνει καίρια και αποφασιστικά και να ανοίγει ρηξικέλευθους δρόμους προσωπικής έκφρασης και κοινωνικής συνύπαρξης. Αυτό που απαιτείται στους καιρούς μας είναι η γνώση και η παιδεία να υπερβούν τη λειτουργική, εργαλειακή και χρησιμοθηρική αντιμετώπιση της ζωής, της φύσης και της σκέψης, μια λογική που διέπει τον ανθρωποκεντρικό και ατομοκεντρικό πολιτισμό. Η στοχαστική παιδεία καλλιεργεί την περισυλλογή, την έρευνα, το πείραμα, τον διαλεκτικό στοχασμό και το ήθος της σχέσης, έτσι επιχειρεί να προωθήσει μία νέα σχέση και στάση με όλα τα όντα, εμβαθύνοντας στην κατανόηση των δεσμών τους. Αναγνωρίζει ότι όλα τα όντα είναι οργανικά αποσπάσματα της ανοικτής ολότητας και ότι κάθε ον μετέχει της Ολότητας και ταυτόχρονα είναι μια μοναδική μορφή του όλου. Η στοχαστική παιδεία, ως αγωγή και μόρφωση, σχετίζει, δίχως να ταυτίζει, τη γνώση με τη σοφία, τη θεωρία με την πράξη, την επιστημονική διερεύνηση με την υπαρξιακή κατανόηση, την εμπειρική έρευνα με το ερώτημα του νοήματος της ζωής. Η παιδεία συνιστά τόσο επιστήμη -και απαιτεί ακρίβεια, σαφήνεια και υπολογισμό- όσο και τέχνη, απαιτεί δηλαδή ανοίκειες επινοήσεις και τολμηρή φαντασία. Καλλιεργεί τόσο αφαιρετικές διασαφηνίσεις και λογικές διατυπώσεις όσο και διαισθητικές ενοράσεις και ονειρικές εμπνεύσεις.
Υπάρχει μεθοδολογία στη σκέψη;
Η σκέψη είναι οδός και όχι μέθοδος. Η μέθοδος υπακούει σε ένα σύνολο προδιατεταγμένων κανόνων, που αποβλέπουν σε ένα προκαθορισμένο σκοπό. Η λειτουργία της μεθόδου είναι τεχνικο-επιστημονική, δηλαδή θεμελιώνεται σε αιτιακά και επεξηγηματικά σχήματα που αποβλέπουν μέσω των παραστάσεων και των αναπαραστάσεών τους στον υπολογισμό, την μέτρηση και τον έλεγχο του «αντικειμένου τους», από τα ορθολογικά και ενσυνείδητα «υποκείμενα». Η λογική της μεθόδου είναι τεχνική και η τεχνική είναι το εργαλείο της οργάνωσης. Πράγματι η ανόργανη και οργανική φύση ενέχει μία οργάνωση, την οποία ο άνθρωπος αναγνωρίζει, αλλά συγχρόνως την αναδιαμορφώνει. Η Φιλοσοφική Σκέψη αναρωτιέται γιατί γίνονται όλα αυτά; Ποια είναι τα θεμέλια της Επιστημονικής Γνώσης; Τι γίνεται με αυτό που δεν μπορεί να δαμαστεί, που διαφεύγει της δυνατότητας, υπολογισμού, της μέτρησης, της πρόβλεψης και του ελέγχου; Τι γίνεται δηλαδή με αυτό που δεν μπορεί να γίνει έννοια, ιδέα ή σύμβολο; Με το χάος, το κενό, το τίποτα, το μηδέν; Η σκέψη -ανοιχτή, ποιητική από τη φύση της- δοκιμάζει την εμπειρία του κόσμου, δηλαδή επιχειρεί να ανταποκριθεί στους ρυθμούς του κόσμου και στις μεταμορφώσεις του, όπως και των αποσπασμάτων του. Ξετυλίγεται πριν από την έλευση της μεταφυσικής διάκρισης του κόσμου σε «αντικείμενο’’ και «υποκείμενο» και πορεύεται πέραν από αυτήν. Ερωτά για την προέλευση και του προορισμό του Κόσμου, του Κόσμου, ως Εν-Παν και πασχίζει να μιλήσει για αυτό που μας αφορά ζωτικά, άσχετα αν το αγνοούμε: τον Κόσμο στην Ολότητά του.
Από τι επηρεάζεται η σκέψη του σύγχρονου ανθρώπου;
Ο σύγχρονος τρόπος σκέψης νοηματοδοτείται μέσα στο πλαίσιο της νεώτερης κοσμοθεωρίας. Το δομικό γνώρισμα του νεώτερου πνεύματος είναι η κατάτμηση του Όλου, ο κατακερματισμός του και η εισαγωγή του υπολογισμού, της μέτρησης και της ποσοτικοποίησης, ως αποκλειστικού τρόπου στοχασμού και διερεύνησης του Κόσμου και των πραγμάτων. Η βούληση για δύναμη και έλεγχο αποτελεί το κυρίαρχο κατηγόρημα αυτού του πνεύματος, οι ηθικές αξίες που υποτείνουν σε αυτό το πνεύμα είναι ο ωφελιμισμός, η σκοπιμότητα και η χρησιμοθηρία. Ο ανθρωπολογικός τύπος που διαμορφώθηκε είναι ο ναρκισσιστικός ατομισμός. Συνέπεια των παραπάνω είναι α) η απουσία της Ολότητας, που παράγει έλλειψη νοήματος και το αίσθημα του υπαρξιακού κενού και της ματαιότητας β) η έκλειψη του Λόγου, λόγω της επικράτησης ενός ανεξέλεγκτου υποκειμενισμού και σχετικισμού, που αποδιοργανώνει τη σκέψη, θρυμματίζει το κοινωνικό σε απομονωμένα άτομα και οδηγεί στην έλλειψη πάθους για ανώτερους σκοπούς, στην ιδιώτευση και εν τέλει στην απανθρωπιά. Απαιτείται δημιουργική υπέρβαση του ανεξέλεγκτου υποκειμενισμού και διάνοιξη, ψυχική διάνοιξη και ενσωμάτωση στο φυσικό και συμπαντικό κόσμο, αναπόσπαστο τμήμα του οποίου είναι ο άνθρωπος. Μόνον υπερβαίνοντας ο άνθρωπος τον εαυτό του, αναγνωρίζει τον εαυτό του, δηλαδή αυτό το περισσότερο από άνθρωπος που είναι. Αυτό που ανυψώνει και απελευθερώνει τον άνθρωπο έγκειται στην ανταπόκριση σε ένα κάλεσμα που μας απευθύνεται.
Το πώς σκεφτόμαστε επηρεάζεται ίσως από το πώς διαβάζουμε;
Η σκέψη απαιτεί ενδελεχή μελέτη και όχι απλώς διάβασμα ενός κειμένου. Αυτό σημαίνει ότι ανοιγόμαστε στο κείμενο και προσπαθούμε να συνάψουμε μια φιλική σχέση μαζί του, να διαλογιστούμε δυναμικά και όχι να προβάλλουμε αστόχαστα τα γνωστικά σχήματα, τους πόθους και τις προσδοκίες μας, δηλαδή να προσπαθούμε να το κυριαρχήσουμε, να το κατακτήσουμε, πράγμα άλλωστε αδύνατο, μιας που το κείμενο επιδέχεται πολλαπλών ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την πορεία και τα διαβήματα αυτού που διαβάζουμε, να διερευνήσουμε την πρόθεσή του και να επιτρέψουμε να αναδυθεί η προβληματική και η προθετικότητά του, ώστε να μπορέσει να τεθεί υπό ερώτηση.
Ποιο είναι το προφίλ των ανθρώπων που ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν τα μαθήματα στο Εργαστήριο Σκέψης; Μπορούν άπαντες ή υπάρχει ένα μίνιμουμ επίπεδο μόρφωσης και ενδιαφερόντων;
Το εργαστήριο σκέψης θα λέγαμε, κάνοντας μια αναλογία από τα μαθηματικά, συνιστά ένα μη συνεπές, παράδοξο σύνολο, ένα ανοιχτό σύνολο με την έννοια ότι απευθύνεται σε όλους. Το «σε όλους» σημαίνει ότι δεν διακρίνει, δεν εξαιρεί και δεν αποκλείει κανέναν, ότι αμφισβητεί τα κατηγορήματα, τις ταυτότητες και τις ιδιότητες. Στα μαθήματα μετέχουν όλοι όσοι επιθυμούν να σκεφτούν και να δοκιμάσουν την εμπειρία της σκέψης και του συναισθαντικού βιώματος. Όλοι όσοι τολμούν να διατυπώνουν ερωτήματα, να διερευνούν στοχαστικά και όχι απλώς κριτικά και να διαλογίζονται με διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Η ατμόσφαιρα, η οποία δημιουργείται μέσα από την μετοχή, την συν-αναζήτηση, τον αμοιβαίο διάλογο, συνιστά μια κοινωνία εν τω γίγνεσθαι. Μια κοινωνία που εδραιώνει, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, τη σχέση της Ενότητας και της Πολλαπλότητας. Δημιουργεί έναν δεσμό μεταξύ του αναγκαίου χωροχρόνου, στον οποίο μαθαίνουν οι άνθρωποι να συν-υπάρχουν, και τον ενδεχομενικό χωροχρόνο, που αφορά τον μοναδικό και ανεπανάληπτο τρόπο που σκέφτεται, βιώνει και εκφράζεται ο καθένας. Η γνώση της πλανητικής σκέψης αντιστέκεται στην έλξη για βεβαιότητα και εξασφάλιση, είναι αποφασιστικά μετακριτική και ριζικά ερωτηματική, απαιτεί νηφάλια περισυλλογή και δοκιμές, οι οποίες αποτελούν δοκιμασίες, και παρατηρήσεις όχι τελικές. Ως αποσπασματική και πολυδιάστατη σκέψη της ανοικτής ολότητας, όπου τίποτε δεν είναι ολικό, πλήρες, ακέραιο και ολοκληρωμένο, επιχειρεί να προωθήσει μια νέα σχέση με όλα τα όντα και να εμβαθύνει στην κατανόηση των δεσμών τους.
Τι σας έχει «διδάξει» η ενασχόλησή σας με τη διδασκαλία;
Η διδασκαλία πρώτα από όλα σε μαθαίνει ότι η Γνώση της Ολότητας μας διαφεύγει ή, αλλιώς διατυπωμένα, η Ολότητα είναι αυτό που δίνει τη δυνατότητα στα όντα και τα φαινόμενα του κόσμου να υπάρχουν, δίχως αυτή να είναι ένα ον που μπορούμε να το εννοήσουμε και να το αναπαραστήσουμε συμβολικά. Κάθε φορά σκεφτόμαστε αποσπασματικά την Ολότητα, την θεωρούμε μέσα στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης προοπτικής. Έτσι καταρρίπτεται ο δογματισμός της απόλυτης αντικειμενικής αλήθειας και η διάθεση για επιβολή και κυριαρχία και ανοιγόμαστε στην στοχαστική διερεύνηση, στον πειραματισμό, στην δυναμική συν-αναζήτηση, δυναμική και όχι υστερική. Η συνειδητοποίηση ότι η Ολότητα μας διαφεύγει και, επειδή μας διαφεύγει την επιθυμούμε, συμβάλλει στην συμφιλίωση με την πεπερασμένη φύση μας. Η διεπιστημονική διδακτική μέθοδος που υπηρετώ βοηθάει στο προσεγγίζουμε τα πράγματα από πολλές προοπτικές και να προσπαθούμε να τις συνθέτουμε σε ένα εύτακτο Σύνολο. Όπως είπαμε, κάθε φαινόμενο το θεωρούμε από μια ειδική προοπτική ή από σύνολο προοπτικών, όπως και να έχει όμως διαπιστώνουμε τα πεπερασμένα όρια και τις αδυναμίες της και υιοθετούμε μια άλλη προοπτική θεώρησης, έτσι «κυκλώνουμε» το φαινόμενο φιλοδοξώντας να εκραγεί ο λόγος του. Έτσι μαζί με τη γνώση του πεπερασμένου κάθε προοπτικής μαθαίνουμε ότι ο κόσμος και τα φαινόμενα είναι απεριόριστα, δηλαδή δίχως περιορισμούς, αυτό σημαίνει ότι είναι απεριόριστες και οι δυνατότητες διερεύνησης του κόσμου και των φαινομένων. Αυτό συνιστά μια μεγάλη χειραφέτηση γιατί κάνει τη μάθηση και τη γνώση, παιχνίδι, χαρά και περιπέτεια. Ένα άλλο σημαντικό δώρο της «σφαιρικής» διδασκαλίας είναι ότι η εγκατάλειψη μιας ερμηνευτικής προοπτικής ή ενός γνωστικού σχήματος ισοδυναμεί με ένα συμβολικό θάνατο, που τον συνοδεύει το πένθος της απώλειας. Αυτό μας εξοικειώνει διαφορετικά με τον χρόνο, μαθαίνουμε να συναντιόμαστε και να αποχαιρετούμε διαφορετικές θεωρίες, έτσι ο χρόνος δεν είναι το όριο που χωρίζει παρουσία και απουσία, αλλά το μέτρο της σχέσης.
Θα θέλατε να μου μιλήσετε για τη συγγραφική σας πορεία; Πόσα βιβλία έχετε γράψει, ίσως κάποιο που ξεχωρίζετε και για ποιο λόγο;
Η συγγραφική πορεία ξεκίνησε το 1996 από τις εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος» με τα βιβλία «Εισαγωγή στην κατανοητική Φιλοσοφία» και «Η Φιλοσοφία στη Φύση. Η Ψυχολογία του Λόγου». Ακολούθησαν τα βιβλία «Το Χρονικό της Σκέψης» και «Οι Γλώσσες του Κόσμου – Οι Κόσμοι της Γλώσσας» και η 2η έκδοση της «Εισαγωγή στην Κατανοητική Φιλοσοφία» από τις εκδόσεις του «Εργαστηρίου Σκέψης». Επίσης έχουν κυκλοφορήσει σε ηλεκτρονική μορφή, η σειρά «Μεταμορφώσεις της Σκέψης», που περιλαμβάνει 8 τόμους. Είναι μια σειρά που επιχειρεί να χαρτογραφήσει την ιστορία της σκέψης, από την αρχαϊκή εποχή έως και τον 21ο αιώνα. Σε ηλεκτρονική μορφή έχει, επίσης, κυκλοφορήσει και το βιβλίο «The self criticism of science – The contemporary philosophy of science & the problem of the scientific consciousness». Τα ηλεκτρονικά βιβλία είναι αναρτημένα σε ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες. Δεν ξεχωρίζω κάποιο βιβλίο, το καθένα από αυτά εκπροσωπεί την εποχιακή έκφραση της σκέψης και της συνείδησης. Βέβαια ένα αόρατο νήμα συνδέει όλα τα βιβλία και αυτό είναι το αίνιγμα του κόσμου και οι πολλαπλές διερευνήσεις που επιχειρούν να το σκεφτούν και το μιλήσουν.
Τι σας αρέσει πιο πολύ στην ανθρώπινη επικοινωνία; Ποιο κομμάτι της ευχαριστιέστε περισσότερο;
Επικοινωνούμε όταν επιθυμούμε τον άλλο και επιθυμούμε τον άλλο επειδή μας λείπει, η απουσία του άλλου νοηματοδοτεί την επικοινωνία. Η επικοινωνία είναι μια απουσία και όχι μια παρουσία, αν ήταν μια συντελεσμένη πράξη, τότε δεν θα είχε νόημα να μοχθούμε για να επικοινωνήσουμε. Με ενδιαφέρει η επικοινωνία να είναι παραγωγική και είναι τέτοια όταν εμφορείται από την επιθυμία για τον Άλλο. Η επιθυμία για τον Άλλο συγκροτεί την επικοινωνία και αποτελεί την αναγκαία συνθήκη να μιλήσει κανείς και όχι απλώς να διαχειρίζεται τεχνοκρατικά τη σχέση ή να προσποιείται, να υποκρίνεται και να ψεύδεται. Αυτή η επιθυμία για τον Άλλο συντρίβει τα όρια και τείνει στο μη όριο, προς το υπερβατικό. Η επικοινωνία, όταν είναι αυθεντική, συνιστά ρίσκο και διακινδύνευση, γιατί δεν υπόκειται στον έλεγχο του υποκειμένου. Η απώλεια του ελέγχου δημιουργεί το πεδίο της πρόσωπο με πρόσωπο συνάντησης, της συνεύρεσης ανθρώπων και όχι ρόλων ή ταυτοτήτων. Η επιθυμία εκτινάσσει το λόγο εκτός ορίων, στο απόλυτο, στον χρόνο τον κάθετο, δημιουργεί υπαρξιακές σχέσεις. Σε αντίθεση, η ανάγκη δημιουργεί κοινωνικές σχέσεις που επαναφέρουν τον άνθρωπο στην πεζότητα της καθημερινότητας, στον χρόνο, τον οριζόντιο, τον γραμμικό. Προτιμώ τόσο την λεκτική επικοινωνία όσο και την μη λεκτική επικοινωνία, αυτή είναι μια σχέση μέρους και ολότητας. Πράγματι, ο λόγος είναι κίνηση προς τον Άλλο, ο λόγος είναι η προσπάθεια να νοηματοδοτηθεί ένα κενό, μέσω του λόγου συγκροτείται ο ψυχισμός και δημιουργείται η κοινωνία. Από την άλλη όμως υπάρχει και η μη λεκτική επικοινωνία, δηλαδή η επικοινωνία που δεν μπορεί να ρηματοποιηθεί, το προλεκτικό και μεταλεκτικό στοιχείο, που «μιλά» όχι με λέξεις και με σύμβολα, αλλά με σήματα, με σχέσεις και με ρυθμούς. Αυτή η επικοινωνία είναι πιο άμεση και πιο ισχυρή.
Πιστεύετε ότι η απλοποίηση της ελληνικής γλώσσας είναι απαραίτητη και σύγχρονη; Κάτι που την καθιστά ζωντανή;
Άλλο η απλοποίηση και άλλο η απλότητα. Η απλοποίηση δείχνει διάθεση για ευκολία και διαμορφώνει μια επιπόλαια, οκνηρή, ράθυμη και τεμπέλικη ψυχο-νοοτροπία. Η απλοποίηση εξαλείφει τις λεπτές αποχρώσεις των πραγμάτων, συρρικνώνει τον ψυχικό και συνειδησιακό χώρο και έτσι μηδενίζει τις δυνατότητες παραγωγικής σκέψης και δημιουργικής έκφρασης. Μιλώντας ψυχαναλυτικά, θα λέγαμε, ότι η απλοποίηση συνιστά μια παλινδρόμηση στην βρεφική ηλικία, μια ασυνείδητη ροπή προς την ανόργανη κατάσταση. Είναι μια κατάσταση ναρκισσισμού με αυτοκαταστροφικά χαρακτηριστικά. Βέβαια αυτή η τάση κατανοείται μέσα στο πλαίσιο της κυριαρχίας του εργαλειακού λόγου και του εμπορευματικού κοινωνικου-οικονομικού συστήματος, με τις αξίες του, την ανταγωνιστικότητα και την μεγιστοποίηση της αποδοτικότητας. Αυτό έχει ως συνέπεια να μην υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για περισυλλογή, νηφάλια αξιολόγηση και δημιουργική ενσωμάτωση των καινούργιων στοιχείων στο ψυχικό και νοητικό κόσμο του σύγχρονου ανθρώπου. Αντίθετα, η απλότητα απαιτεί αφαίρεση, οικονομία και αμεσότητα στη σκέψη, το λόγο και την έκφραση και αυτή είναι μια διαδικασία που απαιτεί αφιέρωση, κόπο και συνεχή προσπάθεια. Στην απλότητα διατηρείται το ουσιώδες, το αναγκαίο και το ζωτικό και αποβάλλεται το περιττό και το ασήμαντο.
Ποια είναι η γνώμη σας για την ανάπτυξη της σκέψης μέσα στην ταχύτητα του διαδικτυακού χώρου;
Το διαδίκτυο μπορούμε να πούμε ότι είναι νομαδικό ενέργημα περιπλάνησης μέσα στα δίκτυα των κειμένων. Θα λέγαμε ότι συνιστά μια τοπολογική δομή που δημιουργεί τοπικές και προσωρινές νησίδες τάξης μέσα σε χαοτικά μορφώματα. Η συνολική τοπολογία του διαδικτύου είναι α-σήμαντη και αν-υποκειμενική, δομείται από δενδρώδεις διακλαδώσεις, με πολλαπλές γραμμές σύγκλισης, φυγής και ρήξης, με πολλές εισόδους και εξόδους. Αυτή η διασπορά νοήματος διαμορφώνει έναν ψυχισμό που βιώνει αυτό το άπειρο σύμπαν ως μια έλλειψη υποκειμενικής συνεκτικότητας, επειδή το κάθε κείμενο είναι ολοκληρωτικά διάτρητο εξαιτίας των πολλαπλών συνδέσεων του. Ο χρήστης του διαδικτύου περιφέρεται και προσπαθεί να αποφύγει την έλλειψη, επιχειρεί την ματαίωση της πραγματοποίησής της. Όμως οι κινήσεις του αναγνώστη επιτελούν μ΄αυτό τον τρόπο εκείνη τη σχάση, αφού οι πτυχώσεις από το ένα σημείο στο άλλο συμβολίζουν ακριβώς αυτόν το διχασμό. Στο διαδίκτυο ο θρυμματισμός, η εκ-κεντρικότητα του υποκειμένου γίνεται το κέντρο της αναζήτησής του. Το κέντρο του κενού και ο εστιασμός της αναζήτησης είναι η απάλειψη του υποκειμένου.Και βέβαια δημιουργείται ένας καινούργιος μύθος, ο οποίος λέει ότι τα ασύνδετα μέρη του δικτύου μπορούν να συνδεθούν και έτσι να αποκατασταθεί η τάξη. Έτσι ο χρήστης του διαδικτύου από τη μια βιώνει μια παρανο-σχιζοειδή κατάσταση, μιας που συνεχώς διχάζεται και από την άλλη επαναλαμβάνει το τελετουργικό κύκλωμα του έμμονου λόγου, του νευρωτικού, ο οποίος επαναλαμβάνει τις ίδιες πράξεις επιζώντας τη λύτρωση από τα δεινά του, μια προσπάθεια που συνεχώς ματαιώνεται. Στο πεδίο της σκέψης και του Λόγου αυτό σημαίνει ότι τα περιγράμματα των εννοιών και των νοημάτων ρευστοποιούνται, διασπείρονται και απειρίζονται με συνέπεια η ορθολογιστική διάνοια να εκλείπει. Από την άλλη, όμως, εξοικειωνόμαστε με τη σχάση, το ρήγμα, τα κενά, την απουσία, τη μη γραμμικότητα που είναι καταστάσεις, οι οποίες, δυνητικά, μπορούν να καλλιεργήσουν τη διαίσθηση και τη συναίσθηση, την ποιητική σκέψη και τη συνείδηση της ανοιχτής ολότητας.
