Νικηφόρος Βρεττάκος | Η συνείδηση είναι το βάθος του ανθρώπου. Η αγάπη είναι το πλάτος του…

Νικηφόρος Βρεττάκος | Η συνείδηση είναι το βάθος του ανθρώπου. Η αγάπη είναι το πλάτος του…

Υπέροχα αποσπάσματα από αριστουργηματικά έργα ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, ο οποίος προτάθηκε 4 φορές για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

“Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε, δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.” είπε κάποτε ο σπουδαίος  Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, Νικηφόρος Βρεττάκος.

Ο άνθρωπος που πίστευε πως μέσα από την αγάπη και την ομόνοια μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα και να ξεπεράσουμε κάθε εμπόδιο… 

`Ενας τρυφερός ποιητής που πέρασε μια ζωή με πολλές αντιξοότητες από τα παιδικά του χρόνια, πικράθηκε και θέλησε να μεταστρέψει την πίκρα  σε αγάπη και να κάνει τον κόσμο καλύτερο.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος προτάθηκε τέσσερεις φορές για Νόμπελ Λογοτεχνίας και η  μία  φορά ήταν  μετά από πρόταση του Γιάννη Ρίτσου. Απέσπασε πολλά βραβεία για το έργο του, ανάμεσά τους : τo  Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1940, το 1965 και το 1982, το Βραβείο Ουράνη το 1974, το Βραβείο «Knocken» και το βραβείο της Εταιρίας Σικελικών Γραμμάτων και Τεχνών το 1980, καθώς και το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1989. Λίγους μήνες φύγει από τη ζωή, αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου στο τμήμα Φιλολογίας.

Το ποιητικό του έργο, μπορεί σύμφωνα με το περιεχόμενό του,  να χωριστεί σε τέσσερις περιόδους. Ταλαντεύτηκε  μεταξύ αισιοδοξίας και πεσιμισμού, μεταξύ χαράς και απογοήτευσης.

Το ποίημα του,  “Τα μάτια της Μαργαρίτας”,  ανήκει στη Συλλογή “Το βιβλίο της Μαργαρίτας”, γραμμένο το 1949, που εντάσσεται στην δεύτερη (1939 – 1960) από τις 4 περιόδους και χαρακτηρίζεται από  αισιοδοξία και αγωνιστικότητα.

Διαβάζοντάς τον νιώθεις ότι βρίσκεις τη διέξοδο που έψαχνες και παράλληλα γίνεσαι πιο συνειδητός άνθρωπος. Πρόκειται για έναν άκρως τρυφερό ποιητή που με την εξαίσια ποίησή του που επικεντρώνεται στην αγάπη, προσπαθεί  να κάνει έναν καλύτερο κόσμο. 

Η Μαργαρίτα  -ένα όνομα που παραπέμπει στο ομώνυμο λουλούδι, στο φως και στην ομορφιά της άνοιξης- είναι ένα φανταστικό πρόσωπο που συμβολίζει την αθωότητα, την  ομορφιά και τον ερωτισμό, σκορπίζοντας την αγάπη και το κάλλος  σ’ ολόκληρο τον κόσμο…

Σας παραθέτω κάποια αποσπάσματα από τα αριστουργηματικά ποιήματά του…

Αν σου λείψω μια νύχτα

“Αν σου λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσηςὡς τὸ άλλο πρωί, ὡς τὸ άλλο βράδυ, ὡς τὴν Κυριακή, Ἐδώ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ένα άρρωστο δίπλα, μ᾿ ένα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρω μία πηγή.πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνώ μ᾿ ένα ψωμὶ στὴ μασχάλη.Έχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε, γιατὶ πάντοτεθὰ σου γυρίζω μουσκεμένος Έχω ζεσταμένοστὰ γόνατά σου ένα πουκάμισο κι έχε τὸ νού σουστὴν πόρτα καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστώ, γιατί, δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι άστρι, κάθε φορά, ἀπὸ τὴν άκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου.”

Οἱ μικροὶ γαλαξίες

Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ. Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους. Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται. Ὅμως, ἐσύ, δὲ λόξεψες, βάδισες ἴσα, προχώρησες μὲς ἀπὸ μένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα μου, ὅπως κι ἐγώ: προχώρησα ισα, μὲς ἀπὸ σένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ἕνας μας μέσα στὸν ἄλλο, σὰ νάχαμε φτάσει. Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη λάμψη καὶ κίνηση, σαστίσαμε ἀκίνητοι κάτω ἀπ᾿ τὴ θέα τους – Ἤσουν νερό, κατάκλυσες μέσα μου ὅλες τὶς στέρνες. Ἤσουνα φῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες οἱ φλέβες μου ἔγιναν ἄξαφνα ἕνα δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια, στὸ στῆθος, στὸ μέτωπο. Τ᾿ ἄστρα τὸ βλέπουνε, ὅτι: δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον κατοικοῦμε τὴ γῆ.”

«Καὶ στὸ λευκὸ τριαντάφυλλο βρίσκεις μιὰ ἰδέα σκόνης. Τὸ τέλειο θαῦμα θὰ τὸ βρεῖς μοναχὰ μὲς στὸν ἄνθρωπο: λευκὲς ἐκτάσεις ποὺ ἀκτινοβολοῦν ἀληθινὰ στὸ σύμπαν καὶ ὑπερέχουν. Τὸ πιὸ καθαρὸ πράγμα λοιπὸν τῆς δημιουργίας δὲν εἶναι τὸ λυκόφως, οὔτε ὁ οὐρανὸς ποὺ καθρεφτίζεται μὲς στὸ ποτάμι, οὔτε ὁ ἥλιος πάνω στῆς μηλιᾶς τ᾿ ἄνθη. Εἶναι ἡ ἀγάπη.»

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια νὰ σοῦ στείλω λίγω ψωμί, μαζεύω μὲ τὸ σπασμένο χέρι μου ὅ,τι ἔμεινε ἀπ᾿ τὸν ἥλιο νὰ σοῦ τὸ στείλω νὰ ντυθεῖς. Ἔμαθα πὼς κρυώνεις. Τὴν πράσινή σου φορεσιὰ νὰ τὴν φορέσεις τὴν Λαμπρή! Θὰ τρέξουν μ᾿ ἄνθη τὰ παιδιά.Θὰ βγοῦν τὰ περιστέρια, κ᾿ ἡ μάνα σου μὲ μιὰ ποδιά, πλατιά, γεμάτη ἀγάπη!

Πάρε ὅποιο δρόμο, ὅποια κορφή, ρώτα ὅποιο δένδρο θέλεις Μ᾿ ἀκοῦς; Οἱ δρόμοι ὅλης της γῆς βγαίνουνε στὴν καρδιά μου! Μὴν ξεχαστεῖς κοιτάζοντας τὸ φῶς. Τ᾿ ἀκοῦς;… Νἀρθεῖς! (Από τη συλλογή «Τα θολά ποτάμια»)

«Έχω αφήσει την καρδιά μου στη γη να χτυπάει μονάχη της. (Αυτό είναι άλλωστε η ποίηση) Να μπορούν να την έχουν στις σάκκες τους τα παιδιά, να την μετακινούνε οι ταξιδιώτες. Κ’ οι πικραμένοι που ξέμειναν από ήλιο, ν’ ακούν το φλοίσβο του μέσα της»

Ειρήνη είναι όταν

Σας χωρίζει ένα αδιόρατο χάσμα απ’ τον κόσμο. Σας διέφυγαν πράγματα. Δεν τάχετε όλα καλά λογαριάσει, δεν τάχετε δει, ακούσει όσο πρέπει. Γι’ αυτό και σας φαίνεται τόσο παράξενο, που κλείνω, ανοίγω το παράθυρο κι άλλο δεν σας λέω: «Ειρήνη!»

Ειρήνη, λοιπόν, είναι ο,τι συνέλαβα μες απ’ την έκφραση και μες απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.

Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος. Κι ο ήλιος ψυχή μες στον άνθρωπο.

Σχετικά άρθρα