Οι 5 στιγμές του Παγκόσμιου Μίκη Θεοδωράκη
Τα Ελληνικά σύνορα ήταν ασφυκτικά για μια μουσική ιδιοφυία σαν του Μίκη Θεοδωράκη. Δεν το λέμε εμείς, αλλά οι Beatles, ο Πατσίνο, ο Νερούδα…
Τα Ελληνικά σύνορα ήταν ασφυκτικά για μια μουσική ιδιοφυία σαν του Μίκη Θεοδωράκη. Δεν το λέμε εμείς, αλλά οι Beatles, ο Πατσίνο, ο Νερούδα…

Οι 5 στιγμές του Παγκόσμιου Μίκη Θεοδωράκη

Τα Ελληνικά σύνορα ήταν ασφυκτικά για μια μουσική ιδιοφυία σαν του Μίκη Θεοδωράκη. Δεν το λέμε εμείς, αλλά οι Beatles, ο Πατσίνο, ο Νερούδα…

«Θυμάμαι την πρώτη φορά που άκουσα τη μουσική για το Σέρπικο. Ήταν στο γραφείο του παραγωγού στο Μανχάταν, στον 16ο όροφο που είχαμε θέα τον ορίζοντα, και τότε έπαιξε το σάουντρακ» διηγούταν ο Αλ Πατσίνο στον δημοσιογράφο Γιάννη Μούτσιο, έξι ημέρες μετά τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη. «Με το που έμαθα για τον θάνατό του, αυτή η σκηνή ήρθε στο μυαλό μου» συμπλήρωσε ο κορυφαίος ηθοποιός, προσθέτοντας πως με το που άκουσε τη μουσική αντιλήφθηκε πως, «αυτό ήταν, το έχει, έχει την ταινία, έχει συλλάβει το νόημά της».

Έξι μήνες αργότερα, στις 27 Μαρτίου 2022, τα φώτα στο Dolby Theatre του Λος Άντζελες χαμήλωσαν. Ήταν η στιγμή του «In Memoriam», όταν η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου αποχαιρετά τους ανθρώπους της έβδομης τέχνης που έφυγαν από τη ζωή την προηγούμενη χρονιά.

Ανάμεσα στα πρόσωπα που εμφανίστηκαν στη γιγαντοοθόνη ήταν και ένας Έλληνας: «Mikis Theodorakis – Composer». Δίπλα στη φωτογραφία του, ο Αλ Πατσίνο ως «Frank Serpico» θύμιζε σε εκατομμύρια τηλεθεατές μία μόνο από τις πολλές φορές που η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη είχε ταξιδέψει πολύ μακρύτερα από την Ελλάδα.

«Φυσικά θυμάμαι τον Ζορμπά και τα υπόλοιπα έργα της καριέρας του. Τι τεράστιο δώρο! Θα μας λείψει και θα τον θυμόμαστε» είχε πει ο Πατσίνο στην ίδια συνέντευξη και είχε δίκιο. Ο Μίκης μας λείπει και τον θυμόμαστε. Για αυτό και βουτήξαμε σε πέντε διεθνείς ιστορίες από το παρελθόν του. Γιατί ο Μίκης δεν χωρούσε σε σύνορα και ταμπέλες. Ήταν Παγκόσμιος!

 1. Όταν οι Beatles έπαιζαν Mikis

Ήταν 16 Ιουλίου 1963 όταν οι Beatles περνούσαν το κατώφλι του BBC Paris Theatre του Λονδίνου για να ηχογραφήσουν τραγούδια για την εκπομπή Pop Go The Beatles. Εκείνο ήταν το καλοκαίρι τους, καθώς θα ακολουθούσε η beetlemania από την οποία θα καταλαμβανόταν όλος ο πλανήτης.

Ανάμεσα στα κομμάτια που πρόκειται να παίξουν βρίσκεται και ένα μάλλον απροσδόκητο: το The Honeymoon Song, σε μουσική ενός 37χρονου Έλληνα συνθέτη που άκουγε στο όνομα, Mikis Theodorakis.

Η μελωδία είχε γραφτεί για την ταινία Honeymoon του 1959, σε σκηνοθεσία Μάικλ Πάουελ, και είχε αποκτήσει αγγλικό στίχο από τον William Sansom. Το τραγούδι είχε αρέσει ιδιαίτερα στον Πολ Μακάρτνεϊ.

Το παράδοξο είναι πως αυτή η διασκευή του τραγουδιού ήταν ο προάγγελος της διεθνούς αναγνώρισης του Μίκη, που ήρθε έναν χρόνο αργότερα, με τον Ζορμπά. Έτσι, οι Beatles -ιδιαίτερα ο Μακάρτνεϊ, θα μπορούσαν να καμαρώνουν πως είναι οι πρώτοι που ανακάλυψαν τον Mikis.

Βέβαια, η συγκεκριμένη ηχογράφηση παρέμεινε για δεκαετίες στα αρχεία του BBC, μέχρι τελικά την επίσημη κυκλοφορία της το 1994, με το Live at the BBC.

2. Μαθήματα Χορού: Όταν ο Mikis «έμαθε» συρτάκι στον Anthony

Ένας χορός στην παραλία του Σταυρού στην Κρήτη, έμελλε να κάνει τη μελωδία του Μίκη την πιο αναγνωρίσιμη Ελληνική μέχρι και τις ημέρες μας. Είναι, για τους ξένους, το soundtrack κάθε Έλληνα που συναντούν.

Όλα ξεκινούν το 1964, όταν ο Ο Μιχάλης Κακογιάννης μεταφέρει στον κινηματογράφο τον Βίο και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη. Τον Ζορμπά υποδύεται ο Άντονι Κουίν, δίπλα του βρίσκεται ο Άλαν Μπέιτς και τη μουσική υπογράφει ο Μίκης Θεοδωράκης.

Και τότε γεννιέται ο Χορός του Ζορμπά. Προσοχή, μέχρι τότε δεν υπήρχε στην Ελλάδα το… συρτάκι! Ο Μίκης πήρε έναν αργό παραδοσιακό χασάπικο και στη συνέχεια τον άφησε να επιταχύνει μέχρι να γίνει χασαποσέρβικο. Επιπλέον, βασίστηκε σε μια κρητική μελωδία που κουβαλούσε στη μουσική του μνήμη από τα νιάτα του και κατασκεύασε για τον Ζορμπά έναν καινούργιο χορό. Ο υπόλοιπος κόσμος τον πέρασε για πανάρχαιο ελληνικό.

Αξίζει βέβαια να ειπωθεί πως αυτή η «απελευθέρωση» του Ζορμπά στον χορό είναι σχεδόν όλο το αφήγημα του μυθιστορήματος του Καζαντζάκη: Ο απελευθερωμένος άνθρωπος που καταλαμβάνεται από τον Διόνυσο, σε μια έκρηξη χαράς ή πολύ παραπάνω, ζωής!

Δείτε παρακάτω πως η μελωδία του Μίκη κάνει ακόμη και σήμερα ανθρώπους με κοστούμια και ταγέρ να απελευθερώνονται!

Η ταινία γίνεται παγκόσμια επιτυχία και η μουσική του Θεοδωράκη ξεφεύγει γρήγορα από τα όρια ενός κινηματογραφικού soundtrack. Η επιτυχία της θα φέρει στον συνθέτη και την πρώτη υποψηφιότητα της καριέρας του για Grammy, το 1966.

Στην πραγματικότητα, όμως, συνέβη κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια επιτυχημένη μουσική επένδυση. Η τελευταία σκηνή της ταινίας, με τον Άντονι Κουίν και τον Άλαν Μπέιτς να χορεύουν στην παραλία, δημιούργησε μία από τις ισχυρότερες εικόνες της Ελλάδας. Κάπως έτσι, η μουσική του Μίκη έγινε ο Εθνικός ύμνος της χώρας στη διεθνή ποπ κουλτούρα.

3. Όταν ο… πλανήτης «ενώθηκε» για τον Μίκη

Τρία χρόνια αργότερα, αναγνωρισμένος και αγαπητός παγκοσμίως, ο Μίκης θα δει τις μεγαλύτερες προσωπικότητες να στέκουν στο πλευρό του. Με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, ο Μίκης περνά στην παρανομία και συμμετέχει ενεργά στην αντίσταση κατά της δικτατορίας. Το καθεστώς απαγορεύει τη μουσική του και στις 21 Αυγούστου 1967 τον συλλαμβάνει.

Ακολουθεί η φυλάκισή του, ο εκτοπισμός του στη Ζάτουνα και αργότερα ο εγκλεισμός του στον Ωρωπό. Βέβαια, η Χούντα δεν περίμενε πως θα αντιμετώπιζε ένα διεθνές πρόβλημα με τη σύλληψη του Μίκη Θεοδωράκη.

Απόκομμα από άρθρο των New York Times.

Έτσι, ξεσπά ένα διεθνές κίνημα αλληλεγγύης που απαιτεί την απελευθέρωσή του. Ανάμεσα σε εκείνους που υψώνουν τη φωνή τους βρίσκονται μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας μουσικής και διανόησης: Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, Άρθουρ Μίλερ, Χάρι Μπελαφόντε, Λόρενς Ολίβιε μεταξύ πολλών.

Υπό την αυξανόμενη διεθνή πίεση και έπειτα από παρέμβαση του Γάλλου πολιτικού και δημοσιογράφου Jean-Jacques Servan-Schreiber, η χούντα επιτρέπει τελικά στον Θεοδωράκη να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Έτσι, στις 13 Απριλίου 1970 ο Θεοδωράκης φτάνει στο Παρίσι για να γίνει ένα διεθνές σύμβολο της ελευθερίας και της δημοκρατίας.

4. Canto General: Η «συνάντηση» Νερούδα – Μίκη

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Θεοδωράκης βρίσκεται στη Λατινική Αμερική και έρχεται σε επαφή με το μνημειώδες Canto General του Πάμπλο Νερούδα. Είναι στη Χιλή όταν πρωτοακούει το συγκρότημα Aparcoa να παρουσιάζει τη δική του μουσική προσέγγιση στην ποίηση του Χιλιανού ποιητή. Η εμπειρία γίνεται η έμπνευση για να δημιουργήσει τη δική του εκδοχή του έργου.

Βέβαια, το Canto General δεν είναι ένα έργο απλό, με ένα μόνο επίπεδο. Πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα έργα του Νερούδα, ένα τεράστιο ποιητικό έπος για τη φύση, την ιστορία, τους λαούς, την καταπίεση και τους αγώνες της Λατινικής Αμερικής.

Ο Θεοδωράκης αρχίζει να μελοποιεί επιλεγμένα ποιήματα. Και το 1972 ο ίδιος ο Νερούδα, τότε πρέσβης της Χιλής στο Παρίσι και ήδη κάτοχος του Νόμπελ Λογοτεχνίας, παρακολουθεί μαζί με τη σύζυγό του Ματίλντε Ουρούτια πρόβες του έργου και δείχνει ενθουσιασμένος από το έργο!

Ο Νερούδα μιλά δημοσιώς με εξαιρετικά θερμά λόγια για τη μουσική του Θεοδωράκη και προτείνει μάλιστα να συμπεριληφθούν και άλλα ποιήματα στο έργο. Η συνάντηση των δύο δημιουργών θα είχε, όμως, κάτι μοιραίο:

Καλλιτέχνες με έντονη πολιτική δράση οι δυο τους, αλλά και ακτινοβολία πολύ μεγαλύτερη από τα γεωγραφικά όρια των χωρών τους, συμφωνουν να παρουσιαστεί το έργο στη Χιλή το το 1973. Μόνο που ο σχεδιασμός δεν υλοποιείται ποτέ.

Στις 11 Σεπτεμβρίου ο στρατός ανατρέπει την κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε και η προγραμματισμένη παρουσίαση ματαιώνεται. Δώδεκα ημέρες αργότερα, στις 23 Σεπτεμβρίου, πεθαίνει και ο Πάμπλο Νερούδα.

Παρόλα αυτά, το Canto General συνεχίζει τη διαδρομή του. Η πρώτη παρουσίαση των επτά αρχικών μερών στην τελική τους μορφή γίνεται στο Παρίσι το 1974, ενώ ο Θεοδωράκης θα συνεχίσει να επεξεργάζεται και να διευρύνει το έργο τα επόμενα χρόνια. Θα χρειαστούν τελικά δύο δεκαετίες για να συμβεί αυτό που δεν επέτρεψε το πραξικόπημα. Έτσι, στις 23 Απριλίου 1993, στο Σαντιάγο, το Canto General του Μίκη Θεοδωράκη κάνει την παρθενική του εμφάνιση στη Χιλή.

Στο πόντιουμ βρίσκεται ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος την προηγουμένη έχει επισκεφτεί τον τάφο του ποιητή, στο εξοχικό σπίτι του Νερούδα στην Ίσλα Νέγκρα.

5. Όταν ο Αλ Πατσίνο έγινε Σέρπικο με μουσική Μίκη

Το 1973, ένας 33χρονος ηθοποιός βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του, καθώς έχει πρωταγωνιστήσει σε μια από τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου: Τον Νονό.

Πλέον, ο Αλ Πατσίνο αποφασίζει πως ο ομώνυμος ρόλος στην ταινία Serpico, είναι το σωστό βήμα για την καριέρα του. Η ταινία καταπιάνεται με την πραγματική ιστορία του αστυνομικού της Νέας Υόρκης που συγκρούστηκε με τη διαφθορά μέσα στο ίδιο το Σώμα.

Με σκηνοθέτη τον Σίντνεϊ Λιούμετ και τον Πατσίνο στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο παραγωγός της ταινίας Ντίνο ντε Λαουρέντις βάζει τον πήχη πολύ ψηλά. Όμως ο Λιούμετ, ολοκληρώνοντας το μοντάζ εντοπίζει ένα τεράστιο πρόβλημα. Η ταινία του απαιτεί μουσική, ειδικά σε κάποια επιλεγμένα κομμάτια.

«Το “Σέρπικο” δεν θα έπρεπε να έχει μουσική, αλλά στο τέλος προσέθεσα 14 λεπτά σε στρατηγικά σημεία για να προστατέψω την ταινία και εμένα τον ίδιο» εξηγούσε χρόνια αργότερα ο σκηνοθέτης, ο οποίος διηγήθηκε πως έπεισε τον Θεοδωράκη να βάλει τη μουσική του στην ταινία.

«Ευτυχώς, είχα διαβάσει στις εφημερίδες για την αποφυλάκιση του Μίκη Θεοδωράκη, του σπουδαίου αυτού Έλληνα συνθέτη -μόλις είχε βγει από τη φυλακή.

Ήξερα ότι εκείνα τα χρόνια οι αριστεροί στην Ελλάδα βρίσκονταν υπό διωγμό από το ακροδεξιό καθεστώς της χούντας. Δεν είχα άλλη επιλογή: αμέσως έτρεξα στο Παρίσι να τον βρω» λέει ο Λιούμετ στο Making Movies.

Ο Θεοδωράκης, που όπως είδαμε βρισκόταν στη Γαλλία ήδη από το 1970, σχεδίαζε μια μεγάλη περιοδεία στις ΗΠΑ, εκείνη την εποχή. Ο Λιούμετ τον βρήκε και παρακολούθησαν μαζί το «rough cut» (το πρώτο μοντάζ της ταινίας) του «Σέρπικο».

Στο τέλος της προβολής, ο Θεοδωράκης συμφώνησε με τον Λιούμετ: «Η ταινία είναι… υπέροχη, αλλά δεν της χρειάζεται η μουσική -δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτήν!», ήταν η «διάγνωση» του Μίκη. Όμως ο Λιούμετ είχε άλλη γνώμη και επέμεινε:

«Μίκη μου, σε παρακαλώ, σκέψου τη θέση μου! Ο Ντίνο θα ξετρελαθεί αν ένας συνθέτης του δικού σου βεληνεκούς βάλει την υπογραφή του στο σάουντρακ και τότε ίσως μπορέσουμε να τη “γλιτώσουμε” με ένα μίνιμουμ μουσικής περίπου δέκα λεπτών».

Τότε, ο Μίκης έβγαλε μια κασέτα από την τσέπη του και τον ρώτησε:

«Πριν από κάποια χρόνια έγραψα αυτό το χαριτωμένο τραγουδάκι*. Πιστεύεις ότι θα μπορούσα να ζητήσω -ξέρω ‘γώ… -75.000 δολάρια για αυτό;».

Όπως καταλαβαίνουμε όλοι, ο Μίκης πήρε τα χρήματα και ο Λιούμετ τη μουσική του.

Το Serpico γίνεται μία από τις χαρακτηριστικές αμερικανικές ταινίες της δεκαετίας του ’70 και το soundtrack θα χαρίσει στον Θεοδωράκη, το 1975, τη δεύτερη υποψηφιότητα της καριέρας του για Grammy.

Ο Μίκης που δεν χωρούσε στην Ελλάδα

Οι πέντε αυτές ιστορίες φανερώνουν το τεράστιο εκτόπισμα του Μίκη Θεοδωράκη στα παγκόσμια πολιτιστικά δρώμενα. Ένας γίγαντας κυριολεκτικά (1,95 μ.) και μεταφορικά των καιρών του, που μοιράστηκε με όλο τον πλανήτη μελωδίες που τον συντροφεύουν επί δεκαετίες.

Έτσι, το «παγκόσμιος», για εκείνο το παιδί που γεννήθηκε στη Χίο και έμελλε να ζήσει περισσότερο από εννιά ζωές, δεν είναι μια μεταθανάτια, κλισέ υπερβολή. Απλώς ένας παράδοξος γεωγραφικός προσδιορισμός του όγκου του!

*Πρόκειται για το τραγούδι «Δρόμοι παλιοί» σε στίχους του Μανώλη Αναγνωστάκη.

Σχετικά άρθρα