Babycakes Romero, ο Banksy της φωτογραφίας
Πίσω από το alter ego του, κρύβεται η αλήθεια της άνισης κοινωνικής διαστρωμάτωσης της βρετανικής πρωτεύουσας, αλλά και η γοητευτική αντιφατικότητά της.
Οι εικόνες του Babycakes Romero συνομιλούν με παραβατικούς, απόκληρους, εκκωφαντικά αλλόκοτους και με ό,τι κουβαλάει «την αύρα του αφύσικου», όπως ο ίδιος δηλώνει.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λονδίνο, όπου και εξακολουθεί να ζει. «Βρίσκομαι σε μόνιμη κατάσταση συγκίνησης από το Λονδίνο» δηλώνει. «Είναι σίγουρα μία από τις πιο διεγερτικές πόλεις στον πλανήτη. Συνεχώς εξελίσσεται, αναπτύσσεται και γαργαλάει το μεγαλύτερο μέρος της έμπνευσης μου. Από την άλλη, βέβαια, μιλάμε για μια αρκετά σκληρή πόλη και οι κάτοικοί της πρέπει να είναι δυνατοί για να επιβιώσουν στον -συχνά- αδυσώπητο ρυθμό της, αλλά ποτέ δεν είναι ποτέ βαρετή». Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο κολέγιο και είναι αυτοδίδακτος φωτογράφος με πειραματισμό πάνω στο τεχνικό μέρος του θέματος. «Ό,τι κάνω, πάντα με το ένστικτο το κάνω».
Δώστε μου τον δικό σας ορισμό για τη φωτογραφία του δρόμου. Η φωτογραφία του δρόμου είναι το αντίθετο του στημένου. Καμία πόζα, καμία προετοιμασία. Μια τυχαία στιγμή που δείχνει την πραγματική ζωή και που μπορεί να ληφθεί οπουδήποτε. Η φωτογραφία του δρόμου πρέπει πάντα να είναι ειλικρινής και με διάθεση παρατήρησης, να τεκμηριώνει την πραγματικότητα του κόσμου γύρω μας.
Με ποιο τρόπο δουλεύετε; Έχετε κάνει κάποια έρευνα πριν; Λατρεύω την ελευθερία και την απλότητα. Ποτέ δεν κάνω σχέδια για μια λήψη, αλλά ποτέ δεν εγκαταλείπω το σπίτι χωρίς τη φωτογραφική μου μηχανή. Ευτυχώς ζω στο Λονδίνο και υπάρχει πάντα κάτι που να αξίζει να αποτυπωθεί με κάποιο τρόπο. Ωστόσο, δεν εξαναγκάζω κάποια κατάσταση, απλά περιμένω μέχρι να δω κάτι, να αισθανθώ την αύρα του αφύσικου. Καθώς το μυαλό μου παρατηρεί μια ανωμαλία ή κάτι ή κάποιον που ξεχωρίζει, κινούμαι όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και κατά προτίμηση χωρίς να γίνω αντιληπτός. Ο δρόμος είναι ιδανικός για κάτι τέτοιο. Είναι το σημείο όπου συγκλίνουν όλες οι ζωές.
Πότε ξεκινήσατε να φωτογραφίζετε τον κόσμο στο δρόμο; Περίπου πριν από δέκα χρόνια. Ήταν η εμφάνιση της ψηφιακής φωτογραφίας που άλλαξε τα πάντα για μένα. Προηγουμένως η φωτογραφία ήταν μια αρκετά δαπανηρή επιχείρηση. Η πρώτη μου μηχανή ήταν μία Panasonic Lumix LX1. Ήταν αρκετά μικρή ώστε να χωράει στην τσέπη μου και η ποιότητα ήταν εξαιρετική. Ξεκίνησα να την κουβαλάω μαζί μου σε ειδικές περιπτώσεις και στη συνέχεια άρχισα να την έχω πάντα πάνω μου. Κάτι που δεν σταμάτησε ποτέ από τότε. Το μόνο μου πραγματικό κίνητρο είναι να συλλάβω μια γεύση από αυτό που αντικρίζω κάθε μέρα. Θέλω να δείξω τον κόσμο που βλέπω μπροστά μου και όχι αυτόν που θέλουν να παρουσιάσουν. Θέλω οι άνθρωποι να είναι σε θέση να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα, αντί να αναγκάζονται να αναμασάνε μια «παγκόσμια» καλοστημένη άποψη.
Πιστεύετε ότι ο φωτογράφος είναι μιας μορφής κοινωνιολόγος; Ναι , σίγουρα. Και ένας ανθρωπολόγος επίσης. Γοητεύομαι από κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά και έχω αφιερώσει τη ζωή μου στο να προσπαθώ να καταλάβω τι κινεί τους ανθρώπους και πώς διαμορφώνεται ο κόσμος γύρω μας. Οι άνθρωποι αντιδρούν στις φωτογραφίες όταν αποκαλύπτουν πράγματα που έχουν συχνά ήδη δει, αλλά ίσως ασυνείδητα να τα έχουν προσπεράσει. Η εικόνα πυροδοτεί τη δική τους αδράνεια και ένας ενωτικός ιστός μοιάζει να υφαίνεται. Όλοι ζούμε τη ζωή μας μέσα από την ξεχωριστή μας ύπαρξη, βλέπουμε τα πράγματα μέσα από τη δική μας σκοπιά, δεν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα. Έτσι, ώστε όταν βρεθεί η τέχνη, που θα συνδέσει αυτό που πιθανόν αισθανόμαστε με αυτό που παρατηρούν οι άλλοι σε μας, μπορεί να νιώσουμε λιγότερο μόνοι.
Γιατί γοητεύεστε από τους καθημερινούς ανθρώπους;
Δεν υπάρχει καμία απόλαυση στη κατασκευασμένη φωτογραφία. Έχω κάνει φωτογραφήσεις με ηθοποιούς και μοντέλα, αλλά πραγματικά μόνο ως χάρη. Όταν ένα άτομο έχει επίγνωση της κάμερας που είναι στραμμένη πάνω του, κλείνεται σε μια ασφαλή εικόνα, προστατεύει το πραγματικό πρόσωπο μέσα του. Υπάρχει ματαιοδοξία και έλλειψη ειλικρίνειας στην προκάτ λήψη. Και οι πραγματικοί άνθρωποι «χαλάνε» από τη στιγμή που έχουν επίγνωση ότι κάποιος τους φωτογραφίζει. Η αύξηση των αυτοπορτρέτων στο facebook θέτει τη φωτογραφία στη βάση της καθοριστικής απεικόνισης της γενιάς μας, μόνο που δεν μιλάμε για αληθινές στιγμές. Όλα αυτά τα παγωμένα χαμόγελα δεν τα τράβηξε κάποιος με τη φωτογραφική του μηχανή. Είναι προσχεδιασμένα να δείξουν στον κόσμο πόσο καλά περνάνε οι αυτοφωτογραφιζόμενοι, είναι χτισμένα σε ένα ψεύδος.
Τι σας τραβάει στην εικόνα κάποιου για να τον φωτογραφίσετε;
Ποτέ δεν ψάχνω για κάτι συγκεκριμένο, αν και κυρίως ελκύομαι από τους εκφραστικούς ανθρώπους, αυτούς που η εικόνα τους έχει να πει μια ιστορία, δεν με αφορούν οι ήπιοι. Υπάρχει τόση πολλή έμφαση στην ομορφιά μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη διαφήμιση που καταντάει βαρετό. Όλα γυαλίζουν, όλα μοιάζουν τόσο όμοια. Τα μάτια μου βλέπουν τα πάντα αλλά ο εγκέφαλός μου καταγράφει μόνο ό,τι διαφέρει για οποιοδήποτε λόγο.
Έχετε κάποια αστεία ιστορία να διηθείτε κατά τη διάρκεια των φωτογραφήσεων στους δρόμους; Χμμ, δεν έχω πολλές αστείες ιστορίες από το δρόμο. Μια φορά στο Βερολίνο, είδα έναν άνθρωπο με το ποδήλατο του και πέντε ή έξι παπαγάλους να κάθονται χαρούμενοι πάνω στο τιμόνι. Όλοι μαζί πήγαιναν μια ωραία βόλτα. Όπως έτρεξα για να τον ακολουθήσω, στην προσπάθειά μου να τον φωτογραφήσω, σχεδόν έπεσα σε ένα φρεάτιο. Δεν τον φωτογράφησα τελικά.
Πρόσεξα ότι εστιάζετε πολλές φορές στους μετανάστες. Υπάρχει κάποιο μήνυμα πίσω από αυτό; Το Λονδίνο είναι μία από τις πιο πολυπολιτισμικές πόλεις στη γη. Υπάρχει αφθονία όλων των εθνοτήτων από όλες τις χώρες του πλανήτη, από όλες τις ηπείρους. Απλώς προσπαθώ να αντανακλώ ό,τι βλέπω. Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος σκοπός. Οι μετανάστες είναι ένα τεράστιο τμήμα του πληθυσμού του Λονδίνου. Άποψή μου είναι ότι όποιος ζει στο Λονδίνο είναι Λονδρέζος. Δεν με νοιάζει από πού είσαι. Το Λονδίνο είναι πραγματικά ένα λαμπρό παράδειγμα του τρόπου που η πολυπολιτισμικότητα μπορεί να λειτουργήσει. Είναι ένα μοντέλο εργασίας. Αν κάποιος έχει πρόβλημα με τους μετανάστες, τότε το Λονδίνο δεν είναι σίγουρα το μέρος για να ζήσει.
Πριν μερικούς μήνες διάβασα μια δήλωση του Δημάρχου του Λονδίνου, η οποία έλεγε ότι η κοινωνική ανισότητα μεταξύ των γηγενών και των μεταναστών οφείλεται στο χαμηλότερο IQ των δεύτερων. Ποια είναι η γνώμη σας για αυτό; Αν αυτό είναι το συμπέρασμά του, τότε πιθανότατα ο ίδιος να έχει χαμηλό δείκτη νοημοσύνης. Η τεράστια ανισότητα υπάρχει λόγω της ανισότητας στην κατανομή του πλούτου. Δεν έχει να κάνει με τη φυλή. Έκανα μια σειρά από ταινίες μικρού μήκους σε σχέση με ένα βιβλίο που ονομάζεται «The Spirit Level» των Richard Wilkinson και Kate Pickett, στο οποίο αναφέρεται λεπτομερώς τι ακριβώς προκαλεί την ανισότητα και ποιες είναι οι επιπτώσεις που έχει αυτό στην κοινωνία. Η μετανάστευση δεν είναι φυσικά ένας απορυθμιστικός παράγοντας. Το Λονδίνο αποτελεί σημείο έλξης για τον παγκόσμιο οικονομικό κόσμο, μεταξύ των οποίων και οι σούπερ πλούσιοι του πλανήτη. Αυτό, με τη σειρά του, δημιουργεί μια κοινωνία βαθμίδων, με αποτέλεσμα οι τιμές των ακινήτων να έχουν φτάσει σε τόσο δυσθεώρητα ύψη, που ούτε οι γνήσιοι Λονδρέζοι δεν μπορούν πλέον να αντέξουν. Κατά συνέπεια, το χάσμα μεταξύ του 1% και των υπολοίπων αυξάνεται μονίμως. Από ότι φαίνεται τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων για την ώρα, δυστυχώς.
Ταξιδεύετε πολύ και σε όλο τον πλανήτη. Ποια είναι η πόλη που σας μάγεψε περισσότερο; Πρόσφατα βρέθηκα στο Βερολίνο, είναι μια πόλη που αγαπώ απόλυτα. Η μετακίνηση είναι πολύ εύκολη και ο κόσμος μοιάζει ελεύθερος. Υπάρχει πολύ μικρή αστυνομική παρουσία, αλλά αισθάνεται κανείς σαν να βρίσκεται σε ένα από τα ασφαλέστερα μέρη του κόσμου. Το Βερολίνο είναι μια πόλη που γιορτάζει την ελευθερία, επειδή γεννήθηκε από την καταπίεση και μάχεται οτιδήποτε περιοριστικό. Αυτή η δωρεάν-για-όλα στάση αποτελεί για μένα έμπνευση. Επίσης, η πολλή ισχυρή νομοθεσία διατηρεί τον έλεγχο των ενοικίων, με αποτέλεσμα την προσέλκυση νεολαίας και καλλιτεχνών, πράγμα που δίνει ξεχωριστή ταυτότητα στην πόλη. Ήμουν στη Νέα Υόρκη πριν και σοκαρίστηκα διαπιστώνοντας πόσο βαρετή πόλη έχει γίνει, ειδικά το Μανχάταν. Γεμάτο πλούσιους, κυρίως λευκούς ανθρώπους, αφού φαινομενικά είναι οι μόνοι που μπορούν να αντέξουν οικονομικά να ζουν εκεί. Ένιωσα σαν να έχει χάσει πραγματικά τον παλμό της και την καρδιά της αυτή η πόλη. Ήταν όντως συναρπαστική στα 80s και στα 90s, αλλά ό,τι συνέβαλε σε αυτό, εκδιώχθηκε. Μέχρι και τη νύχτα της έχασε. Η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, πλέον πηγαίνει για ύπνο. Και αυτό επίσης είναι αποτέλεσμα των τιμών των ακινήτων, οι οποίες εκτινάχθηκαν στα ύψη. Νομίζω ότι οι πόλεις πρέπει να καταλάβουν ότι η ιδιοκτησία δεν είναι ένα απλό εμπόρευμα, αλλά οι χώροι που στεγάζουν τις κοινότητες. Οι άνθρωποι είναι η ψυχή της πόλης. Μια απλή συλλογή κτιρίων δεν αποτελεί πόλη.