Με κάθε αντίο μαθαίνεις κι ας νομίζεις το αντίθετο
«Δύσκολο πράγμα ο αποχαιρετισμός… Ο κάθε λογής αποχαιρετισμός», αναλογίστηκα παρακολουθώντας την παράσταση «Ο Κύριος του Τζακ» της ομάδας Terre de Semis στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Της Χριστίνας Φαραζή
Παρασκευή βράδυ, κατηφόρισα στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου για να παρακολουθήσω την παράσταση «Ο Κύριος του Τζακ» της ομάδας Terre de Semis. Μία θεατροποίηση του ομώνυμου διηγήματος του 1948 του Γιάννη Σκαρίμπα, που πραγματεύεται την απατηλή όψη των πραγμάτων, τον αμφιβόλου ταυτότητας ερωτισμό, τον πειρασμό, την εξαπάτηση και τον αποχαιρετισμό.

Δύο ημέρες πριν, την Τετάρτη, χαζεύοντας στο Facebook έπεσα τυχαία πάνω στο αγαπημένο ποίημα «Μαθαίνεις» («You Learn») του Χόρχε Λουίς Μπόρχες για τα αμέτρητα «αντίο» που θα μας πουν ή θα πούμε στη ζωή μας κι από τα οποία πάντα κάτι θα μαθαίνουμε. Θα γινόμαστε λίγο πιο δυνατοί και λίγο πιο αποφασισμένοι για τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας. Κι ας νομίζουμε το αντίθετο…
«Μετά από λίγο μαθαίνεις την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι και να αλυσοδένεις μια ψυχή
και μαθαίνεις πως αγάπη δεν σημαίνει στηρίζομαι
και συντροφικότητα δεν σημαίνει ασφάλεια.
Και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
και πως τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα.
Με τη χάρη μιας γυναίκας κι όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο σήμερα,
γιατί το έδαφος του αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι, φτιάχνεις τον κήπο σου και διακοσμείς εσύ την ψυχή σου
αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια.
Και μαθαίνεις ότι πράγματι μπορείς να αντέξεις
και ότι αλήθεια είσαι δυνατός
και ότι αλήθεια αξίζεις
Και μαθαίνεις και μαθαίνεις…
Με κάθε αντίο μαθαίνεις».
Αυτά τα λόγια του σπουδαίου Αργεντινού συγγραφέα και ποιητή «στροβίλιζαν» στο μυαλό μου, καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης των Άρη Λάσκου, Ειρήνης Μπούνταλη και Ειρήνης Φαναριώτη.

Σε ένα λιτό σκηνικό, με τρεις μόνο καρέκλες και φόντο τον ουρανό, οι τρεις ηθοποιοί σε απόλυτη αρμονία, σαν να είναι μία φωνή κι ένα σώμα, μας «ξενάγησαν» στο δύσκολο, γλωσσικό μεγαλείο του Σκαρίμπα, που βρίθει από λέξεις – αργκό, λέξεις που έχει πλάσει ο ίδιος ο συγγραφέας, ιδιωματισμούς, ηθελημένα λάθη που δημιουργούν αμφισημίες, αλλά κυρίως από συναισθήματα που «γεννά» η έκρυθμη συμπεριφορά της γλώσσας του.
Χρησιμοποιώντας το αγαπημένο τέχνασμα του συγγραφέα, την μεταμφίεση –η Μπούνταλη και η Φαναριώτη ήταν ντυμένες άνδρες-, μας αφηγήθηκαν όχι μία ιστορία για έναν ομόφυλο έρωτα, μιας και δεν ήταν ξεκάθαρο αν πρόκειται για έναν τέτοιο, αλλά μία ιστορία για τον έρωτα που δεν έχει όρια και δεν έχει φύλο, αλλά κυρίως για τον αποχαιρετισμό.

Ένας καθημερινός άνδρας ζει στο λιμάνι της Χαλκίδας. Έχει γνωρίσει και έχει δεθεί με πολλούς ανθρώπους στη μέχρι τώρα ζωή του, τους οποίους έχει δει να φεύγουν από την αγκαλιά του και να τον αφήνουν μόνο. Έχει φάει τα μούτρα του, αλλά μυαλό δεν βάζει. Ή έτσι νομίζει…
Το συναίσθημα αυτό του αποχωρισμού και της μοναξιάς θα βιώσει για ακόμη μία φορά, όταν στην ταβέρνα του Πάτα θα γνωρίσει ένα λοστρόμο που εργάζεται στο κότερο «Τζούλια Δεπάνου» που έχει αράξει προσωρινά στο λιμάνι.
«Εκείνο το βράδυ ήταν όλα σιωπηλά κι όλα ωραία. Πού ήταν κρυμμένη η χαρά; Μα ήταν μια τρέλλα να τον ξανάβρω εκεί πάλι, εκεί στο ταβερνάκι του Πάτα, σαν κανάν άγγελο καθιστόν στη γωνία του, με μπροστά του το κατοσταράκι κρασί!».
Μεταξύ τους θα δημιουργηθεί μια δυνατή φιλία, που θα αγγίξει τα όρια της αγάπης και θα φτάσει μέχρι το σημείο του έρωτα, για να καταλήξει τελικά σε ένα ακόμη «αντίο» για εκείνον. Ο λοστρόμος θα φύγει ξαφνικά μακριά του και η καρδιά του θα γεμίσει ζήλεια, θυμό, θλίψη, απογοήτευση, απελπισία. Για πολλοστή φορά, θα νιώσει προδομένος και θα περάσει από όλα τα στάδια του αποχωρισμού, θα πενθήσει την απώλεια, μόνο και μόνο για να παραδεχθεί στο τέλος και να αποδεχθεί την κατάστασή του… Τη μοναξιά του. Είναι και πάλι μόνος, έχοντας αποχωριστεί κάποιον που αγάπησε… αλλά θα τα καταφέρει.

«Δύσκολο πράγμα ο αποχαιρετισμός. Ο κάθε λογής αποχαιρετισμός… Είτε αυτός αφορά έναν έρωτα, μία σχέση ζωής, φιλική ή ερωτική, το αγαπημένο μας κατοικίδιο, τη δουλειά που χάσαμε, είτε πρόσωπα που βρίσκονται πια στον ουρανό και πρέπει να συνηθίσουμε στην απουσία τους. Το κάθε αντίο είναι κι ένας μικρός θάνατος…», αναλογίστηκα, βλέποντας τους ηθοποιούς να υποκλίνονται εμπρός μας, καταχειροκροτούμενοι.
Λίγα λεπτά μετά, ανηφορίζοντας τις σκάλες και με τη βροχή να με λούζει σκέφτηκα ότι ίσως το κάθε αντίο να αποτελεί ταυτοχρόνως και μία μικρή ανάσταση. Μία ευκαιρία να μάθουμε λίγο καλύτερα τον εαυτό μας και τις αντιδράσεις μας. Να κάνουμε ένα βήμα ακόμη για να ανακαλύψουμε τι κρύβεται εντός μας και να συνεχίσουμε να πορευόμαστε περισσότερο δυνατοί και λιγότερο φοβισμένοι. Κι ας μην το πιστεύουμε αρχικά μες στη θλίψη και την απογοήτευσή μας. Κι ας επαναλαμβάνουμε αργότερα τα ίδια λάθη, όπως έκανε κι ο ήρωας του Σκαρίμπα. Ο λοστρόμος δεν ήταν ο πρώτος άνδρας που αγάπησε, που του εμπιστεύτηκε την καρδιά του, αλλά εκείνος τον εγκατέλειψε. Ίσως, δεν θα είναι ούτε κι ο τελευταίος. Ε και; Τι έγινε; Έφαγε ξανά τα μούτρα του, αλλά τουλάχιστον δεν φοβήθηκε να ζήσει, να κάνει λάθη και να του πουν για ακόμη μία φορά «αντίο». Να δεχτεί την ήττα του, αφού θρηνήσει, με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα και να προχωρήσει. Γιατί μπορεί στην επόμενη αποβάθρα του λιμανιού να τον περιμένει κάτι καλύτερο και μπορεί η στιγμή αυτή να είναι τελικά η δική του. Αυτή, που τόσο λαχταρούσε.
Αυτός ο άνθρωπος σίγουρα μαθαίνει και μαθαίνει… Όσο ζει θα μαθαίνει κι ας νομίζει το αντίθετο.