Just The Two Of Us, η περίεργη συναστρία των χαρούμενων celebrities
Όταν η παγιέτα βαραίνει περισσότερο από το ταλέντο και το glam γίνεται κοινωνικό πείραμα.
Υπάρχουν τηλεοπτικά προγράμματα που βλέπεις και λες, εντάξει, δεν είναι για μένα. Υπάρχουν κι εκείνα που λες, οκ, ένοχη απόλαυση. Και υπάρχει και το Just the Two Of Us. Ένα format που προσπαθεί να σε πείσει ότι είναι glamorous υπερπαραγωγή, ενώ στην πραγματικότητα μοιάζει με reunion σελέμπριτι που αναζητούν μια θέση στη δημοσιότητα αλλά δεν τους νοιάζει αν τους δοθεί καρέκλα ή χαρτόνι σε πεζούλι. Κάτι σαν «όπου φως και κάμερα, κι εμείς μέσα», ανεξαρτήτως αν το φως είναι έξυπνη λάμπα από διαφήμιση τελεμάρκετινγκ.
Το concept το ξέρουμε: ένας διάσημος που τραγουδάει μόνο στο μπάνιο του και ένας επαγγελματίας τραγουδιστής κάνουν ντουέτο. Καλή ιδέα θεωρητικά και θα μπορούσε να λειτουργήσει, αλλά εδώ εκτελείται με όρους που ακόμα και η τηλεόραση των 90s, με την αυθεντική τρασίλα της, θα κοιτούσε με μισό μάτι. Εκεί τουλάχιστον υπήρχε μια αθωότητα, εδώ υπάρχει ένα φίλτρο bold glamour πάνω από την αμηχανία.
Ας το πάρουμε από την αρχή.
H θαμπωμένη λάμψη
Το J2US θέλει να σε πείσει ότι βλέπεις λάμψη. Φώτα και σκηνικά που ουρλιάζουν «υπερπαραγωγή». Μόνο που όλο αυτό θυμίζει περισσότερο πανηγύρι με μικρό budget παρά σόου. Οι παρουσιαστές υπερβάλλουν, οι παίκτες πασχίζουν να δείξουν άνετοι και εσύ από τον καναπέ σκέφτεσαι: «πρέπει να γελάσω ή να ανησυχήσω;». Ασφαλώς πρέπει να ανησυχήσεις που το βλέπεις και να το πεις στον ψυχολόγο σου για να ανακαλύψεις τι έχει πάει στραβά στη ζωή σου και γιατί βλέπεις ένα τηλεοπτικό προϊόν όπου το glam είναι σαν ψεύτικη βλεφαρίδα που ξεκολλάει στη μέση της βραδιάς. Θέλει να είναι εντυπωσιακό, αλλά τελικά σε κάνει να κοιτάς επίμονα το λάθος σημείο.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η παρέλαση των σελέμπριτι
Αν κάνεις μια σούμα τα ονόματα που παρελαύνουν από το πλατό, θα δεις ότι καλύπτουν σχεδόν όλη την κλίμακα της ελληνικής διασημότητας. Από πρόσωπα με γεμάτο τηλεοπτικό βιογραφικό μέχρι ριάλιτι απόφοιτους και influencers, η γκάμα είναι τόσο μεγάλη που σχεδόν κριντζάρεις. Γιατί, εντάξει, ο απόφοιτος ριάλιτι λες θα πάει παντού, αλλά ένας δημοσιογράφος, ένας φωτογράφος ή τέλος πάντων ένας επαγγελματίας που μέχρι χθες όριζε τη δημόσια εικόνα του με διαφορετικούς όρους, πώς έφτασε να είναι στο σόου του Νίκου Κοκλώνη; Έχει τόση ανάγκη να βρεθεί μπροστά σε μια κάμερα; Και τι ακριβώς θέλει να επικοινωνήσει με την τηλεοπτική επιλογή του, να είναι διαγωνιζόμενος εκεί; Θέλει να μας πει ότι δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά ή ότι απλώς θέλει διακαώς να μας υπενθυμίσει την ύπαρξη του; Κάπου εδώ η έννοια της «δημόσιας εικόνας» γίνεται λάστιχο. Τεντώνεται, στραβώνει και στο τέλος αναρωτιέσαι αν όλο αυτό είναι rebranding ή απλώς ένα μεγάλο τηλεοπτικό «γιατί όχι;». Το «γιατί ναι;» είναι η δική μας απορία.
Το τραγούδι ή αλλιώς ο διαγωνισμός του «ποιος θα το πει χειρότερα»
Στο Just the Two Of Us δεν παρακολουθείς απλώς ντουέτα, παρακολουθείς έναν άτυπο διαγωνισμό αντοχής. Όχι των παικτών, τη δική σου αντοχή βάζεις σε δοκιμασία. Γιατί κάπου ανάμεσα στις παγιέτες και στα φιλόδοξα χαμόγελα, έχεις την αίσθηση ότι το concept γλιστράει επικίνδυνα προς ένα σουρεαλιστικό challenge για το ποιος θα το πει χειρότερα. Πράγμα που θα ήταν καταπληκτικό και ανατρεπτικό, αν όντως γινόταν. Αν δηλαδή αυτός ήταν ο στόχος του σόου, να βρει εκείνον τον παίκτη που θα καταφέρει να μετατρέψει μια μελωδία σε υπαρξιακή εμπειρία για τον τηλεθεατή, θα μιλούσαμε για το ριάλιτι που έφερε τα πάνω-κάτω στο τηλεοπτικό τοπίο και θα ορίζαμε τον Νίκο Κοκλώνη ως τον Μεσσία μιας τηλεοπτικής Ανάστασης. Εμείς, ας πούμε, ένα βραβείο ερμηνείας θα το δίναμε στον Gio Kay που τραγούδησε, όπως τον τραγούδησε, Στέλιο Καζαντζίδη. Αν υπήρχε κατηγορία «η πιο θαρραλέα απόπειρα», θα την κέρδιζε με διαφορά.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η επιτροπή της απορίας
Και φτάνουμε στην κριτική επιτροπή και ένα πράγμα σκέφτομαι ξανά και ξανά βλέποντας τους: πώς πείστηκαν; Πώς δέχτηκαν καταξιωμένοι καλλιτέχνες, άνθρωποι με πορεία και εμπειρία, να βαθμολογούν με σοβαρό ύφος εμφανίσεις που ισορροπούν ανάμεσα στο καλτ και το τρας; Η Ελένη Δήμου πώς στο καλό βρέθηκε μπροστά μας να κρίνει την Έφη Θώδη και τον Gio Kay να τραγουδάει Καζαντζίδη; Και γιατί μιλάει για σεβασμό που ένας Gio Kay εκτέλεσε τον Καζαντζίδη, ενώ και η ίδια βρίσκεται σ’ ένα πλατό όπου τέτοιου τύπου εκτελέσεις δίνουν τον τόνο και την ατμόσφαιρα. Η αντίφαση είναι σουρεαλιστική και ο κοινωνιολόγος του μέλλοντος μπορεί να γράψει δοκίμιο πάνω της. Είναι σαν να βλέπεις επιτροπή υψηλής γαστρονομίας να βαθμολογεί τοστ με γκούντα με τη θέληση της.
Το καλτ που δεν τολμά να το παραδεχτεί
Να πούμε ότι η τηλεόραση αυτού του τύπου είναι η επιτομή της ρηχότητας; Όχι, εδώ δεν θα πούμε κοινοτοπίες, αυτά τα έχουν πει εκατομμύρια φορές. Εκείνο που θα λέγαμε είναι ότι αν το J2US αγκάλιαζε πλήρως τον αληθινό εαυτό του, ίσως να είχε άλλη γοητεία. Αν έλεγε «αυτό είμαστε, το ξέρουμε και το απολαμβάνουμε», αν δεν ντυνόταν με τον μανδύα πρεστίζ σόου αλλά με τον μανδύα σόου για τα πανηγύρια και αν δεν προσπαθούσε να κρίνει σοβαρά το περιεχόμενο του αντιθέτως το τρόλαρε, θα του βάζαμε δέκα. Γιατί το πλέον ενοχλητικό αυτό είναι. Ότι βλέπεις το μείον δέκα να αυτό-πλασάρεται σαν άριστα. Φυσικά, δεν είναι κακό συνήθειο μόνο του J2US αυτό, η μισή ελληνική τηλεόραση πλασάρεται έτσι, με υπεραξία που την δίνει μόνη της στον εαυτό της.
Το τελικό συμπέρασμα
Το J2US είναι το τηλεοπτικό γκλίτερ που δεν φεύγει εύκολα. Κολλάει πάνω σου, αλλά δεν ξέρεις αν πρέπει να χαρείς ή να κάνεις μπάνιο. Είναι η απόδειξη ότι η εγχώρια μικρή οθόνη αγαπά τη φόρμα περισσότερο από το περιεχόμενο. Και ότι πολλοί διάσημοι πιστεύουν πως η αναγνωρισιμότητα ανεβαίνει απλώς με τη συμμετοχή, ακόμα κι αν το αποτέλεσμα αξίζει βραβείο τρασίλας. Το οποίο, αν δινόταν, δεν θα ήταν για για να τιμωρήσει, αλλά για να απελευθερώσει. Για να πει: «Κάνε το coming out επιτέλους. Δεν είσαι υπέρλαμπρο σόου, είσαι η παρακμή η ίδια».