Η γυναίκα που άνοιγε τα πόδια της

Η γυναίκα που άνοιγε τα πόδια της

Πώς ένα εξώφυλλο του ΚΛΙΚ με επηρέασε στην 90s εφηβεία μου.

Θυμάμαι εκείνο το εξώφυλλο σαν κάτι που δεν είδα ποτέ πραγματικά με τα μάτια, αλλά μου χαράχτηκε κατευθείαν κάτω από το δέρμα, στη θέση που φυλάσσονται οι πρώτες ντροπές. Ήμουν προέφηβη, τότε που το σώμα σε προδίδει και σε εκθέτει πριν καν μάθεις πώς να το κατοικήσεις. Τότε που μια εικόνα, μια στάση, μια απουσία ρούχου, μπορούν να σου διαλύσουν και να σου ξαναστήσουν από την αρχή τη γεωμετρία της αυτοεικόνας σου.

Το βρήκα σ’ ένα τραπέζι του σπιτιού, που σχεδόν ποτέ δεν είχε πάνω του κάτι ενδιαφέρον, μόνο λογαριασμούς και ψιλά. Ένα τεύχος του ΚΛΙΚ. Όχι δικό μου, όχι για μένα, όχι κάτι που κανονικά θα έπρεπε να βρεθεί στα χέρια ενός κοριτσιού που ακόμα χαμήλωνε τα μάτια μπροστά στη λέξη «σώμα». Κάποιος μεγαλύτερος το είχε αφήσει εκεί και κάποιος μεγαλύτερος επίσης είχε ξεχάσει να το απομακρύνει. Έτσι κάνει καμιά φορά η ζωή, πετάει ένα σπίρτο μέσα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο εύφλεκτη εφηβεία.

Το περιοδικό τότε ήταν αδέξια επαναστατικό. Πρωτοποριακό για τα ελληνικά δεδομένα, ένα κράμα θράσους, φιλοδοξίας και αμηχανίας. Προσπαθούσε να φλερτάρει με μια ελευθερία που δεν είχε ακόμη μάθει πώς να την κρατά χωρίς να την επιδεικνύει. Λίγο πρόκληση, λίγο απελευθέρωση, λίγο κόμπλεξ ντυμένο με αυτοπεποίθηση. Δεν το λέω υποτιμητικά. Ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόταν η εποχή, ένα ταρακούνημα σε έναν κόσμο που ήθελε όλα να είναι καθωσπρέπει, τακτοποιημένα και ακίνδυνα. Δεν ήταν μανιφέστο. Ήταν απλώς ένα περιοδικό που ήθελε να διαφέρει. Και το κατάφερνε.

Στο εξώφυλλο υπήρχε εκείνη. Ξαπλωμένη. Ημίγυμνη από τη μέση και πάνω. Όχι με τον τρόπο της επίδειξης, αλλά με την αφοπλιστική αδιαφορία κάποιου που δεν απολογείται για την ύπαρξή του. Στο στόμα της στεκόταν ένα τσιγάρο, σχεδόν αφηρημένα, και το ένα της χέρι ακουμπούσε ανάμεσα στα πόδια της σαν κάτι αυτονόητο. Δεν υπήρχε πόζα εδώ. Υπήρχε μόνο μια γυναίκα άνετη μέσα στο δέρμα της, ξαπλωμένη στον χώρο που καταλάμβανε χωρίς να ζητά άδεια.

Αυτό ήταν που με τάραξε. Όχι το γυμνό, αλλά κυρίως η έλλειψη προσπάθειας, το ότι δεν πάσχιζε να είναι σέξι, ότι δεν έμοιαζε να απευθύνεται σε κανέναν και ήταν εκεί για τον εαυτό της. Και εγώ, ένα κορίτσι που μεγάλωνε μαθαίνοντας να σφίγγεται, να μαζεύεται, να κλείνει τα πόδια, να κατεβάζει τους ώμους, ένιωσα κάτι να μετακινείται βίαια και αθόρυβα μαζί. Το εξώφυλλο δεν ήταν απλώς σοκ, ήταν ρήγμα.

Ξεφύλλισα το περιοδικό με εκείνη την ενοχή που έχουν τα πράγματα που δεν σου ανήκουν. Σαν να έκανα κάτι απαγορευμένο. Μέσα είχε ό, τι χρειαζόταν για να γουρλώνω τα μάτια ανά δύο σελίδες. Πολλά γυμνά σώματα, εικόνες που φώναζαν: κοίτα μας. Κι όμως. Τίποτα δεν είχε σημασία όσο εκείνο το εξώφυλλο. Το έκρυψα στο συρτάρι μου. Το έβγαζα ξανά και ξανά, το κοίταζα σαν κάτι που έπρεπε να καταλάβω αλλά δεν είχα ακόμα το λεξιλόγιο. Κάποια στιγμή το έσκισα από τη ράχη. Το κόλλησα πάνω από το γραφείο μου, στη θέση όπου συνήθως έβαζα κάτι πιο ακίνδυνο. Αφίσες συγκροτημάτων και χαμόγελα χωρίς βάρος.

Άρχισα να το σχεδιάζω, να το ξεπατικώνω όπως κάνουν τα κορίτσια, αλλά δεν ήταν μια απλή αντιγραφή, αυτό ήταν αναμέτρηση. Εγώ προσπαθούσα να περάσω το σώμα της εικόνας μέσα από το δικό μου σώμα, να το καταλάβω εκ των έσω. Οι καμπύλες, η χαλάρωση, τα ανοιχτά πόδια, το χέρι ανάμεσα τους που δεν έκρυβε τί κάνει, το βλέμμα που δεν ζητούσε επιβεβαίωση. Ήταν η πρώτη φορά που σχεδίαζα κάτι του οποίου το νόημα ξεπερνούσε το χαρτί. Και όταν τελείωσα, είχα αλλάξει λίγο. Ανεπαίσθητα, αλλά οριστικά.

Δεν μεταμορφώθηκα ξαφνικά στη Σαμάνθα του Sex & the City. Το σώμα μου συνέχισε να κουβαλά για χρόνια ανασφάλειες και αντανακλαστικά, μικρούς αυτοματισμούς που κινητοποιούν τα στερεότυπα. Αλλά εκείνο το εξώφυλλο είχε ήδη δουλέψει μέσα μου σαν μυστικός μηχανισμός. Ένας ψίθυρος που έλεγε ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος να υπάρξεις. Δεν τον ξέρεις ακόμα, αλλά υπάρχει.

Χρόνια μετά, βρήκα εκείνο το σκίτσο μέσα σ’ έναν φάκελο που μύριζε παλιό χαρτί και χρόνο. Ανάμεσα σε αντικείμενα που δεν χρησιμοποιούμε πια, στην αποθήκη. Το κοίταξα και ένιωσα μια ήσυχη συγκίνηση. Ήταν η απόδειξη της πρώτης φοράς που κατάλαβα ότι η ελευθερία δεν έρχεται πάντα με θόρυβο. Μερικές φορές έρχεται σαν μια μικρή, ύπουλη μετατόπιση. Μπορεί να συμβεί οπουδήποτε, ακόμα και μ’ ένα εξώφυλλο που βρέθηκε επάνω στο τραπέζι.

Σχετικά άρθρα