Στρατής Μυριβήλης : Η αγάπη είναι μια ορμητική διάθεση να κάνεις ευτυχισμένο κείνον που αγαπάς, με έξοδά σου. Στην ανάγκη, με θυσία και με ταπείνωση…
Ο μυθιστοριογράφος των τριών πολέμων, ο λογοτέχνης που διαρκώς αναζητούσε την ελληνικότητα & το εκπληκτικό έργο του : Το Πρωτότοκο παιδί της γης. Ο Στρατής Μυριβήλης έφυγε από τη ζωή στις 19 Ιουλίου του 1969.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Στράτης Μυριβήλης. Ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της γενιάς του `30, αντιμιλιταριστής πατριώτης και λυρικός πεζογράφος του Αιγαίου. Ο λογοτέχνης που διαρκώς αναζητούσε την ελληνικότητα. “Ο μυθιστοριογράφος των τριών πολέμων” -όπως τον αποκαλούν- ανήκει σε εκείνη τη γενιά που πάλεψε να ανορθώσει τον ελληνισμό στην περίοδο των βαλκανικών πολέμων, που παρακολούθησε με πόνο τη Μικρασιατική Καταστροφή, είδε να καταρρέει η Μεγάλη Ιδέα.
Ο κορυφαίος Μυριβήλης, τιμήθηκε αρκετές φορές για το έργο του. Το 1940, με το κρατικό βραβείο Πεζογραφίας για το “Γαλάζιο Βιβλίο”. Το 1958 εκλέγεται μέλος της Ακαδημίας, μετά από πέντε ανεπιτυχείς υποψηφιότητες. Τελικά έγινε τιμητικά μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών. Το 1959 του απονέμεται ο Σταυρός του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου του Α`, ενώ προτάθηκε τρεις φορές για το Νόμπελ. Το 1969, λίγο πριν φύγει από τη ζωή, η Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών τον ανακηρύσσει επίτιμο πρόεδρό της.
Το επώνυμό του, Μυριβήλης, ήταν ψευδώνυμο του απο το βουνό Μιριβίλι, στην πλαγιά του οποίου βρίσκεται η γενέτειρά του.
Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη συλλογή διηγημάτων Κόκκινες Ιστορίες, που δημοσιεύθηκε στη Μυτιλήνη το 1915. Ακολουθεί “Η Ζωή εν Τάφω”, “Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια”, “Η Παναγιά η Γοργόνα”.
Μεγάλο μέρος του έργου του διοχετεύθηκε σε νουβέλες, διηγήματα και λυρικά πεζογραφήματα. Έγραψε τρεις νουβέλες: “Ο Βασίλης ο Αρβανίτης”, “Τα Παγανά” και “Ο Παν”. Οι άλλες συλλογές διηγημάτων του, φέρουν χρωματικούς τίτλους: “Το Πράσινο Βιβλίο”, “Το Γαλάζιο Βιβλίο”, “Το Κόκκινο Βιβλίο” και “Το Βυσινί Βιβλίο”. Δημοσίευσε δύο συλλογές λυρικών πεζογραφημάτων: “Το Τραγούδι της Γης” και “Μικρές Φωτιές”, ενώ κατέγραψε ταξιδιωτικές εντυπώσεις: `Απ` την Ελλάδα” , “Ολυμπία” και τη συλλογή χρονογραφημάτων “Πτερόεντα”.
Από όσα έχω κείμενα του Στρατή Μυριβήλη έχω διαβάσει, αυτό που έχω ξεχωρίσει είναι το βιβλίο του “Το Τραγούδι της Γης”. Πρόκειται για ένα από τα λυρικά έργα του. Με το ιδιαίτερα πλούσιο κι εκφραστικό λεξιλόγιό του, δημιουργεί έναν ύμνο στη γη και στην καρπερότητά της.
Ακολουθεί το απόσπασμα “Το πρωτότοκο παιδί της γης” και ο Επίλογος…
Το πρωτότοκο παιδί της γης
Πέρασαν ώρες, πέρασαν μέρες, πέρασαν εβδομάδες, πέρασαν μήνες από τότε που ο Σαμπάοθ οργίστηκε και έδιωξε από τον παράδεισο το ζευγάρι των πρωτόπλαστων ανθρώπων. Νέους κόσμους έφτιαχνε, παλιούς κόσμους χαλούσε, να χορτάσει τη χαρά της δημιουργίας ο ωκεάνιος νους του και η φλογερή του καρδιά. Ήθελε να τους ξεχάσει τους δυο καταραμένους, έκανε κιόλας πως δεν του συλλογιόταν πια, πως δεν τον έμελε που βρίσκονταν και πως τα περνούσαν. Όμως ο νους του ολοένα και πετούσε κατά ʽκείνους…
Πατέρας!
Ο Σαμπάοθ είπε επίσημα:
– Ευλογημένη να είναι τούτη η μέρα τη συγχώρεσης, η μέρα του γυρισμού, να λογαριαστεί σαν μια ακόμα μέρα από τις επτά της δημιουργίας, γιατί σήμερα δημιούργησα τη συγχώρεση. Σηκώνω την αμαρτία από πάνω σας, θα σας κάνω πάλι αγνούς και ανήξερους σαν τα πουλιά, θα σας κάνω άγιους σαν τους αγγέλους, όπως ήσασταν πριν δαγκώσετε το μήλο της αμαρτίας και δείτε τη γύμνια σας.
– Όχι αυτό, έλεος πατέρα, βόγκησαν οι δυο άνθρωποι. Αν αληθινά απέμεινε μέσα στην καρδιά σου λίγο έλεος για μας, άφησέ μας να γυρίσουμε πίσω πανάγαθε. Άφησέ μας το αμάρτημα που έγινε ο πλούτος της ζωής μας. Άφησέ μας τη νόηση του καλού και του κακού που έγινε η πικρή σοφία μας. Άφησέ μας στη γύμνια μας που έλυσε τη μοναξιά του κορμιού μας. Συμπάθησέ μας Κύριε που κάναμε έναν νέο παράδεισο την κατάρα σου. Βρήκαμε τη νέα μας Εδέμ στον έρωτα και τη δημιουργική δουλειά. Μέσα στα δολερά λόγια του φιδιού ήταν μια νέα αλήθεια.
– Κι ο θάνατος τρελά παιδιά; Τον λησμονήσατε το θάνατο που σέρνεται σαν φίδι πίσω από τα βήματά σας από τότε που χάσατε τον παράδεισο.
– Με τον έρωτα τον νικήσαμε και το θάνατο, Κύριε.
Και η Εύα σήκωσε στα δυο της χέρια το δέμα που σφιχτά κρατούσε πάνω της τόση ώρα, πάνω στο στήθος της. Μέσα στην αρκουδοπροβιά σάλεψε το τριανταφυλλί σωματάκι ενός παιδιού. Μέσα από το πρόσωπό του χαμογελούσαν όλοι οι άγγελοι του χαμένου παραδείσου.
– Ευλόγησέ το, πατέρα.
Ήταν το πρώτο παιδί της γης.
Ο επίλογος του έργου
Ας σβήσει το τραγούδι.
Ας σβήσει σιγαλινά το τραγούδι.
Ας καταλαγιάσουν οι φωτιές, ας μαραθούν οι ξανθές φλόγες, ας ρίξουν τα φτερά τους τα μελτέμια.
Στάχτη χιονίζει στα ξανθά κεφάλια, χρυσόσκονη πασπαλίζεται στην πράσινη κόμη των δασών.
Αγαπημένοι, θα πεθάνουμε ένα βράδυ, και ο νους μας, που αστράφτει από τη ματιά του Θεού, θα σκοτεινιάσει σαν την απονύχτερη εκκλησία.
Έτσι θα πεθάνουμε ένα βράδυ, όταν το φως της ζωής θα χαμηλώνει στον ορίζοντά μας όπως το μάτι της αδειανής λάμπας.
Και την ίδιαν ώρα μιλιούνια νέες ζωές θα ξεκινούν ανυπόμονα από τις καρπισμένες μήτρες.
Αμέτρητα χεράκια θα ψάχνουνε να πιάσουν το γαλάζιο φως, αυτό που θα βασιλεύει αξημέρωτα μέσα στα πηγμένα μάτια μας.
Θα νάρθει η αφεύγατη ώρα. Και μεις πρέπει να κλειδώσουμε δυνατά τα δόντια, να καταπιούμε, περήφανοι και πεισματάρηδες, ετούτον το μικρό στοχασμό.
Θα σταθεί ακίνητο το βλέφαρό μας, όπως το ματόφυλλο των αγαλμάτων. Θα πετάξει η ματιά μες από τα μαραμένα ματόκλαδά μας, όπως φεύγει μια πεταλούδα μες από το πεθαμένο άνθος.
Και πάλι τα κυκλάμινα θα ξεφυτρώνουν κάτω από τα χινοπωριάτικα χαμόδεντρα. Και πάλι οι κύανοι θα σκάζουν τα μαβιά τους άστρα μέσα στανοιξιάτικα χωράφια.
Θα λείπουμε εμείς από την πρωτομαγιά και το τριαντάφυλλο θανοίξει ανάμεσα στα λουλούδια, τόσο νέο και τόσο αγνό, όπως την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, που άνθισε μέσα στη φούχτα του Θεού.
Σαν πέφτει η νύχτα, πάλι το τραγούδι της θάλασσας θα ξεδιπλώνει αργά και μεγαλόπρεπα τις στροφές του.
Οι μελαγχολικές ωδές των νερών θα έρχουνται πάλι από ταπόμακρα του πελάγου, καβάλα στα σκοτεινά και αόρατα κύματα.
Μα δε θάμαστε πια στην αμμουδιά της ακρογιαλιάς, που τόσες φορές κράτησε ζεστές λακκούβες από τα κορμιά μας.
Κ’ εμείς θα είμαστε πεθαμένοι, πεθαμένοι για πάντα ανέλπιδα, όλους τους αιώνες των αιώνων.
Δε θάχουμε μερίδιο στο πανηγύρι της ζωής μηδ’ όσο κείνο το ταπεινό σαλιγκάκι, που λουφάζει, τυφλό, κουφό και βουβό, στο βυθό του ακίνητου νερού.
Οι γυναίκες θα ανθίζουνε πάντα ωραίες. Σαν βραδιάζει θανοίγουν, νυχτολούλουδα, τα μεγάλα τους μάτια και θα κοιτάζουν ένα γύρω με αγάπη, ποθητές και καλές, σαν όλα μαζί ταγαθά του Θεού.
Μα σε καμιάς τα μάτια μέσα δε θα καθρεφτίσουμε πια το είδωλο της δικής μας μορφής.
Οι μελωδίες μας θα έχουνε ξεψυχήσει, πεθαμένα πουλιά που πάγωσε το θάλπος της ζωής κάτω από το πούπουλό τους.
Όμως τα βιολιά της χαράς θα τεντώνουνε πάντα καινούριες χορδές πάνω στον παλιό καβαλάρη.
Οι μηλιές θα γέρνουνε κάθε καλοκαίρι φορτωμένες τους κόκκινους καρπούς. Και πάνω σε κανένα μήλο δεν θάναι πατημένη η κοφτερή σφραγίδα από τα δόντια μας.
Και όταν τα χείλη μας θα πανιάσουν, ξεθωριασμένα σαν τα μαραμένα ρόδα, αδέρφια, το σύκο της ζωής θα είναι πάλι φουσκωμένο από τριανταφυλλί μέλι!…
Αγαπημένοι,
Ας προφτάσουμε καν να τραγουδήσουμε βροντερά, όλοι μαζί, το υπέρτατο τραγούδι των τραγουδιών, το τραγούδι της Γης.
Η ψυχή μας ας εξορμήσει σαν ένα βόλι που φεύγει και σφυρίζει. Ας αδειάσει σα μια αναστάσιμη ντουφεκιά, τραβηγμένη χαρωπά στο αδειανό γαλάζιο.
Ας φύγει ταψηλού πάνω στα άγρια φτερά μιας ζητωκραυγής.