Γκλόρια Στάινεμ: Πέθανε στα 92 η δημοσιογράφος, συγγραφέας και ακτιβίστρια που έμαθε στις γυναίκες να μη ζητούν άδεια
© Wikipedia Commons

Γκλόρια Στάινεμ: Πέθανε στα 92 η δημοσιογράφος, συγγραφέας και ακτιβίστρια που έμαθε στις γυναίκες να μη ζητούν άδεια

Για περισσότερες από έξι δεκαετίες έγραψε, μίλησε και αγωνίστηκε για πράγματα που σήμερα μοιάζουν αυτονόητα, αλλά κάποτε δεν ήταν. Η Γκλόρια Στάινεμ δεν έγινε απλώς μία από τις σημαντικότερες φωνές του σύγχρονου φεμινισμού

Άλλαξε τη γλώσσα με την οποία μιλάμε για την ισότητα, το σώμα, την εξουσία και την ελευθερία. Έφυγε σήμερα, στα 92 της χρόνια, αφήνοντας πίσω της κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια εντυπωσιακή βιογραφία: έναν διαφορετικό τρόπο να αντιλαμβανόμαστε τι δικαιούται μια γυναίκα να ζητήσει από τη ζωή της.

Υπάρχουν άνθρωποι που γίνονται σύμβολα μιας εποχής. Και υπάρχουν κάποιοι, πολύ λιγότεροι, που δεν αρκούνται στο να τη συμβολίσουν· συμμετέχουν στην αλλαγή της.

Η Γκλόρια Στάινεμ ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.

Η εμβληματική Αμερικανίδα δημοσιογράφος, συγγραφέας, ακτιβίστρια και μία από τις προσωπικότητες που ταυτίστηκαν όσο ελάχιστες με το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα πέθανε σήμερα, 3 Σεπτεμβρίου, σε ηλικία 92 ετών, στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, έχοντας κοντά της αγαπημένους της ανθρώπους. Η είδηση ανακοινώθηκε μέσω του επίσημου λογαριασμού της και μέσα σε λίγες ώρες έκανε τον γύρο του κόσμου.

Ίσως γιατί με τη Στάινεμ δεν αποχαιρετά κανείς απλώς μια διάσημη ακτιβίστρια. Αποχαιρετά μια γυναίκα που έζησε αρκετά ώστε να δει ιδέες για τις οποίες κάποτε έπρεπε να διαδηλώνει να περνούν στο λεξιλόγιο της καθημερινότητάς μας. Να δει τις γυναίκες να διεκδικούν χώρους από τους οποίους για αιώνες αποκλείονταν, να μιλούν δημόσια για το σώμα τους, την εργασία, την πολιτική, τη μητρότητα, τη σεξουαλικότητα, την κακοποίηση, την οικονομική ανεξαρτησία.

Και έζησε επίσης αρκετά ώστε να καταλάβει κάτι ίσως ακόμη σημαντικότερο: ότι καμία κατάκτηση δεν είναι τόσο αυτονόητη ώστε να μην μπορεί κάποτε να αμφισβητηθεί ξανά.

Η ζωή της, άλλωστε, ήταν μια μεγάλη άσκηση αμφισβήτησης του «έτσι είναι τα πράγματα».

Γιατί πίσω από τα χαρακτηριστικά γυαλιά, τα μακριά μαλλιά που έγιναν σχεδόν μέρος της δημόσιας εικόνας της και τη φωτογενή παρουσία που πολλές φορές έκανε τα μέσα να ασχολούνται περισσότερο με την εμφάνισή της παρά με όσα έλεγε, υπήρχε μια δημοσιογράφος με εξαιρετικό ένστικτο. Μια συγγραφέας που γνώριζε τη δύναμη των λέξεων. Και κυρίως μια γυναίκα που κατάλαβε πολύ νωρίς ότι η ισότητα δεν θα ερχόταν επειδή κάποιος θα αποφάσιζε να τη χαρίσει.

Θα έπρεπε να διεκδικηθεί.

«Ο φεμινισμός είναι, στην ουσία, αυτοσεβασμός και σεβασμός προς τους άλλους»

Αν έπρεπε να κρατήσουμε μία μόνο φράση της για να εξηγήσουμε τι πίστευε, ίσως να ήταν αυτή:

«Ο φεμινισμός είναι, στην ουσία, αυτοσεβασμός και σεβασμός προς τους άλλους. Δεν λέει ότι οι γυναίκες είναι πιο σημαντικές· λέει απλώς ότι δεν είναι λιγότερο σημαντικές».

Η φράση βρίσκεται στην επίσημη ιστοσελίδα της και μοιάζει σχεδόν υπερβολικά απλή για μια συζήτηση που έχει προκαλέσει τόσες αντιπαραθέσεις επί δεκαετίες.

Ίσως όμως εκεί ακριβώς βρισκόταν η δύναμη της Στάινεμ. Είχε την ικανότητα να αφαιρεί από τις μεγάλες πολιτικές έννοιες το περιττό βάρος και να τις επαναφέρει στον άνθρωπο.

Δεν ζητούσε από τις γυναίκες να αποδείξουν ότι είναι καλύτερες από τους άνδρες. Ζητούσε από την κοινωνία να σταματήσει να θεωρεί αυτονόητο ότι είναι λιγότερες.

Το κορίτσι από το Οχάιο που έμαθε νωρίς τι σημαίνει να μην έχεις επιλογές

Η Γκλόρια Μαρί Στάινεμ γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1934 στο Τολέδο του Οχάιο. Η παιδική της ηλικία δεν είχε τη σταθερότητα που θα περίμενε κανείς κοιτάζοντας εκ των υστέρων τη ζωή μιας γυναίκας που εξελίχθηκε σε θεσμό της αμερικανικής δημόσιας ζωής.

Ο πατέρας της, Λίο, ήταν πλανόδιος έμπορος και η οικογένεια μετακινούνταν συχνά. Όταν οι γονείς της χώρισαν, το 1944, η μικρή Γκλόρια έμεινε με τη μητέρα της, Ρουθ, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Αναγκάστηκε έτσι από πολύ μικρή να γνωρίσει την ευθύνη αλλά και να παρατηρήσει από κοντά πόσο ευάλωτη μπορούσε να γίνει μια γυναίκα όταν δεν διέθετε οικονομική και κοινωνική αυτονομία.

Αργότερα σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Smith College, από όπου αποφοίτησε το 1956 με υψηλές διακρίσεις. Μια υποτροφία την οδήγησε για δύο χρόνια στην Ινδία. Εκεί ήρθε σε επαφή με τη γκαντιανή παράδοση της μη βίαιης πολιτικής δράσης και με μορφές ακτιβισμού που βασίζονταν στην οργάνωση των ανθρώπων από τα κάτω.

Η εμπειρία θα την ακολουθούσε σε όλη της τη ζωή.

Η Στάινεμ δεν πίστεψε ποτέ ιδιαίτερα στον μοναχικό «ήρωα» που αλλάζει τον κόσμο. Πίστευε στα κινήματα, στις συζητήσεις, στις μικρές ομάδες ανθρώπων που ανακαλύπτουν ότι αυτό που θεωρούσαν προσωπικό τους πρόβλημα είναι στην πραγματικότητα κοινή εμπειρία.

«Το να λέμε ο ένας στον άλλον τις ιστορίες μας είναι μια επαναστατική πράξη»

Χρόνια αργότερα θα το έλεγε με τον δικό της τρόπο:

«Το να λέμε ο ένας στον άλλον τις ιστορίες μας είναι η πιο επαναστατική πράξη… Η αλλαγή έρχεται όταν λες την αλήθεια και γνωρίζεις ότι δεν είσαι μόνος».

Είναι μια φράση που εξηγεί όχι μόνο τον ακτιβισμό της, αλλά και τη δημοσιογραφία της.

Γιατί πριν γίνει σύμβολο του φεμινισμού, η Γκλόρια Στάινεμ ήταν ρεπόρτερ.

Και μάλιστα ρεπόρτερ σε μια εποχή που μια γυναίκα μπορούσε να μπει σε μια μεγάλη σύνταξη, αλλά αυτό δεν σήμαινε απαραίτητα ότι θα της επέτρεπαν να γράψει τα μεγάλα θέματα.

Όταν έγινε «Playboy Bunny» για να αποκαλύψει τι συνέβαινε πίσω από τη λάμψη

Στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του 1960, η δημοσιογραφία παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ανδρική υπόθεση. Οι γυναίκες δημοσιογράφοι συχνά περιορίζονταν σε θέματα μόδας, lifestyle ή στις λεγόμενες «γυναικείες σελίδες».

Η Στάινεμ ήθελε κάτι άλλο.

Το 1963 το περιοδικό Show της ανέθεσε ένα ρεπορτάζ που θα γινόταν ιστορικό. Πήγε undercover στο Playboy Club της Νέας Υόρκης, φόρεσε τη στολή των περίφημων «Bunnies» και εργάστηκε εκεί προκειμένου να καταγράψει από μέσα την πραγματικότητα των γυναικών πίσω από τη γυαλιστερή εικόνα.

Το αποτέλεσμα ήταν το περίφημο «A Bunny’s Tale».

Η έρευνά της αποκάλυψε χαμηλές αμοιβές, αυστηρούς κανόνες εμφάνισης και εργασιακές συνθήκες πολύ διαφορετικές από την εικόνα της απελευθερωμένης, glamorous γυναίκας που πουλούσε το Playboy.

Το ρεπορτάζ την έκανε γνωστή.

Και ταυτόχρονα την παγίδευσε για ένα διάστημα.

Γιατί αρκετοί θυμούνταν περισσότερο ότι είχε ντυθεί Playboy Bunny παρά το γεγονός ότι είχε πραγματοποιήσει μια σοβαρή undercover δημοσιογραφική έρευνα.

Ήταν, κατά κάποιον τρόπο, μια μικρογραφία του προβλήματος για το οποίο θα μιλούσε στη συνέχεια επί δεκαετίες: μια γυναίκα μπορούσε να έχει κάτι σημαντικό να πει και ο κόσμος να εξακολουθεί να κοιτάζει πρώτα πώς ήταν ντυμένη.

Το 1968 συμμετείχε στην ίδρυση του New York Magazine, όπου εργάστηκε ως πολιτική αρθρογράφος και έγραψε για εκλογές, κοινωνικά κινήματα και πολιτική.

Η «Playboy Bunny» είχε πλέον γίνει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες δημοσιογραφικές φωνές της Αμερικής.

Η στιγμή που το προσωπικό έγινε πολιτικό

Το 1969 συνέβη κάτι που άλλαξε την πορεία της.

Η Στάινεμ παρακολούθησε στη Νέα Υόρκη μια δημόσια εκδήλωση στην οποία γυναίκες μιλούσαν για τις εμπειρίες τους από παράνομες αμβλώσεις.

Και τότε μίλησε και η ίδια.

Στα 22 της χρόνια, λίγο μετά το πανεπιστήμιο, είχε μείνει έγκυος και είχε κάνει άμβλωση στο Λονδίνο, σε μια εποχή που η διαδικασία παρέμενε παράνομη. Για χρόνια ήταν μια προσωπική ιστορία. Ξαφνικά συνειδητοποιούσε ότι δεν ήταν μόνο δική της.

Πόσες γυναίκες είχαν περάσει το ίδιο;

Και γιατί μια εμπειρία που αφορούσε τόσες πολλές έπρεπε να συνοδεύεται από φόβο, σιωπή και ντροπή;

Εκεί βρίσκεται ίσως μία από τις σημαντικότερες ιδέες του φεμινιστικού κινήματος εκείνης της περιόδου: πολλά από όσα οι γυναίκες είχαν μάθει να αντιμετωπίζουν ως προσωπικές αποτυχίες ήταν στην πραγματικότητα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.

Το σώμα ήταν πολιτική. Η μητρότητα ήταν πολιτική. Η εργασία ήταν πολιτική. Η αμοιβή ήταν πολιτική. Ακόμη και το ποιος αναλαμβάνει τη φροντίδα ενός σπιτιού μπορούσε να είναι πολιτικό.

Δεκαετίες αργότερα, όταν η Αμερική θα επέστρεφε στη μεγάλη σύγκρουση γύρω από τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, η Στάινεμ θα παρέμενε στην ίδια θέση: χωρίς τη δυνατότητα των ανθρώπων να αποφασίζουν για το ίδιο τους το σώμα, υποστήριζε, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ισότητα.

«Η ισότητα ξεκινά από τη δυνατότητα να ελέγχουμε το ίδιο μας το σώμα»

Η θέση της ήταν ξεκάθαρη μέχρι το τέλος:

«Η ισότητα ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες –ξεκινώντας από τη δυνατότητά μας να ελέγχουμε το ίδιο μας το σώμα– είναι η αρχή της δημοκρατίας».

Δεν έβλεπε τα αναπαραγωγικά δικαιώματα ως ένα απομονωμένο «γυναικείο ζήτημα». Τα συνέδεε με την ίδια την έννοια της εξουσίας: ποιος αποφασίζει για ποιον.

Και ίσως γι’ αυτό η φράση της ακούγεται σήμερα σχεδόν εξίσου επίκαιρη με όταν διατυπώθηκε.

«Ms.»: Όταν ένα περιοδικό έγινε κάτι περισσότερο από περιοδικό

Το 1971 ήρθε η στιγμή που θα συνέδεε για πάντα τη δημοσιογραφική της πορεία με την ιστορία του φεμινισμού.

Μαζί με άλλες γυναίκες δημιούργησε το Ms.. Αρχικά κυκλοφόρησε ως ένθετο του New York Magazine και το 1972 έγινε ανεξάρτητο περιοδικό.

Το όνομά του ήταν από μόνο του δήλωση.

Το «Ms.» επέτρεπε σε μια γυναίκα να προσδιορίζεται χωρίς να αποκαλύπτει, μέσω του «Miss» ή του «Mrs.», αν ήταν παντρεμένη. Κάτι που σήμερα μπορεί να μοιάζει μικρό, αλλά τότε άγγιζε έναν πολύ μεγαλύτερο συμβολισμό: γιατί η κοινωνική ταυτότητα μιας γυναίκας έπρεπε να περνά μέσα από την οικογενειακή της κατάσταση;

Το περιοδικό άνοιξε χώρο για θέματα που τα παραδοσιακά γυναικεία έντυπα απέφευγαν ή παρουσίαζαν διαφορετικά: σεξισμό, αμβλώσεις, βία, βιασμό, εργασιακές ανισότητες, πολιτική εκπροσώπηση.

Η Στάινεμ παρέμεινε μία από τις συντάκτριες και τις κεντρικές μορφές του επί δεκαπέντε χρόνια.

Το Ms. δεν ήταν απλώς ένα ακόμη περιοδικό για γυναίκες.

Ήταν ένα περιοδικό που αντιμετώπιζε τις γυναίκες ως αναγνώστριες που είχαν πολιτική σκέψη, άποψη, θυμό, φιλοδοξία και δικαίωμα να αμφισβητούν.

Δεν έγραψε μόνο για την αλλαγή. Οργάνωσε την αλλαγή

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη Στάινεμ ως διάσημη προσωπικότητα και στη Στάινεμ ως ιστορική προσωπικότητα.

Δεν περιορίστηκε στη συγγραφή.

Το 1971 συμμετείχε στην ίδρυση του National Women’s Political Caucus μαζί με σημαντικές προσωπικότητες όπως η Μπέλα Άμπζουγκ, η Σίρλεϊ Τσίζολμ και η Μπέτι Φρίνταν, με στόχο να αυξηθεί η παρουσία γυναικών στην πολιτική.

Συνδέθηκε επίσης με τη δημιουργία ή τη δράση οργανώσεων όπως η Women’s Action Alliance, η Ms. Foundation for Women, η Women’s Media Center και η Voters for Choice, ενώ υποστήριξε πρωτοβουλίες για τα δικαιώματα των γυναικών διεθνώς.

Η σκέψη της εξελίχθηκε μαζί με το ίδιο το κίνημα. Μιλούσε όλο και περισσότερο για τη σύνδεση του σεξισμού με τον ρατσισμό, την κοινωνική τάξη και άλλες μορφές ανισότητας.

Γιατί είχε καταλάβει κάτι που σήμερα συζητάμε πολύ περισσότερο: οι άνθρωποι δεν ζουν τις διακρίσεις τους σε ξεχωριστά κουτάκια.

«Μην ακούτε εμένα. Ακούστε τον εαυτό σας»

Από όλες τις συμβουλές που θα μπορούσε να δώσει μια γυναίκα η οποία είχε περάσει δεκαετίες συμβουλεύοντας, γράφοντας και μιλώντας σε εκατομμύρια άλλες γυναίκες, η απάντησή της προς τις νεότερες γενιές ήταν σχεδόν ανατρεπτική:

«Μην ακούτε εμένα. Ακούστε τον εαυτό σας».

Και συνέχιζε εξηγώντας ότι μέσα στον καθένα υπάρχει μια φωνή που γνωρίζει τι αγαπά πραγματικά να κάνει. «Εμπιστευτείτε αυτή τη φωνή», έλεγε, «κι εμείς οι μεγαλύτεροι είμαστε εδώ για να σας στηρίξουμε».

Ίσως αυτή να είναι και η πιο όμορφη απάντηση στην κατηγορία που συχνά συνοδεύει κάθε μεγάλη προσωπικότητα ενός κινήματος: ότι προσπαθεί να πει στις επόμενες γενιές πώς πρέπει να ζήσουν.

Η Στάινεμ, τουλάχιστον σε αυτή τη φράση, έλεγε το αντίθετο.

Μην αντιγράψετε τη δική μου ζωή.

Βρείτε τη δική σας.

Τα βιβλία και μια ζωή γραμμένη στον δρόμο

Η Στάινεμ υπήρξε πολυγραφότατη.

Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα της βρίσκονται τα Outrageous Acts and Everyday Rebellions, Revolution from Within, Moving Beyond Words, My Life on the Road και The Truth Will Set You Free, But First It Will Piss You Off!.

Έγραψε επίσης για τη Μέριλιν Μονρόε στο Marilyn: Norma Jeane, επιχειρώντας να κοιτάξει πίσω από έναν από τους μεγαλύτερους γυναικείους μύθους του 20ού αιώνα.

Το My Life on the Road ίσως αποτυπώνει καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο έργο τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τη ζωή της. Για εκείνη, το ταξίδι δεν ήταν απλώς μετακίνηση. Ήταν μέθοδος κατανόησης.

Έλεγε ότι ο δρόμος μάς μεταφέρει από τη θεωρία στην πράξη, από τις στατιστικές στις ιστορίες, από το μυαλό στην καρδιά.

Και η δική της ζωή πράγματι υπήρξε μια ζωή στον δρόμο. Πολιτικές συγκεντρώσεις, πανεπιστήμια, μικρές κοινότητες, διεθνή συνέδρια, σπίτια ανθρώπων, συζητήσεις.

Περισσότερο από το να μιλά, επέμενε ότι έμαθε ταξιδεύοντας να ακούει.

Μια γυναίκα που δεν δέχτηκε ούτε το «πρέπει» του γάμου

Για μεγάλο μέρος της ζωής της, η Στάινεμ παρέμεινε ανύπαντρη, σε μια εποχή κατά την οποία η επιλογή μιας γυναίκας να μη δημιουργήσει τον παραδοσιακό τύπο οικογένειας αντιμετωπιζόταν συχνά περίπου ως προσωπική αποτυχία.

Και ύστερα, στα 66 της χρόνια, έκανε κάτι που ίσως ήταν απολύτως συνεπές με όσα υποστήριζε.

Παντρεύτηκε.

Το 2000 παντρεύτηκε τον επιχειρηματία και ακτιβιστή Ντέιβιντ Μπέιλ, πατέρα του ηθοποιού Κρίστιαν Μπέιλ, σε τελετή στην Οκλαχόμα. Εκείνος πέθανε λίγα χρόνια αργότερα από λέμφωμα.

Για μια γυναίκα που είχε περάσει τη ζωή της αμφισβητώντας την ιδέα ότι ο γάμος αποτελεί υποχρεωτικό προορισμό για μια γυναίκα, η απόφασή της να παντρευτεί δεν ήταν αντίφαση.

Ήταν ακριβώς η ουσία της επιλογής.

Ελευθερία δεν είναι να αρνείσαι υποχρεωτικά έναν συγκεκριμένο δρόμο. Είναι να μπορείς να τον επιλέξεις ή να μην τον επιλέξεις χωρίς να αποφασίζει κάποιος άλλος για σένα.

«Μια γυναίκα χρειάζεται έναν άνδρα όσο ένα ψάρι χρειάζεται ένα ποδήλατο»

Η περίφημη φράση «Μια γυναίκα χρειάζεται έναν άνδρα όσο ένα ψάρι χρειάζεται ένα ποδήλατο» δεν ήταν στην πραγματικότητα της Γκλόρια Στάινεμ, παρότι για δεκαετίες συνδέθηκε με το όνομά της και εκείνη συνέβαλε στη διάδοσή της. Την είχε επινοήσει η Αυστραλή ακτιβίστρια Ίρινα Νταν στις αρχές της δεκαετίας του 1970, κάτι που η ίδια η Στάινεμ φρόντιζε αργότερα να διευκρινίζει. Η ουσία της, ωστόσο, ταίριαζε απόλυτα σε αυτό που εκείνη υπερασπιζόταν: όχι ότι μια γυναίκα δεν μπορεί να αγαπήσει, να ερωτευτεί ή να επιθυμεί έναν άνδρα στη ζωή της, αλλά ότι δεν πρέπει να τον χρειάζεται για να υπάρξει — για να αποκτήσει ταυτότητα, κοινωνική υπόσταση, οικονομική ασφάλεια ή αίσθηση προσωπικής αξίας. Η ίδια η Στάινεμ είχε ξεκαθαρίσει ότι ποτέ δεν υποστήριξε πως οι άνδρες δεν είναι σημαντικοί στη ζωή των γυναικών· αντίθετα, πίστευε ότι η ισότητα μπορεί να κάνει την αγάπη περισσότερο αληθινή, ακριβώς επειδή την απαλλάσσει από την εξάρτηση.Και ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό νόημα πίσω από το ψάρι και το ποδήλατο: άλλο να επιλέγεις κάποιον επειδή τον αγαπάς και άλλο να πιστεύεις ότι χωρίς εκείνον δεν μπορείς να σταθείς μόνη σου.

Από τον Λευκό Οίκο στην παγκόσμια αναγνώριση

Οι διακρίσεις που συγκέντρωσε στη διάρκεια της ζωής της είναι πολλές.

Το 1993 εντάχθηκε στο National Women’s Hall of Fame. Το 2013 ο Μπαράκ Ομπάμα της απένειμε το Presidential Medal of Freedom, την υψηλότερη πολιτική τιμή των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 2021 τιμήθηκε με το Princess of Asturias Award for Communication and Humanities.

Το Rutgers University δημιούργησε έδρα που φέρει το όνομά της, αφιερωμένη στα media, τον πολιτισμό και τις φεμινιστικές σπουδές.

Υπήρξαν βραβεία δημοσιογραφίας, διακρίσεις για τον ακτιβισμό της, ντοκιμαντέρ, βιογραφίες, κινηματογραφικές μεταφορές.

Όμως η μεγαλύτερη κληρονομιά της δύσκολα χωρά σε βραβεία.

Βρίσκεται μάλλον σε όλες εκείνες τις συζητήσεις στις οποίες σήμερα μια γυναίκα θεωρεί φυσιολογικό να ρωτήσει: «Γιατί όχι;».

Στα 92 της, είχε ακόμη κάτι να γράψει

Και υπάρχει μια λεπτομέρεια που κάνει τη σημερινή είδηση ακόμη πιο συγκινητική.

Τον Μάρτιο του 2026, στα 92α γενέθλιά της, η Στάινεμ ανακοίνωσε το νέο της απομνημόνευμα, An Unexpected Life.

Ο τίτλος μοιάζει τώρα σχεδόν σαν τελευταίο σχόλιο πάνω στην ίδια της τη διαδρομή.

Μια απρόσμενη ζωή.

Η γυναίκα που είχε γράψει βιβλία, είχε βρεθεί στην πρώτη γραμμή πολιτικών αγώνων, είχε δει το δεύτερο κύμα του φεμινισμού να αλλάζει την Αμερική και είχε γίνει η ίδια μέρος της σύγχρονης Ιστορίας, εξακολουθούσε στα 92 της να κοιτάζει πίσω με μια κάποια έκπληξη.

Σε συνέντευξή της στο Vanity Fair για το βιβλίο είχε παραδεχθεί ότι δεν ήταν σίγουρη πως είχε προβλέψει όλα όσα της συνέβησαν.

Κι ίσως καμία πραγματικά ενδιαφέρουσα ζωή να μην μπορεί να προβλεφθεί.

«Οι γυναίκες μπορεί να είναι η μία ομάδα που γίνεται πιο ριζοσπαστική μεγαλώνοντας»

Η Στάινεμ αρνήθηκε επί δεκαετίες και μία ακόμη από τις πιο επίμονες κοινωνικές αφηγήσεις για τις γυναίκες: ότι όσο μεγαλώνουν πρέπει σιγά σιγά να εξαφανίζονται από το προσκήνιο.

«Οι γυναίκες μπορεί να είναι η μία ομάδα που γίνεται πιο ριζοσπαστική μεγαλώνοντας», είχε γράψει.

Η ίδια το απέδειξε με τη ζωή της.

Δεν αποσύρθηκε από τον δημόσιο διάλογο επειδή μεγάλωσε. Δεν προσπάθησε να υποδυθεί τη νεότερη εκδοχή του εαυτού της. Συνέχισε να μιλά, να γράφει, να ταξιδεύει και να υπερασπίζεται τις ίδιες βασικές αρχές, ακόμη κι όταν οι εποχές άλλαζαν και οι νεότερες γενιές του φεμινισμού συχνά διαφωνούσαν με εκείνη ή με τη γενιά της.

Και αυτό ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία από την απαίτηση να συμφωνεί κανείς με κάθε θέση που πήρε στη διάρκεια μιας ζωής εννέα δεκαετιών.

Η Στάινεμ δεν υπήρξε αλάνθαστη. Ούτε ο φεμινισμός της γενιάς της έλυσε όλες τις αντιφάσεις που αντιμετώπισαν οι επόμενες.

Αλλά άνοιξε μια πόρτα που πριν ήταν πολύ πιο δύσκολο να ανοίξει.

Η γυναίκα που δεν ήθελε να της μοιάσουμε

Υπάρχει κάτι σχεδόν παράδοξο στο να γράφεις σήμερα για την κληρονομιά της Γκλόρια Στάινεμ.

Γιατί το μεγαλύτερο μέρος όσων διεκδίκησε δεν ακούγεται πλέον επαναστατικό.

Μια γυναίκα να θέλει καριέρα.

Να μην παντρευτεί αν δεν θέλει.

Να παντρευτεί όταν θέλει.

Να ζητήσει ίση αμοιβή.

Να μιλήσει για τη σεξουαλική παρενόχληση.

Να διεκδικήσει πολιτική εξουσία.

Να αποφασίσει για το σώμα της.

Να μη θεωρεί ότι η αξία της μειώνεται όσο μεγαλώνει.

Να μη χρειάζεται να ζητήσει συγγνώμη επειδή είναι φιλόδοξη.

Σήμερα μπορούμε να διαφωνήσουμε για το πώς εφαρμόζονται όλα αυτά. Όμως δεν μας φαίνεται παράξενο που τα συζητάμε.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο αθόρυβη μορφή επιτυχίας για έναν άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στην κοινωνική αλλαγή: οι επόμενες γενιές να θεωρούν φυσιολογικά πράγματα που η δική του γενιά έπρεπε να παλέψει για να μπορέσει ακόμη και να τα ονομάσει.

Η Γκλόρια Στάινεμ πέθανε στα 92 της χρόνια. Δεν έζησε όμως τη ζωή της προσπαθώντας να δημιουργήσει εκατομμύρια μικρές Γκλόρια Στάινεμ.

Ίσως γι’ αυτό η συμβουλή της προς τις νέες γυναίκες παραμένει η καλύτερη κατακλείδα.

«Μην ακούτε εμένα. Ακούστε τον εαυτό σας».

Γιατί τελικά αυτό ήταν πάντα το ζητούμενο.

Όχι να μάθουν οι γυναίκες να ζουν όπως εκείνη.

Αλλά να αποκτήσουν την ελευθερία να αποφασίζουν μόνες τους πώς θέλουν να ζήσουν.

Και, κυρίως, να μη χρειάζεται να ζητούν άδεια γι’ αυτό.

Σχετικά άρθρα