Ίλον Μασκ «χωρίς μάσκα»: Το ντοκιμαντέρ που επιχειρεί να αποδομήσει τον πιο ισχυρό δισεκατομμυριούχο του κόσμου
Είναι ένας άνθρωπος που δεν ελέγχει απλώς εταιρείες δισεκατομμυρίων, αλλά υποδομές, δορυφόρους, δεδομένα, μια από τις μεγαλύτερες πλατφόρμες δημόσιου διαλόγου και τεχνολογίες που μπορούν να επηρεάσουν από τις αγορές μέχρι τη γεωπολιτική
Περιεχόμενα
- Το εξώφυλλο που δεν προσπαθεί να είναι διακριτικό
- Ο άνθρωπος που κινηματογραφεί την εξουσία
- Ένα ντοκιμαντέρ που άλλαζε όσο άλλαζε ο ίδιος ο Μασκ
- Όταν ο δισεκατομμυριούχος δεν πουλά απλώς προϊόντα
- Ο «σύγχρονος Λεονάρντο ντα Βίντσι» και η εικόνα που έχτισε
- «Ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος που έχω γνωρίσει»
- Ο Γκίμπνεϊ δεν κρύβει τη θέση του
- Οι άνθρωποι που εμφανίζονται μπροστά στην κάμερα
- Γιατί ο Μασκ είναι το τέλειο πρόσωπο της εποχής μας
- Ο Μασκ ως brand
- Από τη Βενετία στις κινηματογραφικές αίθουσες
- Το πραγματικό ερώτημα πίσω από το «UnMusked»
Τώρα ο βραβευμένος με Όσκαρ Άλεξ Γκίμπνεϊ στρέφει την κάμερα στον Ίλον Μασκ και, μέσα από ένα σχεδόν τετράωρο ντοκιμαντέρ, θέτει ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα από το ποιος πραγματικά είναι ο άνθρωπος πίσω από Tesla, SpaceX και X: πόση εξουσία μπορεί να συγκεντρωθεί στα χέρια ενός και μόνο ιδιώτη πριν πάψει να αποτελεί απλώς επιχειρηματική επιτυχία και μετατραπεί σε ζήτημα δημοκρατίας;
Υπάρχουν επιχειρηματίες που δημιουργούν εταιρείες, επιχειρηματίες που δημιουργούν περιουσίες και, πολύ πιο σπάνια, επιχειρηματίες που καταφέρνουν να γίνουν οι ίδιοι μέρος της εποχής τους. Ο Ίλον Μασκ ανήκει αναμφίβολα στην τρίτη κατηγορία.
Για περισσότερο από δύο δεκαετίες, το όνομά του συνδέθηκε με μια σχεδόν κινηματογραφική εκδοχή της τεχνολογικής προόδου: ηλεκτρικά αυτοκίνητα, πύραυλοι που επιστρέφουν στη Γη, αποικίες στον Άρη, δορυφορικό internet, τεχνητή νοημοσύνη, εμφυτεύματα στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Για τους θαυμαστές του υπήρξε ο άνθρωπος που τόλμησε να επιχειρήσει όσα οι περισσότεροι θεωρούσαν αδύνατα. Για τους επικριτές του, η ιστορία ήταν πάντοτε πολύ πιο σύνθετη.
Τώρα, ένα νέο ντοκιμαντέρ επιχειρεί να κοιτάξει πίσω από αυτόν τον μύθο.
Το Musk, του βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη Άλεξ Γκίμπνεϊ, ετοιμάζεται να παρουσιαστεί στο 83ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και ήδη, πριν καν το δει το ευρύ κοινό, έχει αρχίσει να δημιουργεί συζήτηση. Η επίσημη Biennale το περιγράφει ως μια διεισδυτική ματιά πίσω από τον θρύλο ενός ανθρώπου που ασκεί τεράστια επιρροή στον κόσμο στον οποίο ζούμε. Η διάρκειά του είναι 225 λεπτά συν διάλειμμα — σχεδόν τέσσερις ώρες.
Και ίσως χρειάζονται πράγματι τέσσερις ώρες.
Γιατί η ιστορία του Ίλον Μασκ δεν αφορά πια μόνο τον Ίλον Μασκ.
Αφορά την εξουσία.
View this post on Instagram
Το εξώφυλλο που δεν προσπαθεί να είναι διακριτικό
Το νέο εξώφυλλο του The Hollywood Reporter είναι σχεδόν αδύνατο να αγνοηθεί.
Ο Μασκ εμφανίζεται ασπρόμαυρος, σε μια εικονογράφηση που μοιάζει περισσότερο με ανατομία ενός προσώπου παρά με κλασικό celebrity portrait. Το ένα μάτι σχεδόν παγωμένο, το πρόσωπο αυστηρό και στη μέση μία τεράστια κόκκινη λέξη:
UnMusked.
Ένα λογοπαίγνιο ανάμεσα στο όνομά του και στο «unmasked» — αποκαλυμμένος, χωρίς μάσκα.
Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Ούτε είναι ουδέτερη. Το ίδιο το cover story παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ ως μια προσπάθεια να εξεταστεί όχι μόνο ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά ένας άνθρωπος του οποίου η δύναμη έχει πλέον ξεφύγει από τα παραδοσιακά όρια ενός επιχειρηματία.
Και κάπου εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη της ιστορίας.
Δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μάθουμε εάν ο Μασκ είναι συμπαθής ή αντιπαθής στην προσωπική του ζωή. Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού: πώς ένας ιδιώτης απέκτησε τόση δύναμη ώστε οι προσωπικές του αποφάσεις να μπορούν να έχουν δημόσιες συνέπειες;
Αυτό είναι ένα από τα βασικά ερωτήματα που θέλει να θέσει ο Γκίμπνεϊ.
Ο άνθρωπος που κινηματογραφεί την εξουσία
Η επιλογή του σκηνοθέτη έχει τη σημασία της.
Ο Άλεξ Γκίμπνεϊ δεν είναι δημιουργός που έγινε γνωστός για celebrity documentaries. Είναι ένας κινηματογραφιστής που έχει χτίσει μεγάλο μέρος της καριέρας του εξετάζοντας συστήματα εξουσίας, ανθρώπους και θεσμούς που θεωρούσαν ότι βρίσκονται πέρα από τον έλεγχο.
Το 2008 κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ για το Taxi to the Dark Side, μια έρευνα γύρω από τα βασανιστήρια και τις πρακτικές ανάκρισης στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.
Έχει ασχοληθεί με τη Scientology, με τον Λανς Άρμστρονγκ, με το WikiLeaks, με εταιρικά και πολιτικά σκάνδαλα. Το κοινό νήμα είναι σχεδόν πάντα το ίδιο: τι συμβαίνει όταν η ισχύς συγκεντρώνεται και εκείνοι που την κατέχουν παύουν να αισθάνονται ότι λογοδοτούν.
Με τον Μασκ, αυτό το ερώτημα αποκτά ίσως την πιο σύγχρονη εκδοχή του.
Το ντοκιμαντέρ βρίσκεται σε παραγωγή εδώ και τουλάχιστον τριάμισι χρόνια. Μάλιστα, σύμφωνα με τους New York Times, ο Γκίμπνεϊ είχε ολοκληρώσει μια πρώτη εκδοχή αρκετά νωρίτερα, αλλά καθυστέρησε την κυκλοφορία καθώς η ίδια η ιστορία του Μασκ συνέχιζε να αλλάζει με τέτοια ταχύτητα ώστε το φιλμ κινδύνευε να είναι ήδη παλιό πριν προβληθεί.
Και αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Ένα ντοκιμαντέρ που άλλαζε όσο άλλαζε ο ίδιος ο Μασκ
Όταν ξεκίνησε το project, η ιστορία μπορούσε ακόμη να παρουσιαστεί κυρίως ως το πορτρέτο ενός αμφιλεγόμενου επιχειρηματία.
Στο μεταξύ, όμως, ο Μασκ απέκτησε το Twitter και το μετονόμασε σε X, η πολιτική του παρουσία έγινε πολύ πιο έντονη, υποστήριξε και χρηματοδότησε την προεδρική καμπάνια του Ντόναλντ Τραμπ το 2024 και αργότερα συνδέθηκε με το Department of Government Efficiency, το DOGE.
Οι New York Times αναφέρουν ότι ακριβώς αυτές οι εξελίξεις ήταν μεταξύ εκείνων που οδήγησαν τον Γκίμπνεϊ να καθυστερήσει την ταινία και να συνεχίσει να προσθέτει υλικό.
Ξαφνικά, το θέμα δεν ήταν πια απλώς ένας eccentric billionaire. Ήταν η μεταμόρφωση της οικονομικής ισχύος σε πολιτική επιρροή.
Και αυτή είναι ίσως μία από τις σημαντικότερες ιστορίες της εποχής μας.
Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, η επιχειρηματική εξουσία και η πολιτική εξουσία —τουλάχιστον θεωρητικά— αποτελούσαν διαφορετικούς κόσμους. Φυσικά οι μεγάλοι επιχειρηματίες είχαν πάντοτε πρόσβαση στην πολιτική. Χρηματοδοτούσαν καμπάνιες, ασκούσαν lobbying, επηρέαζαν κυβερνήσεις.
Στην περίπτωση του Μασκ όμως υπάρχει κάτι διαφορετικό.
Δεν διαθέτει απλώς χρήματα.
Διαθέτει υποδομές.
Όταν ο δισεκατομμυριούχος δεν πουλά απλώς προϊόντα
Η Tesla παράγει αυτοκίνητα και ενεργειακά συστήματα. Η SpaceX εκτοξεύει πυραύλους και αποτελεί κρίσιμο παίκτη της σύγχρονης διαστημικής οικονομίας. Το Starlink διαθέτει ένα τεράστιο δίκτυο δορυφόρων που προσφέρει πρόσβαση στο internet ακόμη και σε περιοχές όπου οι συμβατικές υποδομές δεν λειτουργούν. Το X είναι μια παγκόσμια πλατφόρμα επικοινωνίας και πολιτικού διαλόγου. Η xAI βρίσκεται μέσα στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης.
Αυτό αλλάζει τη φύση της συζήτησης.
Όταν ένας δισεκατομμυριούχος κατέχει μια εταιρεία πολυτελών προϊόντων, η δύναμή του είναι κυρίως οικονομική.
Όταν όμως ελέγχει ταυτόχρονα μια πλατφόρμα πληροφόρησης, δορυφορικές επικοινωνίες, διαστημική τεχνολογία και εταιρείες που συνεργάζονται με κυβερνήσεις, τότε τα όρια μεταξύ εταιρικής και δημόσιας εξουσίας αρχίζουν να θολώνουν.
Αυτό είναι ουσιαστικά το μεγάλο θέμα πίσω από το Musk.
Όχι «ποιος είναι πραγματικά ο Ίλον Μασκ;».
Αλλά τι σημαίνει για μια δημοκρατία όταν ένας άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει τέτοια συγκέντρωση τεχνολογικής, οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος;
Ο «σύγχρονος Λεονάρντο ντα Βίντσι» και η εικόνα που έχτισε
Στο επίσημο σημείωμά του για το Φεστιβάλ Βενετίας, ο Γκίμπνεϊ χρησιμοποιεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κινηματογραφική μεταφορά.
Μιλά για το λεγόμενο «master shot» — το γενικό πλάνο που χρησιμοποιούν οι σκηνοθέτες για να καθορίσουν τη βασική οπτική μιας σκηνής.
Κατά τον Γκίμπνεϊ, ο Μασκ έχει καταφέρει κάτι αντίστοιχο με τη δημόσια εικόνα του: έχει δημιουργήσει το δικό του «master shot».
Σε αυτή την εικόνα, γράφει ο σκηνοθέτης, οι θαυμαστές και οι ευνοϊκοί βιογράφοι του τον παρουσιάζουν σαν έναν σύγχρονο Λεονάρντο ντα Βίντσι: τον άνθρωπο που έχει απάντηση για όλα, προσπαθεί να σώσει τον πλανήτη και ταυτόχρονα να μετατρέψει την ανθρωπότητα σε πολυπλανητικό είδος.
Ο Γκίμπνεϊ λέει ότι επέλεξε να κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Να εγκαταλείψει το «master shot» και να κοιτάξει την ιστορία από διαφορετικές γωνίες.
Η μεταφορά που χρησιμοποιεί είναι ο Μάγος του Οζ. Όχι η τεράστια, επιβλητική μορφή του μάγου που εμφανίζεται μπροστά στο κοινό, αλλά ο Toto, ο μικρός σκύλος που τραβά την κουρτίνα και αποκαλύπτει από πίσω έναν συνηθισμένο άνθρωπο να χειρίζεται μοχλούς και μηχανισμούς.
Είναι ίσως η πιο εύγλωττη περιγραφή της φιλοσοφίας του ντοκιμαντέρ.
Ο Γκίμπνεϊ δεν ενδιαφέρεται τόσο για τον μύθο.
Θέλει να κοιτάξει πίσω από την κουρτίνα.
«Ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος που έχω γνωρίσει»
Στο cover story του Hollywood Reporter υπάρχει και μια φράση που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ταξιδέψει πολύ περισσότερο από την ίδια την ταινία.
Ο Γκίμπνεϊ αναφέρει ότι κάποιος που είχε συνεργαστεί στενά με τον Μασκ τού είπε:
«Είναι ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος που έχω γνωρίσει».
Η φράση έχει ήδη αρχίσει να αναπαράγεται καθώς πλησιάζει η πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ.
Από μόνη της, φυσικά, δεν αποδεικνύει τίποτα για την ψυχολογία του Μασκ. Και θα ήταν λάθος να επιχειρήσει κανείς οποιαδήποτε ψυχολογική διάγνωση ενός ανθρώπου μέσα από μαρτυρίες τρίτων ή δημόσιες εμφανίσεις.
Έχει όμως αφηγηματική δύναμη επειδή συγκρούεται με το κυρίαρχο στερεότυπο της επιτυχίας.
Ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο.
Ο επιχειρηματίας που μπορεί να αγοράσει μια παγκόσμια πλατφόρμα επειδή διαφωνεί με τον τρόπο λειτουργίας της.
Ο άνθρωπος που στέλνει πυραύλους στο διάστημα.
Και πίσω από όλα αυτά, σύμφωνα τουλάχιστον με μια μαρτυρία που επικαλείται ο σκηνοθέτης, ένας βαθιά δυστυχισμένος άνθρωπος.
Η αντίθεση είναι σχεδόν κινηματογραφική.
Αλλά το ντοκιμαντέρ φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για το τι μπορεί να συμβεί όταν η προσωπικότητα ενός ανθρώπου συνδυάζεται με πρωτοφανή εξουσία.
Ο Γκίμπνεϊ δεν κρύβει τη θέση του
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική δημοσιογραφική σημείωση.
Το Musk δεν παρουσιάζεται από τον ίδιο τον δημιουργό του ως ένα ουδέτερο εταιρικό βιογραφικό.
Ο Γκίμπνεϊ έχει ξεκάθαρη κριτική οπτική. Στο επίσημο statement της Βενετίας περιγράφει την ταινία ως μια ιστορία γύρω από την εξουσία και την κατάχρησή της και υποστηρίζει ότι επαναπλαισιώνει την ιστορία του επιχειρηματία με πολύ πιο σκοτεινούς όρους.
Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος ο Μασκ είχε απορρίψει δημόσια το project ήδη από το 2023, χαρακτηρίζοντάς το «hit piece».
Αυτό έχει σημασία, γιατί η ταινία πρέπει να κριθεί ως αυτό που είναι: η ερευνητική και κινηματογραφική οπτική του Άλεξ Γκίμπνεϊ πάνω στον Ίλον Μασκ, όχι κάποια τελεσίδικη απόφαση για τον χαρακτήρα ή τα κίνητρά του.
Και ίσως ακριβώς αυτή η σύγκρουση των δύο αφηγήσεων να κάνει την ταινία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Ο Μασκ έχει περάσει μεγάλο μέρος της καριέρας του χτίζοντας ο ίδιος την ιστορία του.
Τώρα κάποιος άλλος επιχειρεί να την αφηγηθεί.
Οι άνθρωποι που εμφανίζονται μπροστά στην κάμερα
Η επίσημη καταχώριση της Biennale αποκαλύπτει και ορισμένα από τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην ταινία.
Ανάμεσά τους βρίσκονται η πρώτη σύζυγός του, Τζαστίν Μασκ, η Άσλεϊ Σεν Κλερ, η δημοσιογράφος τεχνολογίας Κάρα Σουίσερ, ο συνιδρυτής της Tesla Μάρτιν Έμπερχαρντ, η δημοσιογράφος Ζόι Σίφερ και ο νομπελίστας και πρωτοπόρος της τεχνητής νοημοσύνης Τζέφρι Χίντον.
Η επιλογή είναι χαρακτηριστική.
Δεν πρόκειται μόνο για ανθρώπους της προσωπικής ζωής του Μασκ. Πρόκειται και για ανθρώπους που μπορούν να μιλήσουν για διαφορετικές εκδοχές της επιρροής του: την Tesla, την τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τη δημόσια εικόνα του.
Ο Γκίμπνεϊ φαίνεται να χτίζει όχι απλώς ένα βιογραφικό πορτρέτο, αλλά ένα μωσαϊκό εξουσίας.
Και αυτό εξηγεί πιθανότατα και την ασυνήθιστα μεγάλη διάρκεια της ταινίας.
Γιατί ο Μασκ είναι το τέλειο πρόσωπο της εποχής μας
Ίσως όμως υπάρχει ένας βαθύτερος λόγος που ένα τετράωρο ντοκιμαντέρ για τον Ίλον Μασκ μοιάζει τόσο επίκαιρο το 2026.
Ο Μασκ αποτελεί την πιο ακραία έκφραση μιας τεράστιας αλλαγής που έχει συμβεί στον καπιταλισμό των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Οι παλιοί βιομήχανοι ήταν πανίσχυροι επειδή έλεγχαν εργοστάσια, πρώτες ύλες και κεφάλαια.
Οι σημερινοί τεχνολογικοί δισεκατομμυριούχοι μπορούν να ελέγχουν κάτι ακόμη πιο πολύτιμο: τις υποδομές μέσα από τις οποίες λειτουργεί η σύγχρονη ζωή.
Την πληροφορία.
Την επικοινωνία.
Τα δεδομένα.
Την τεχνητή νοημοσύνη.
Τους αλγορίθμους που αποφασίζουν τι θα δούμε.
Ακόμη και το internet που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας στρατός σε μια εμπόλεμη ζώνη.
Και σε αυτό το σημείο η συζήτηση παύει να αφορά τον φθόνο για έναν δισεκατομμυριούχο ή τον θαυμασμό για έναν ιδιοφυή επιχειρηματία.
Γίνεται θεσμική. Ποιος ελέγχει εκείνον που ελέγχει την υποδομή;
Ο Μασκ ως brand
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που ο Μασκ κατάλαβε ίσως νωρίτερα από πολλούς άλλους CEOs: στην εποχή των social media, ο ιδρυτής μπορεί να γίνει μεγαλύτερο brand από την ίδια την εταιρεία του.
Ο Στιβ Τζομπς είχε ήδη δείξει τη δύναμη του founder mythology. Ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της Meta. Ο Τζεφ Μπέζος ταυτίστηκε με την Amazon.
Ο Μασκ πήγε ένα βήμα παραπέρα. Έκανε τον εαυτό του προϊόν.
Tweets, memes, συνεντεύξεις, προκλητικές δηλώσεις, πολιτικές παρεμβάσεις, δημόσιες συγκρούσεις, ανακοινώσεις εταιρικών σχεδίων. Η προσωπικότητά του έγινε μέρος της χρηματιστηριακής, τεχνολογικής και πολιτισμικής αφήγησης γύρω από τις εταιρείες του.
Και αυτή η στρατηγική έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα: δημιουργεί κοινότητα. Έχει όμως και ένα αντίστοιχο ρίσκο.
Όταν ο άνθρωπος και η εταιρεία γίνονται ένα, κάθε προσωπική επιλογή του πρώτου μπορεί να επηρεάσει το δεύτερο.
Και όταν ο ίδιος άνθρωπος ελέγχει πολλές εταιρείες σε στρατηγικούς κλάδους, οι συνέπειες πολλαπλασιάζονται.
Από τη Βενετία στις κινηματογραφικές αίθουσες
Το Musk θα προβληθεί εκτός διαγωνιστικού τμήματος στο Φεστιβάλ Βενετίας, με τις επίσημες προβολές να ξεκινούν στις αρχές Σεπτεμβρίου. Η Biennale αναφέρει διάρκεια 225 λεπτών και δεκάλεπτο διάλειμμα.
Σύμφωνα με τους New York Times, η κινηματογραφική κυκλοφορία στις ΗΠΑ έχει προγραμματιστεί για τις 16 Οκτωβρίου 2026.
Το γεγονός ότι μία σχεδόν τετράωρη έρευνα γύρω από έναν επιχειρηματία βρίσκεται ανάμεσα στα πλέον συζητημένα ντοκιμαντέρ ενός μεγάλου κινηματογραφικού φεστιβάλ είναι από μόνο του ενδεικτικό της θέσης που έχει αποκτήσει ο Μασκ στην παγκόσμια κουλτούρα.
Δεν είναι πλέον απλώς CEO.
Είναι πολιτικό πρόσωπο χωρίς να είναι πολιτικός, media owner χωρίς να προέρχεται από τα media, γεωπολιτικός παράγοντας χωρίς να εκπροσωπεί κράτος και celebrity χωρίς να ανήκει παραδοσιακά στη show business.
Αυτή ακριβώς η αδυναμία να τον τοποθετήσεις σε μία κατηγορία εξηγεί και τη δύναμή του.
Το πραγματικό ερώτημα πίσω από το «UnMusked»
Ίσως τελικά το πιο έξυπνο στοιχείο του εξωφύλλου του Hollywood Reporter να μην είναι η εικόνα του Μασκ.
Είναι η λέξη.
UnMusked.
Γιατί υπονοεί ότι πίσω από την εικόνα υπάρχει κάποια αλήθεια που δεν έχουμε ακόμη δει.
Αλλά ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση δεν είναι αν το ντοκιμαντέρ θα καταφέρει πράγματι να μας αποκαλύψει τον «πραγματικό» Ίλον Μασκ. Οι άνθρωποι, άλλωστε, είναι πολύ πιο σύνθετοι από μια ταινία — ακόμη και αν αυτή διαρκεί σχεδόν τέσσερις ώρες.
Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι τι αποκαλύπτει η ιστορία του για εμάς.
Για μια κοινωνία που γοητεύεται από τους δισεκατομμυριούχους όσο γοητευόταν κάποτε από τους κινηματογραφικούς αστέρες.
Για μια οικονομία που επέτρεψε σε ελάχιστους ανθρώπους να συγκεντρώσουν πλούτο μεγαλύτερο από το ΑΕΠ ολόκληρων χωρών.
Για έναν τεχνολογικό κόσμο όπου οι εταιρείες δεν κατασκευάζουν απλώς προϊόντα αλλά διαχειρίζονται την πληροφορία, την επικοινωνία και τις υποδομές της καθημερινότητάς μας.
Και για μια εποχή στην οποία ο μύθος του «ιδιοφυούς founder» συχνά μας κάνει να ξεχνάμε μια πολύ παλιά αρχή:
όσο μεγαλύτερη είναι η εξουσία, τόσο σημαντικότερη γίνεται η λογοδοσία.
Ο Άλεξ Γκίμπνεϊ θέλει να τραβήξει την κουρτίνα.
Το αν πίσω της θα βρούμε έναν οραματιστή, έναν αδίστακτο power player, έναν αντιφατικό άνθρωπο ή όλα αυτά ταυτόχρονα θα κριθεί όταν το Musk φτάσει στο κοινό.
Αλλά το γεγονός ότι η ερώτηση δεν είναι πια «πόσο επιτυχημένος μπορεί να γίνει ο Ίλον Μασκ;» και έχει μετατραπεί σε «πόση δύναμη μπορεί να έχει ένας άνθρωπος;» ίσως είναι από μόνο του η σημαντικότερη ιστορία.
Γιατί κάποτε ο Μασκ ήθελε να αλλάξει τον κόσμο.
Σήμερα η συζήτηση είναι αν απέκτησε αρκετή δύναμη ώστε πράγματι να μπορεί να το κάνει.