Δεν ζηλεύουμε πάντα αυτό που έχει ο άλλος, αλλά τη βεβαιότητά του
Μήπως τελικά δεν ζηλεύουμε τη ζωή του άλλου, αλλά τη βεβαιότητα ότι εκείνος μοιάζει να ξέρει προς τα πού πηγαίνει;
Περιεχόμενα
- Μήπως δεν ζηλεύουμε τα πράγματα, αλλά όσα πιστεύουμε ότι προσφέρουν;
- Είναι δύσκολο να παραδεχτείς ότι δεν ξέρεις
- Τη ζωή των άλλων τη βλέπουμε αφού έχει μονταριστεί
- Υπάρχουν άνθρωποι που μας ενοχλούν επειδή τόλμησαν
- Οι ενδιάμεσες περίοδοι δεν φωτογραφίζονται ωραία
- Ίσως όλοι ζηλεύουμε κάποιον που φαίνεται πιο σίγουρος
- Η ζήλια μπορεί να μας πει τι μας λείπει
- Δεν χρειάζεται να ξέρουμε ολόκληρο τον δρόμο
Κάποιες φορές κοιτάζουμε έναν άνθρωπο που μοιάζει να ξέρει ακριβώς τι θέλει και νομίζουμε ότι ζηλεύουμε τη δουλειά, τη σχέση ή τη ζωή του. Ίσως, όμως, αυτό που μας λείπει να μην είναι τίποτα από όλα αυτά, αλλά η αίσθηση ότι ξυπνάς το πρωί και γνωρίζεις προς τα πού πηγαίνεις.
Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν για το μέλλον με μια άνεση που σχεδόν σε ξαφνιάζει. Σου λένε πού θέλουν να βρίσκονται σε δύο χρόνια, ποια δουλειά θέλουν να κάνουν, σε ποια πόλη θέλουν να ζήσουν, αν θέλουν οικογένεια ή αν δεν τη θέλουν καθόλου, ποιο είναι το επόμενο βήμα τους και τι σκοπεύουν να αφήσουν πίσω. Τους ακούς και μπορεί να μη θέλεις τίποτα από όλα αυτά για τον εαυτό σου. Δεν θα επέλεγες τη δουλειά τους, δεν θα άλλαζες τη σχέση σου με τη δική τους, ίσως ούτε καν να σου άρεσε η ζωή που περιγράφουν. Κι όμως, κάτι μέσα σου σκιρτά με εκείνον τον ελαφρώς άβολο τρόπο που έχουμε μάθει να ονομάζουμε ζήλια.
Μόνο που ίσως δεν ζηλεύεις τη ζωή τους. Ζηλεύεις τη σιγουριά με την οποία μιλούν γι’ αυτήν.
Γιατί υπάρχει κάτι πολύ ελκυστικό σε έναν άνθρωπο που φαίνεται να ξέρει πού πηγαίνει, ιδιαίτερα όταν εσύ βρίσκεσαι σε μια περίοδο όπου όλα μοιάζουν λίγο θολά. Όταν δεν είσαι βέβαιος αν θέλεις να μείνεις ή να φύγεις, αν αυτό που κάποτε θεωρούσες όνειρό σου εξακολουθεί να σε αφορά, αν η ζωή που έχτισες είναι εκείνη που θέλεις να συνεχίσεις να ζεις ή αν απλώς συνήθισες να τη ζεις.
Και τότε η βεβαιότητα του άλλου μοιάζει σχεδόν με πολυτέλεια.
Μήπως δεν ζηλεύουμε τα πράγματα, αλλά όσα πιστεύουμε ότι προσφέρουν;
Συνήθως σκεφτόμαστε τη ζήλια με πολύ συγκεκριμένους όρους. Ζηλεύουμε την επιτυχία, τα χρήματα, την εμφάνιση, ένα ωραίο σπίτι, μια σχέση, ένα ταξίδι, μια επαγγελματική θέση. Είναι εύκολο να πιστέψουμε ότι επιθυμούμε αυτά που βλέπουμε, επειδή αυτά είναι τα χειροπιαστά στοιχεία της ζωής του άλλου.
Στην πραγματικότητα, όμως, πολλές φορές δεν επιθυμούμε το ίδιο το πράγμα, αλλά το συναίσθημα που φανταζόμαστε ότι το συνοδεύει.
Δεν ζηλεύεις απαραίτητα το σπίτι. Μπορεί να ζηλεύεις την αίσθηση ότι κάποιος έχει βρει τον τόπο του.
Δεν ζηλεύεις απαραίτητα έναν γάμο. Μπορεί να ζηλεύεις την εντύπωση ότι δύο άνθρωποι κοίταξαν ο ένας τον άλλον και είπαν «εδώ θέλω να μείνω».
Δεν ζηλεύεις τη γυναίκα που άφησε μια ασφαλή δουλειά για να ξεκινήσει κάτι δικό της. Ίσως αυτό που σε αγγίζει περισσότερο είναι ότι κάποια στιγμή πήρε μια απόφαση, έκλεισε μια πόρτα και προχώρησε χωρίς να γνωρίζει αν η επόμενη θα ανοίξει.
Ούτε ζηλεύεις απαραίτητα εκείνον που μετακόμισε στην άλλη άκρη του κόσμου. Μπορεί να μη θέλεις να φύγεις πουθενά. Ζηλεύεις, όμως, για μια στιγμή το γεγονός ότι εκείνος διάλεξε έναν δρόμο και τον ακολούθησε.
Κάποιες φορές, δηλαδή, αυτό που ονομάζουμε ζήλια είναι απλώς η επιθυμία να αισθανθούμε κι εμείς ότι η ζωή μας έχει μια κατεύθυνση.
Είναι δύσκολο να παραδεχτείς ότι δεν ξέρεις
Η ενήλικη ζωή έχει μια παράξενη απαίτηση: όσο μεγαλώνεις, τόσο περισσότερο υποτίθεται ότι πρέπει να ξέρεις.
Στα είκοσι επιτρέπεται να ψάχνεσαι. Μπορείς να αλλάξεις δουλειά, πόλη, σχέσεις, σχέδια και όνειρα χωρίς να χρειάζεται να δώσεις ιδιαίτερες εξηγήσεις. Όλα θεωρούνται μέρος της αναζήτησης.
Μετά, όμως, αρχίζουμε να περιμένουμε από τους ανθρώπους να έχουν κατασταλάξει. Να γνωρίζουν τι θέλουν από τη ζωή, ποιον θέλουν δίπλα τους, τι θα κάνουν επαγγελματικά και πού φαντάζονται τον εαυτό τους σε πέντε χρόνια. Λες και υπάρχει κάποια ηλικία κατά την οποία η αμφιβολία θα έπρεπε να εξαφανιστεί.
Δεν εξαφανίζεται.
Υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες ξέρεις ακριβώς τι θέλεις και άλλες στις οποίες η μόνη καθαρή σκέψη που έχεις είναι ότι αυτό που ήθελες μέχρι χθες δεν σε χωράει πια. Δεν ξέρεις αν πρέπει να αφήσεις μια δουλειά ή αν απλώς κουράστηκες. Δεν ξέρεις αν θέλεις να αλλάξεις ζωή ή αν χρειάζεσαι λίγες ημέρες μακριά από αυτήν. Δεν ξέρεις αν μια σχέση περνά μια δύσκολη περίοδο ή αν κάτι έχει τελειώσει. Δεν ξέρεις καν αν το όνειρο που κυνηγούσες τόσα χρόνια ήταν πραγματικά δικό σου ή αν απλώς το διάλεξες τόσο νωρίς ώστε δεν θυμάσαι πια γιατί.
Το «δεν ξέρω» είναι μια δύσκολη φράση, επειδή μοιάζει σαν να παραδέχεσαι αδυναμία. Κι όμως, υπάρχουν φορές που είναι η πιο τίμια απάντηση που διαθέτουμε.
Τη ζωή των άλλων τη βλέπουμε αφού έχει μονταριστεί
Υπάρχει ένας ακόμη λόγος που η βεβαιότητα των άλλων μάς εντυπωσιάζει τόσο: συνήθως βλέπουμε μόνο τη στιγμή κατά την οποία η απόφαση έχει ήδη παρθεί.
Βλέπουμε την ανακοίνωση μιας καινούργιας δουλειάς, όχι τους μήνες που προηγήθηκαν και τις νύχτες που κάποιος αναρωτιόταν αν ήταν τρέλα να αφήσει την προηγούμενη. Βλέπουμε το εισιτήριο για μια καινούργια χώρα, όχι τον φόβο πριν κλειστεί. Βλέπουμε το «ναι» ενός γάμου, αλλά όχι όλες τις δύσκολες συζητήσεις που μπορεί να προηγήθηκαν. Βλέπουμε μια νέα επιχείρηση, όχι τις φορές που ο άνθρωπος πίσω από αυτήν σκέφτηκε ότι ίσως δεν θα τα καταφέρει.
Τα social media έχουν κάνει αυτή την ψευδαίσθηση ακόμη πιο έντονη, γιατί εκεί οι ζωές παρουσιάζονται κυρίως μέσα από αποφάσεις και αποτελέσματα. Κάποιος ανακοινώνει ότι μετακομίζει στο Παρίσι και μοιάζει σαν να το ήξερε από πάντα. Κάποιος γράφει ότι πήρε «την καλύτερη απόφαση της ζωής του» και δεν γνωρίζουμε πόσες φορές μετάνιωσε πριν καταλήξει ότι ήταν πράγματι σωστή.
Τις ζωές των άλλων τις βλέπουμε αφού έχουν μονταριστεί. Τη δική μας τη ζούμε στα αμοντάριστα πλάνα.
Ξέρουμε κάθε φόβο, κάθε δεύτερη σκέψη, κάθε πιθανό σενάριο. Ξέρουμε τι θα χάσουμε αν φύγουμε και τι φοβόμαστε ότι θα χάσουμε αν μείνουμε. Γνωρίζουμε όλες τις λεπτομέρειες που δεν χωρούν σε μια φωτογραφία.
Γι’ αυτό και η ζωή του άλλου μοιάζει συχνά πιο καθαρή από τη δική μας. Τη δική του τη βλέπουμε από απόσταση, ενώ στη δική μας βρισκόμαστε μέσα.
Υπάρχουν άνθρωποι που μας ενοχλούν επειδή τόλμησαν
Υπάρχει μια μορφή ζήλιας που είναι ακόμη δυσκολότερο να παραδεχτούμε. Είναι εκείνη που εμφανίζεται όταν κάποιος κάνει αυτό που εμείς σκεφτόμαστε εδώ και καιρό αλλά δεν έχουμε τολμήσει ακόμη.
Φεύγει από μια σχέση που δεν τον κάνει ευτυχισμένο. Παραιτείται από μια δουλειά που τον εξαντλεί. Μετακομίζει. Ξεκινά κάτι καινούργιο. Λέει ένα «όχι» που εμείς αναβάλλουμε μήνες. Αλλάζει γνώμη για τη ζωή που νόμιζε ότι ήθελε και, αντί να απολογηθεί γι’ αυτό, προχωρά.
Και κάποιες φορές η πρώτη μας αντίδραση δεν είναι θαυμασμός.
Μπορεί να είναι ειρωνεία. Μπορεί να σκεφτούμε ότι είχε περισσότερες ευκαιρίες, περισσότερα χρήματα, περισσότερη βοήθεια, λιγότερες ευθύνες. Και φυσικά, μερικές φορές όλα αυτά είναι αλήθεια. Δεν ξεκινάμε όλοι από το ίδιο σημείο και δεν διαθέτουμε όλοι τις ίδιες δυνατότητες.
Υπάρχουν, όμως, και φορές που πίσω από την ενόχληση κρύβεται μια πολύ προσωπική ερώτηση: γιατί εκείνος έκανε αυτό που εγώ εξακολουθώ να φοβάμαι;
Και τότε η ζήλια μπορεί να γίνει χρήσιμη, γιατί αντί να μας μιλά για τον άλλον, αρχίζει να μας αποκαλύπτει κάτι για εμάς.
Βέβαια, υπάρχει κάτι που ξεχνάμε όταν θαυμάζουμε ανθρώπους που φαίνονται απόλυτα σίγουροι για τις επιλογές τους: μπορεί απλώς να κάνουν λάθος με τεράστια αυτοπεποίθηση.
Η βεβαιότητα δεν είναι απόδειξη ότι επέλεξες σωστά.
Ένας άνθρωπος μπορεί στα 30 να είναι απολύτως πεπεισμένος ότι θέλει μια συγκεκριμένη ζωή και στα 45 να μην αναγνωρίζει πια τον άνθρωπο που έκανε εκείνη την επιλογή. Μπορεί να κυνηγήσει με πείσμα μια επαγγελματική επιτυχία και, όταν την αποκτήσει, να ανακαλύψει ότι δεν του δίνει τίποτα από όσα περίμενε. Μπορεί να πιστέψει ότι βρήκε τον άνθρωπο με τον οποίο θα περάσει ολόκληρη τη ζωή του και χρόνια αργότερα να χρειαστεί να ξανασκεφτεί τα πάντα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έκανε λάθος τότε.
Σημαίνει ότι οι άνθρωποι αλλάζουν.
Ίσως γι’ αυτό δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε τη βεβαιότητα ως κάποια ανώτερη κατάσταση στην οποία πρέπει όλοι να φτάσουμε. Η ζωή δεν ανταμείβει πάντα εκείνον που ήταν πιο σίγουρος. Ούτε τιμωρεί εκείνον που χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για να αποφασίσει.
Καμιά φορά η αμφιβολία είναι απλώς ένδειξη ότι καταλαβαίνεις πόσο σημαντική είναι μια επιλογή.
Οι ενδιάμεσες περίοδοι δεν φωτογραφίζονται ωραία
Υπάρχουν περίοδοι της ζωής που δεν έχουν ξεκάθαρο τίτλο. Έχεις φύγει από κάτι, αλλά δεν έχεις φτάσει ακόμη στο επόμενο. Έχεις καταλάβει τι δεν θέλεις, χωρίς να έχεις αποφασίσει τι θέλεις. Νιώθεις ότι μια παλιά εκδοχή του εαυτού σου δεν σε εκφράζει πια, αλλά η καινούργια δεν έχει ακόμη σχηματιστεί.
Αυτές είναι ίσως οι δυσκολότερες περίοδοι, επειδή δεν προσφέρουν την ανακούφιση μιας ιστορίας με αρχή, μέση και τέλος.
Όταν κάποιος σε ρωτά «τι θα κάνεις τώρα;», δεν έχεις μια ωραία απάντηση.
Και σε μια εποχή που έχουμε συνηθίσει να παρουσιάζουμε κάθε αλλαγή σαν ανακοίνωση νέου κεφαλαίου, το να βρίσκεσαι ανάμεσα σε δύο κεφάλαια μοιάζει σχεδόν με αποτυχία.
Δεν είναι.
Μπορεί να είναι ακριβώς η περίοδος κατά την οποία συμβαίνει η σημαντικότερη δουλειά, έστω κι αν δεν φαίνεται. Εκεί που αρχίζεις να ξεχωρίζεις όσα πραγματικά θέλεις από εκείνα που συνήθισες να θέλεις. Εκεί που καταλαβαίνεις ποιες επιθυμίες ήταν δικές σου και ποιες κληρονόμησες από την οικογένεια, την κοινωνία ή την εικόνα που είχες κάποτε για τον εαυτό σου.
Δεν είναι χαμένος χρόνος.
Είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ξαναβρίσκεις την κατεύθυνσή σου.
Ίσως όλοι ζηλεύουμε κάποιον που φαίνεται πιο σίγουρος
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο άνθρωπος που κοιτάζεις και σκέφτεσαι «αυτός ξέρει ακριβώς τι κάνει» μπορεί την ίδια στιγμή να αισθάνεται εντελώς διαφορετικά.
Μπορεί να έχει τις ίδιες αμφιβολίες και απλώς να μην τις βλέπεις. Μπορεί να ακολουθεί ένα σχέδιο επειδή φοβάται περισσότερο να μην έχει κανένα. Μπορεί να προχωρά επειδή δεν γνωρίζει τι άλλο να κάνει. Μπορεί ακόμη και να κοιτάζει εσένα και να ζηλεύει κάτι που εσύ θεωρείς αυτονόητο.
Εμείς γνωρίζουμε τις αμφιβολίες μας. Των άλλων γνωρίζουμε κυρίως τις αποφάσεις τους.
Κι έτσι δημιουργείται μια περίεργη αλυσίδα ανθρώπων που πιστεύουν ότι όλοι οι υπόλοιποι έχουν καταλάβει κάτι που εκείνοι έχασαν.
Ίσως κανείς δεν το έχει καταλάβει τόσο καλά όσο φαίνεται.
Η ζήλια μπορεί να μας πει τι μας λείπει
Αντί λοιπόν να ντρεπόμαστε κάθε φορά που νιώθουμε μια μικρή ζήλια, ίσως αξίζει να την κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά.
Τι ήταν αυτό που πραγματικά μας ενόχλησε;
Ήταν το σπίτι του άλλου ή η αίσθηση ότι κάπου ανήκει;
Ήταν η σχέση του ή η οικειότητα που φανταζόμαστε ότι υπάρχει μέσα σε αυτήν;
Ήταν η επαγγελματική του επιτυχία ή το γεγονός ότι μοιάζει να ξυπνά το πρωί γνωρίζοντας γιατί κάνει αυτό που κάνει;
Ήταν το ταξίδι ή η ελευθερία;
Ήταν τα χρήματα ή η ασφάλεια που πιστεύουμε ότι προσφέρουν;
Ήταν τελικά η ζωή του ή η αίσθηση ότι η ζωή του έχει μια κατεύθυνση;
Αυτές οι ερωτήσεις έχουν μεγαλύτερη αξία από το να πούμε απλώς στον εαυτό μας «ζηλεύω». Γιατί όταν καταλάβεις τι ακριβώς είναι αυτό που επιθυμείς, ο άλλος παύει να είναι το κέντρο της ιστορίας.
Το κέντρο γίνεσαι ξανά εσύ.
Δεν χρειάζεται να ξέρουμε ολόκληρο τον δρόμο
Ίσως το μεγαλύτερο λάθος μας είναι ότι πιστεύουμε πως για να προχωρήσουμε πρέπει πρώτα να είμαστε βέβαιοι.
Θέλουμε να ξέρουμε ότι η δουλειά θα πετύχει πριν την ξεκινήσουμε, ότι η σχέση θα κρατήσει πριν αφεθούμε, ότι η μετακόμιση θα μας κάνει ευτυχισμένους πριν κλείσουμε το εισιτήριο, ότι η απόφαση που παίρνουμε σήμερα θα εξακολουθεί να μας φαίνεται σωστή σε δέκα χρόνια.
Μόνο που κανείς δεν παίρνει τέτοιες εγγυήσεις.
Ούτε οι άνθρωποι που μοιάζουν τόσο βέβαιοι.
Η ζωή δεν μας ζητά πάντα να γνωρίζουμε τον τελικό προορισμό. Υπάρχουν φορές που αρκεί να ξέρουμε ποιο είναι το επόμενο βήμα και άλλες που ούτε αυτό είναι απολύτως ξεκάθαρο. Μπορεί να ξέρουμε μόνο ότι δεν θέλουμε να συνεχίσουμε ακριβώς όπως πριν.
Και ίσως αυτό να είναι αρκετό για να αρχίσει κάτι να αλλάζει.
Γιατί τελικά δεν ζηλεύουμε πάντα αυτό που έχει ο άλλος. Μερικές φορές ζηλεύουμε την ηρεμία με την οποία φαίνεται να έχει αποφασίσει τι θέλει από τη ζωή του, ακριβώς τη στιγμή που εμείς ακόμη ψάχνουμε.
Αλλά η αβεβαιότητα δεν σημαίνει ότι χάσαμε τον δρόμο.
Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου ο παλιός δρόμος δεν μας οδηγεί πια εκεί που θέλουμε και ο καινούργιος δεν έχει φανεί ακόμη καθαρά.
Και ίσως η πραγματική βεβαιότητα να μην είναι να ξέρεις από τώρα πού ακριβώς θα βρίσκεσαι σε πέντε ή δέκα χρόνια. Ίσως είναι κάτι πολύ πιο ήσυχο και πολύ πιο δύσκολο: να μπορείς να προχωράς χωρίς να έχεις όλες τις απαντήσεις, χωρίς να κοιτάζεις συνεχώς δίπλα σου για να δεις αν οι άλλοι προχωρούν γρηγορότερα και χωρίς να θεωρείς κάθε περίοδο αμφιβολίας χαμένο χρόνο.
Δεν χρειάζεται να βλέπεις ολόκληρο τον δρόμο για να ξέρεις ότι δεν θέλεις να μείνεις για πάντα στο ίδιο σημείο.