«Healing»: Το τέλειο άλλοθι για να φερόμαστε άσχημα; 

«Healing»: Το τέλειο άλλοθι για να φερόμαστε άσχημα; 

Μάθαμε να μιλάμε για boundaries, triggers, trauma, toxic ανθρώπους και «protecting my peace». Η εξοικείωση με τη γλώσσα της ψυχολογίας είναι ίσως μία από τις θετικότερες αλλαγές των τελευταίων χρόνων. Τι συμβαίνει, όμως, όταν οι λέξεις που δημιουργήθηκαν για να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας μετατρέπονται σε έναν κομψό τρόπο για να αποφεύγουμε την ευθύνη απέναντι στους άλλους;

Κάποτε, όταν κάποιος δεν ήθελε να πάει κάπου, έλεγε απλώς «δεν έχω διάθεση». Όταν ήθελε να σταματήσει να βλέπει έναν άνθρωπο, έλεγε —ή τουλάχιστον όφειλε να πει— «δεν θέλω να συνεχίσουμε». Όταν ένας φίλος τον ενοχλούσε, μπορούσε να θυμώσει, να μαλώσει, να εξηγήσει τι τον πείραξε.

Σήμερα τα πράγματα ακούγονται διαφορετικά.

«Πρέπει να προστατεύσω την ενέργειά μου».

«Αυτό παραβιάζει τα boundaries μου».

«Με έκανε trigger».

«Βρίσκομαι σε healing era».

«Δεν έχω χώρο αυτή τη στιγμή για αυτή την ενέργεια».

«Protecting my peace».

Ανοίγεις το TikTok ή το Instagram και είναι σαν να έχεις μπει σε μια τεράστια, άτυπη συνεδρία ψυχοθεραπείας. Όλοι γνωρίζουν κάτι για attachment styles. Όλοι έχουν συναντήσει έναν narcissist. Όλοι έχουν trauma. Οι πρώην είναι toxic, οι δύσκολες συζητήσεις είναι triggering και η απομάκρυνση από έναν άνθρωπο βαφτίζεται συχνά boundary.

Και, για να είμαστε δίκαιοι, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.

Για δεκαετίες, ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν χωρίς το λεξιλόγιο για να περιγράψουν όσα ένιωθαν. Άνθρωποι παρέμεναν σε καταστροφικές σχέσεις επειδή το «όριο» θεωρούνταν εγωισμός. Το άγχος ήταν «υπερβολή», η ψυχική εξουθένωση «τεμπελιά», η ψυχοθεραπεία κάτι που έπρεπε σχεδόν να κρύψεις.

Το γεγονός ότι σήμερα μιλάμε ανοιχτά για την ψυχική υγεία είναι πρόοδος.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η γλώσσα της αυτογνωσίας σταματά να χρησιμοποιείται για να κοιτάξουμε προς τα μέσα και αρχίζει να λειτουργεί ως όπλο προς τα έξω.

Όταν, δηλαδή, το healing γίνεται άλλοθι.

Από το therapy room στο TikTok

Υπάρχει κάτι σχεδόν παράδοξο στη σημερινή κουλτούρα της αυτοβελτίωσης. Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τόσο εύκολη πρόσβαση σε ψυχολογικές έννοιες και ταυτόχρονα ποτέ άλλοτε αυτές οι έννοιες δεν κυκλοφορούσαν τόσο αποσπασματικά.

Ένα βίντεο τριάντα δευτερολέπτων μπορεί να σου εξηγήσει γιατί ο πρώην σου είναι avoidant. Το επόμενο θα σου δώσει «πέντε σημάδια ότι έχεις απέναντί σου narcissist». Ένα τρίτο θα σου πει ότι εάν κάποιος σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα, πρέπει να τον βγάλεις από τη ζωή σου.

Και κάπου ανάμεσα στο swipe και στο επόμενο swipe, εξαιρετικά σύνθετες ψυχολογικές έννοιες μετατρέπονται σε captions.

Αυτό που χάνεται είναι η πολυπλοκότητα.

Γιατί η πραγματική ζωή δεν χωρίζεται τόσο εύκολα σε healed και toxic ανθρώπους. Ούτε κάθε δυσφορία είναι trauma, ούτε κάθε διαφωνία παραβίαση ορίων, ούτε κάθε άνθρωπος που συμπεριφέρθηκε εγωιστικά είναι ναρκισσιστής.

Και κυρίως: η ψυχολογική ωρίμανση δεν σημαίνει ότι δεν θα ξαναβρεθούμε ποτέ σε μια κατάσταση που μας κάνει να αισθανθούμε άβολα.

Πολλές φορές σημαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Το boundary δεν είναι εντολή προς τον άλλον

Ίσως καμία λέξη δεν γνώρισε τόσο μεγάλη καριέρα στα social media όσο τα boundaries.

Και δικαίως. Τα προσωπικά όρια είναι απαραίτητα. Μας βοηθούν να προστατεύσουμε τον χρόνο, το σώμα, την ιδιωτικότητα και την ψυχική μας ισορροπία.

Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά. Το όριο αφορά πρωτίστως τι θα κάνω εγώ, όχι πώς θα υποχρεώσω εσένα να συμπεριφερθείς.

«Δεν θα συνεχίσω μια συζήτηση αν αρχίσεις να με προσβάλλεις» είναι όριο.

«Δεν επιτρέπεται να διαφωνείς μαζί μου γιατί αυτό παραβιάζει τα boundaries μου» είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Κι όμως, στην κουλτούρα του Internet οι δύο έννοιες συχνά συγχέονται.

Το boundary μπορεί να μετατραπεί σε έναν ψυχολογικά εκλεπτυσμένο τρόπο ελέγχου: κάνε αυτό που θέλω, διαφορετικά δεν «σέβεσαι τα όριά μου».

Και επειδή η φράση διαθέτει το κύρος της ψυχολογικής ορολογίας, γίνεται δύσκολο ακόμη και να την αμφισβητήσεις.

Δεν είναι κάθε δυσάρεστο συναίσθημα trigger

Κάτι αντίστοιχο συνέβη με τη λέξη «trigger».

Ο όρος έχει συγκεκριμένη και σοβαρή σημασία στο πλαίσιο του τραύματος. Στην καθημερινή διαδικτυακή χρήση, όμως, άρχισε να σημαίνει σχεδόν οτιδήποτε μας ενοχλεί, μας αναστατώνει ή μας θυμώνει. Μόνο που η ενόχληση αποτελεί μέρος της ζωής.

Θα ακούσουμε πράγματα που δεν μας αρέσουν. Θα μας απορρίψουν. Θα δεχθούμε κριτική. Κάποιος θα μας πει ότι κάναμε λάθος. Θα υπάρξουν συζητήσεις που θα μας κάνουν να αισθανθούμε άβολα.

Η ψυχική υγεία δεν είναι μια κατάσταση μόνιμης συναισθηματικής άνεσης.

Και ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις της wellness εποχής: η ιδέα ότι healing σημαίνει να δημιουργήσεις γύρω σου έναν κόσμο από τον οποίο έχει αφαιρεθεί οτιδήποτε δυσάρεστο.

Αυτό δεν είναι πάντα θεραπεία.

Μπορεί να είναι απλώς αποφυγή.

«Protecting my peace» — αλλά με ποιο κόστος;

Είναι μια από τις πιο όμορφες φράσεις του Internet.

Protecting my peace. Και φυσικά υπάρχουν στιγμές που πρέπει να το κάνουμε. Υπάρχουν σχέσεις που μας εξαντλούν, άνθρωποι που επανειλημμένα παραβιάζουν τα όριά μας και καταστάσεις από τις οποίες η απομάκρυνση είναι πράξη αυτοσεβασμού.

Αλλά υπάρχει και μια λιγότερο φωτογενής αλήθεια. Οι ανθρώπινες σχέσεις διαταράσσουν την ηρεμία μας.

Η φιλία απαιτεί κάποιες φορές να ακούσεις έναν φίλο ενώ είσαι κουρασμένος. Η αγάπη απαιτεί δύσκολες συζητήσεις. Μια σχέση χρειάζεται συμβιβασμούς. Η οικογένεια έχει υποχρεώσεις. Η δουλειά περιλαμβάνει ανθρώπους που δεν θα διάλεγες για φίλους.

Δεν μπορείς να έχεις πραγματική οικειότητα χωρίς κάποια μορφή τριβής.

Αν κάθε άνθρωπος που διαταράσσει προσωρινά την εσωτερική μας γαλήνη απομακρύνεται στο όνομα του «peace», κάποια στιγμή μπορεί να ανακαλύψουμε ότι πράγματι έχουμε απόλυτη ηρεμία. Απλώς δεν έχει μείνει κανείς γύρω μας.

Όταν το ghosting απέκτησε ψυχολογικό λεξιλόγιο

Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντα.

Γιατί συμπεριφορές που παλαιότερα θα χαρακτηρίζαμε απλώς αγενείς μπορούν πλέον να παρουσιαστούν ως πράξεις αυτοφροντίδας.

Δεν απάντησα γιατί «χρειαζόμουν χώρο». Εξαφανίστηκα γιατί «έπρεπε να επιλέξω τον εαυτό μου».

Δεν εξήγησα τι συνέβη γιατί «δεν σου χρωστάω πρόσβαση σε εμένα».

Και ναι, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να παραμένει σε μια σχέση που δεν θέλει. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις κακοποίησης ή φόβου όπου η άμεση διακοπή επαφής είναι απολύτως δικαιολογημένη.

Αλλά στις συνηθισμένες ανθρώπινες σχέσεις υπάρχει κάτι που η κουλτούρα της απόλυτης αυτοπροστασίας τείνει να ξεχνά:

η ελευθερία μας να φύγουμε δεν καταργεί αυτομάτως την ευθύνη μας για τον τρόπο που φεύγουμε.

Μπορεί να έχεις κάθε δικαίωμα να τελειώσεις μια σχέση και ταυτόχρονα να οφείλεις μια έντιμη κουβέντα.

Μπορεί να χρειάζεσαι απόσταση και ταυτόχρονα να μπορείς να πεις «χρειάζομαι λίγο χρόνο».

Μπορείς να επιλέξεις τον εαυτό σου χωρίς να συμπεριφέρεσαι σαν να μην υπάρχουν άλλοι άνθρωποι.

Αυτές οι δύο ιδέες δεν αλληλοαναιρούνται.

Η εποχή της ψυχολογικής ταμπέλας

Narcissist. Gaslighter. Avoidant. Toxic. Love bomber. Emotionally unavailable.

Το λεξιλόγιο των σχέσεων έγινε εντυπωσιακά πλούσιο.

Το πρόβλημα είναι ότι οι λέξεις έχουν δύναμη. Και όταν τις χρησιμοποιούμε χωρίς ακρίβεια, δεν περιγράφουμε απλώς μια συμπεριφορά· πολλές φορές καταδικάζουμε ολόκληρο τον άνθρωπο.

Ένας πρώην μπορεί να φέρθηκε άσχημα χωρίς να έχει ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας.

Ένας άνθρωπος μπορεί να πει ψέματα χωρίς κάθε ψέμα να αποτελεί gaslighting. Κάποιος μπορεί να φοβάται τη δέσμευση χωρίς να χρειάζεται να μετατραπεί σε TikTok diagnosis.

Η ανάγκη μας να βάζουμε ετικέτες έχει όμως μια γοητευτική λειτουργία: απλοποιεί την ιστορία.

Εάν ο άλλος είναι «toxic», εμείς είμαστε αυτομάτως εκείνοι που θεραπεύονται από αυτόν.

Και τότε δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε για το δικό μας μερίδιο στη δυναμική μιας σχέσης.

Healing ή rebranding του εγωισμού;

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα.

Η αυτοφροντίδα υπήρξε αναγκαία αντίδραση σε μια κουλτούρα που, ειδικά για τις γυναίκες, εξυμνούσε επί δεκαετίες την αυτοθυσία. Να είσαι διαθέσιμη. Να συγχωρείς. Να αντέχεις. Να φροντίζεις τους πάντες πριν από εσένα.

Το «βάζω τον εαυτό μου πρώτο» ήταν επομένως μια σημαντική διόρθωση.

Αλλά κάθε πολιτισμική διόρθωση μπορεί να φτάσει στο άλλο άκρο.

Από το «πρέπει πάντα να βάζω τους άλλους πρώτους» περάσαμε κάποιες φορές στο «δεν χρωστάω τίποτα σε κανέναν».

Μόνο που μια κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι.

Χρωστάμε πράγματα ο ένας στον άλλον. Όχι απεριόριστη πρόσβαση στη ζωή μας. Όχι ανοχή στην κακοποίηση. Όχι θυσία της ψυχικής μας υγείας.

Αλλά χρωστάμε, όσο μπορούμε, στοιχειώδη ευγένεια. Ειλικρίνεια. Συνέπεια. Ενσυναίσθηση. Μια εξήγηση όταν η σχέση το δικαιολογεί. Ένα «συγγνώμη» όταν πληγώνουμε κάποιον.

Και κυρίως, χρωστάμε την αναγνώριση ότι ο άλλος άνθρωπος δεν είναι απλώς κομπάρσος στο δικό μας healing journey.

Έχει και εκείνος συναισθήματα.

Το πιο δύσκολο κομμάτι της θεραπείας δεν χωράει σε quote

Το πραγματικό healing δεν είναι πάντα όμορφο.

Δεν είναι μόνο candles, journaling, yoga, solo ταξίδια και unfollow ανθρώπων.

Μπορεί να είναι να παραδεχθείς ότι έκανες λάθος.

Να τηλεφωνήσεις σε κάποιον που πλήγωσες.

Να αντέξεις μια συζήτηση που θα προτιμούσες να αποφύγεις.

Να ακούσεις κάτι για τον εαυτό σου που δεν σου αρέσει.

Να καταλάβεις ότι ένας άνθρωπος μπορεί να σε πλήγωσε χωρίς να είναι τέρας.

Ή, ακόμη δυσκολότερα, ότι μπορεί κάποτε να υπήρξες εσύ ο δύσκολος άνθρωπος στην ιστορία κάποιου άλλου.

Αυτά δεν γίνονται εύκολα viral.

Γιατί η πραγματική αυτογνωσία δεν μας τοποθετεί πάντοτε στον ρόλο του enlightened πρωταγωνιστή που απομακρύνει τους «toxic» ανθρώπους και προστατεύει την ενέργειά του.

Μερικές φορές μας βάζει μπροστά στον καθρέφτη.

Ίσως δεν χρειαζόμαστε λιγότερη ψυχολογία, αλλά περισσότερη Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι μιλάμε πολύ για ψυχική υγεία.

Το αντίθετο.

Είναι εξαιρετικό ότι ένας άνθρωπος σήμερα μπορεί να αναγνωρίσει ένα μοτίβο χειρισμού, να ζητήσει βοήθεια, να βάλει όρια ή να φύγει από μια σχέση που τον καταστρέφει.

Δεν χρειάζεται να επιστρέψουμε στην εποχή όπου όλα έπρεπε να τα «αντέχουμε».

Χρειάζεται όμως να θυμηθούμε ότι η ψυχολογία δεν δημιουργήθηκε για να μας προσφέρει πιο sophisticated τρόπους να κατηγορούμε τους άλλους.

Δημιουργήθηκε και για να μας βοηθήσει να καταλάβουμε εμάς.

Και ίσως η πιο ώριμη εκδοχή του «protecting my peace» να μην είναι να απομακρύνω οποιονδήποτε με δυσκολεύει.

Ίσως είναι να γνωρίζω πότε πρέπει να φύγω και πότε πρέπει να μείνω για μια δύσκολη συζήτηση. Πότε πράγματι παραβιάζεται ένα όριό μου και πότε απλώς ακούω κάτι που δεν μου αρέσει. Πότε ένας άνθρωπος είναι επικίνδυνος για μένα και πότε είναι απλώς ατελής.

Όπως είμαι κι εγώ.

Γιατί το healing που δεν αφήνει καθόλου χώρο για αυτοκριτική κινδυνεύει να γίνει κάτι πολύ διαφορετικό από θεραπεία.

Ένας εξαιρετικά σύγχρονος τρόπος να λέμε «εγώ πρώτα» — χρησιμοποιώντας απλώς καλύτερες λέξεις.

Σχετικά άρθρα