Η Σιμόν ντε Μποβουάρ δεν θα είχε Instagram και γι’αυτό θα μας τρόμαζε σήμερα
Τι θα έλεγε η γυναίκα που έγραψε «Δεν γεννιέσαι γυναίκα, γίνεσαι» για τον σύγχρονο φεμινισμό, τις σχέσεις εξουσίας και την ψευδαίσθηση της ελευθερίας
Η Σιμόν Ντε Μποβουάρ δεν υπήρξε ποτέ παρηγορητική μορφή. Δεν έγραφε για να καθησυχάσει, ούτε για να προσφέρει εύκολα συνθήματα. Έγραφε για να αφαιρεί στρώσεις αυταπάτης. Αν ζούσε σήμερα, σε μια εποχή όπου η γυναικεία ενδυνάμωση έχει γίνει αισθητική, αφήγημα και προσωπικό brand, θα προκαλούσε αμηχανία. Όχι επειδή θα ήταν «παρωχημένη», αλλά επειδή θα έθετε το ερώτημα που αποφεύγουμε: είμαστε πράγματι ελεύθερες ή απλώς καλύτερα προσαρμοσμένες σε ένα σύστημα που άλλαξε μορφή αλλά όχι ουσία;
Η Μποβουάρ δεν θα είχε Instagram όχι από ελιτισμό, αλλά γιατί δεν πίστευε στη συμπύκνωση της ύπαρξης σε εικόνες. Η ζωή, για εκείνη, δεν ήταν κάτι που επιδεικνύεται· ήταν κάτι που αναλαμβάνεται. Και η ελευθερία δεν ήταν αίσθηση, αλλά ευθύνη.
Το «Δεύτερο Φύλο»: όταν η γυναίκα ονομάστηκε «Άλλος»
Δεν γεννιέσαι γυναίκα, γυναίκα γίνεσαι.
Με Το Δεύτερο Φύλο η Μποβουάρ δεν έγραψε απλώς ένα φεμινιστικό βιβλίο. Έγραψε μια φιλοσοφική τομή. Ανέλυσε τη θέση της γυναίκας όχι ως βιολογικό δεδομένο αλλά ως ιστορικό και κοινωνικό προϊόν. Η γυναίκα, υποστήριξε, δεν ορίζεται ποτέ ως αυθύπαρκτο υποκείμενο αλλά ως «Άλλος» σε σχέση με τον άντρα, ο οποίος θεωρείται το ουσιώδες, το κανονικό, το μέτρο των πάντων.
Η περίφημη φράση της, «Δεν γεννιέσαι γυναίκα, γίνεσαι», δεν είναι ποιητική διατύπωση. Είναι φιλοσοφική κατηγορία. Δηλώνει ότι η κοινωνία κατασκευάζει τη θηλυκότητα μέσα από αγωγή, προσδοκίες, φόβους, απαγορεύσεις. Η γυναίκα μαθαίνει από νωρίς να υπάρχει για τους άλλους, να ορίζεται μέσα από βλέμματα, να εσωτερικεύει την κρίση.
Η ίδια έγραφε: «Οι σημερινές γυναίκες έχουν σχεδόν εκθρονίσει τον μύθο της θηλυκότητας. Δεν καταφέρνουν όμως εύκολα να βιώσουν απόλυτα την κατάστασή τους ως ανθρώπινα όντα». Η φράση αυτή, γραμμένη δεκαετίες πριν, μοιάζει σχεδόν προφητική. Γιατί σήμερα ο μύθος δεν είναι πια η παθητική γυναίκα του σπιτιού, αλλά η γυναίκα που τα “προλαβαίνει όλα”, που είναι ανεξάρτητη, επιθυμητή, επιτυχημένη — και πάντα διαθέσιμη.
Το βιβλίο απαγορεύτηκε από το Βατικανό, προκάλεσε σάλο, πολεμήθηκε. Όχι επειδή μιλούσε για δικαιώματα, αλλά επειδή ξεσκέπαζε τη δομή της εξουσίας. Και αυτή ακριβώς η ανάλυση παραμένει επίκαιρη.
Η ελευθερία ως βάρος, όχι ως lifestyle
Αν ζήσεις πολύ, θα διαπιστώσεις ότι κάθε νίκη μετατρέπεται σε ήττα.
Για τη Μποβουάρ, η ελευθερία δεν ήταν κατάσταση άνεσης. Ήταν μια διαρκής, κουραστική διαδικασία επιλογής. «Το παρόν δεν είναι ένα εν δυνάμει παρελθόν. Είναι η στιγμή της επιλογής και της δράσης», έγραφε. Δεν πίστευε σε μια ελευθερία χωρίς κόστος. Κάθε επιλογή, για εκείνη, σήμαινε απώλεια άλλων δυνατοτήτων.
Αν έβλεπε σήμερα τον λόγο γύρω από την αυτοβελτίωση, την αυτοεικόνα και την «αυθεντικότητα», πιθανότατα θα ρωτούσε: πόσο αυθεντική μπορεί να είναι μια ταυτότητα που χτίζεται με όρους αποδοχής; Πόσο ελεύθερη είναι μια γυναίκα που οφείλει συνεχώς να αποδεικνύει ότι τα καταφέρνει;
Η Μποβουάρ έβλεπε καθαρά τον κίνδυνο της μοιρολατρίας. «Η μοιρολατρία θριαμβεύει επάνω σ’ αυτούς που πιστεύουν σ’ αυτήν», έγραφε. Αλλά εξίσου επικίνδυνη θεωρούσε την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι θέμα προσωπικής θέλησης. Η κοινωνία, για εκείνη, δεν εξαφανίζεται επειδή αποφασίζουμε να «είμαστε ο εαυτός μας».
«Το να κερδίσεις έναν άντρα είναι τέχνη. Το να τον κρατήσεις είναι επάγγελμα»
Η φράση αυτή χρησιμοποιείται συχνά αποκομμένη, σχεδόν ως συμβουλή. Στην πραγματικότητα, είναι μια ειρωνική διάγνωση. Η Μποβουάρ περιγράφει τη συναισθηματική εργασία που απαιτείται από τις γυναίκες για να διατηρήσουν μια σχέση σε έναν κόσμο όπου η ισότητα δεν είναι δεδομένη.
Το «επάγγελμα» αυτό περιλαμβάνει υπομονή, διαχείριση εγωισμών, σιωπές, προσαρμογές. Είναι αόρατο, απλήρωτο και κοινωνικά αναμενόμενο. Σήμερα, αυτό το επάγγελμα έχει επανασυσκευαστεί. Ονομάζεται συναισθηματική νοημοσύνη, coaching σχέσεων, στρατηγική επικοινωνίας. Η ουσία, όμως, παραμένει: η γυναίκα καλείται να φέρει το βάρος της ισορροπίας.
Η Μποβουάρ δεν κατηγορούσε τις γυναίκες γι’ αυτό. Κατηγορούσε το σύστημα που τις εκπαιδεύει να επενδύουν την αξία τους στη σχέση. Και θα μας ρωτούσε σήμερα: γιατί ακόμα μιλάμε για «επιτυχία» ή «αποτυχία» μιας σχέσης σαν να είναι προσωπικό κατόρθωμα της γυναίκας;
Η πίστη, η ρήξη και η μοναξιά της σκέψης
Κάποιες μέρες ο Θεός μοιάζει τόσο μακρινός που φαίνεται να είναι απών.
Στα αυτοβιογραφικά της κείμενα, η Μποβουάρ μιλά για την παιδική της πίστη, για τη σχέση της με τον Θεό και για τη νύχτα της ρήξης. «Εκείνη τη νύχτα απλά και μόνο βεβαιώθηκα για κάτι που είχε ήδη συμβεί: δεν πίστευα πια». Δεν περιγράφει αυτή τη στιγμή με τρόμο, αλλά με καθαρότητα.
Η απώλεια της πίστης δεν την άφησε κενή· την άφησε υπεύθυνη. Χωρίς υπερβατική δικαιολογία, χωρίς έτοιμο νόημα. «Ήταν εξαιτίας αυτής της μοναξιάς που αποκρυσταλλώθηκε η επιθυμία μου για γράψιμο», γράφει. Η γραφή, για εκείνη, δεν ήταν φιλοδοξία. Ήταν τρόπος να σταθεί απέναντι στον κόσμο.
Σε μια εποχή όπου η μοναξιά αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα προς επίλυση, η Μποβουάρ τη θεωρούσε αναγκαίο στάδιο σκέψης. Δεν φοβόταν να μείνει μόνη με τις αντιφάσεις της.
Η σχέση με τον Σαρτρ και το κόστος της «ελευθερίας»
Ο γάμος είναι περιορισμός, αστικοποίηση, αλλά και θεσμοθετημένη παρέμβαση του κράτους στην ιδιωτική ζωή των πολιτών.
Η σχέση της με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ συχνά παρουσιάζεται ως μυθική ερωτική συμμαχία. Στην πραγματικότητα, ήταν μια σχέση δύσκολη, άνιση, γεμάτη διαπραγματεύσεις. Δεν ήταν ρομαντικό παραμύθι. Ήταν ένα φιλοσοφικό πείραμα ζωής.
Η Μποβουάρ γνώριζε το τίμημα. Δεν εξιδανίκευσε ποτέ αυτή την επιλογή. Η ελευθερία που υπερασπίστηκε δεν της χάρισε ασφάλεια. Της χάρισε συνέπεια με τον εαυτό της. Και αυτό, για εκείνη, ήταν το μόνο ηθικό κριτήριο.
Αν ζούσε σήμερα, δεν θα προωθούσε κανένα μοντέλο σχέσης ως λύση. Θα μιλούσε για αλήθεια, για ευθύνη και για τις σιωπηλές απώλειες κάθε επιλογής.
Γιατί η Σιμόν Ντε Μποβουάρ μας ενοχλεί ακόμη
Άλλαξε τη ζωή σου σήμερα. Μη στοιχηματίζεις στο μέλλον, ενέργησε τώρα χωρίς καθυστέρηση.
Η Μποβουάρ δεν μας λέει πώς να ζήσουμε. Μας λέει να σκεφτούμε γιατί ζούμε έτσι. Δεν υπόσχεται ευτυχία. Προτείνει διαύγεια. Και αυτή η διαύγεια είναι συχνά άβολη.
«Αν ζήσεις πολύ, θα διαπιστώσεις ότι κάθε νίκη μετατρέπεται σε ήττα», έγραφε. Όχι ως απαισιοδοξία, αλλά ως υπενθύμιση ότι η ζωή δεν επιβεβαιώνει μόνιμα κανέναν ρόλο. Ότι καμία ταυτότητα δεν είναι ασφαλές καταφύγιο.
Η Σιμόν Ντε Μποβουάρ δεν είναι σύμβολο. Είναι ερώτημα. Και ίσως γι’ αυτό, σε μια εποχή βεβαιοτήτων και εύκολων αφηγήσεων, εξακολουθεί να μας τρομάζει. Γιατί μας κοιτά και μας ρωτά, χωρίς φίλτρα: ποια είσαι, όταν δεν σε κοιτά κανείς;