Καρολίνα – Ιουλία Σακελλαρίου: Η αλήθεια είναι δύναμη

Καρολίνα – Ιουλία Σακελλαρίου: Η αλήθεια είναι δύναμη

Η χαρισματική πρωταγωνίστρια της «Κουταλένιας» στο Θέατρο Μουσούρη μιλά για τον πιο απαιτητικό ρόλο της μέχρι σήμερα, τη διαφορετικότητα, την ευθύνη της υποκριτικής και τη δύναμη της αλήθειας πάνω στη σκηνή

Υπάρχουν καλλιτέχνες που ξεχωρίζουν για τη φωνή τους και υπάρχουν εκείνοι που ξεχωρίζουν για τη σιωπή τους. Για τον τρόπο που στέκονται απέναντι στον κόσμο χωρίς θόρυβο, χωρίς επιτήδευση, χωρίς ανάγκη επιβεβαίωσης. Η Καρολίνα Σακελλαρίου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Στη σκηνή του Θεάτρου Μουσούρη, μέσα από την «Κουταλένια», δεν υποδύεται απλώς ένα κορίτσι στο φάσμα του αυτισμού. Υπάρχει, αναπνέει, ακούει, παρατηρεί. Και μας καλεί να κάνουμε το ίδιο. Με λεπτότητα, με αλήθεια, με μια σπάνια εσωτερική πειθαρχία που δεν διδάσκεται — καλλιεργείται.

Η Καρολίνα Σακελλαρίου κάνει το πρώτο της βήμα στο θέατρο με μια ερμηνεία που συγκλονίζει. Καταφέρνει ν’ αγγίξει βαθιά το κοινό με την αλήθεια και τη λεπτότητα της παρουσίας της. Υπό τη σκηνοθετική ματιά του Κώστα Σπυρόπουλου, η παράσταση προσεγγίζει ένα απαιτητικό και ευαίσθητο θέμα με σεβασμό, τρυφερότητα και ουσιαστική κατανόηση, αφήνοντας στο τέλος μια αίσθηση φωτός και ελπίδας.

Μόλις λίγους μήνες  μετά την αποφοίτησή της από τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, τόλμησε να αναλάβει έναν από τους πιο απαιτητικούς και ευαίσθητους ρόλους της σύγχρονης σκηνής. Όχι με έπαρση. Όχι με φόβο. Αλλά με σεβασμό, έρευνα, ευθύνη. Με τη συνείδηση ότι δεν κρατά απλώς έναν ρόλο, αλλά μια ανθρώπινη ιστορία.

Στη συνέντευξή της μιλά για την αλήθεια, τη μνήμη, την πειθαρχία, τη μουσική, τη σιωπή και την ευθύνη του ηθοποιού απέναντι στον άνθρωπο και όχι μόνο στον θεατή.

Και το κάνει με έναν λόγο καθαρό, ώριμο, απροσποίητο — πολύ πιο ώριμο από την ηλικία της. Έναν λόγο που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά να συναντήσει.

Η Καρολίνα δεν «παίζει» απλώς  τη διαφορετικότητα. Τη σέβεται. Δεν την εκθέτει. Την προστατεύει. Δεν τη χρησιμοποιεί ως δραματουργικό εργαλείο. Την αντιμετωπίζει ως ανθρώπινη συνθήκη. Και γι’ αυτό η ερμηνεία της δεν συγκινεί επιφανειακά. Μένει. Εγγράφεται. Σε ακολουθεί.

Στην Κουταλένια βρίσκει τη φωνή ενός παιδιού που λέει αλήθειες χωρίς φίλτρα.

Και μέσα από αυτές τις φράσεις, η ίδια χτίζει μια ερμηνεία που δεν στηρίζεται στην εξωτερική έκφραση, αλλά στη βαθιά κατανόηση. Στο βλέμμα. Στην ανάσα. Στη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις.

Το ήθος της δεν είναι διακηρυγμένο, αλλά βιωμένο.

Φαίνεται στον τρόπο που μιλά για τους δασκάλους της, στον τρόπο που αναφέρεται στον σκηνοθέτη της, στον τρόπο που αντιμετωπίζει το επάγγελμά της: ως ευθύνη, όχι ως προβολή.

Η κουλτούρα της δεν είναι επιφανειακή. Είναι αποτέλεσμα σπουδών, πειθαρχίας, αναζήτησης, φιλοσοφικής σκέψης, νομικής παιδείας, καλλιτεχνικής ευαισθησίας. Είναι μια σπάνια σύνθεση μυαλού και ψυχής. Λογικής και ενσυναίσθησης. Δομής και ελευθερίας.

Σε μια εποχή ταχύτητας, εικόνας και εύκολης κατανάλωσης, η Καρολίνα επιλέγει τον δύσκολο δρόμο: τον δρόμο της εσωτερικής συνέπειας. Της δουλειάς στο βάθος. Της σιωπηλής προετοιμασίας. Της διαρκούς εξέλιξης.

Δεν βιάζεται να γίνει «όνομα». Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να είναι αληθινή.

Και ίσως γι’ αυτό, σήμερα, τόσο νωρίς στη διαδρομή της, μοιάζει ήδη ώριμη. Σαν άνθρωπος που ξέρει ότι η τέχνη δεν είναι σκηνή προβολής, αλλά χώρος συνάντησης. Με τον άλλον. Και πρώτα απ’ όλα με τον εαυτό σου.

Η Καρολίνα Σακελλαρίου ανήκει στη γενιά των ηθοποιών που δεν ζητούν χειροκρότημα, αλλά διάλογο.

Δεν αναζητούν ρόλους, αλλά αλήθεια. Δεν επιδιώκουν εντύπωση, αλλά ουσία.

Και γι’ αυτό, η Κουταλένια δεν είναι απλώς ένας ρόλος στη διαδρομή της.

Είναι η αρχή μιας πορείας που δείχνει ήδη πως θα είναι βαθιά, σοβαρή, έντιμη και ουσιαστική.

Την ίδια στιγμή, η φετινή σεζόν σηματοδότησε και το τηλεοπτικό της ξεκίνημα, μέσα από τη συμμετοχή της στη σειρά του Alpha «Να μ’ αγαπάς», επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για μια ηθοποιό που μπαίνει στον χώρο με ουσία, συναίσθημα και ξεκάθαρη καλλιτεχνική ταυτότητα.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για τη μνήμη, την απώλεια, τη μουσική, την ευθύνη του ηθοποιού και τη δύναμη της ειλικρίνειας. Για το θέατρο ως χώρο συνάντησης και όχι προβολής. Για την τέχνη ως πράξη ευθύνης και όχι επίδειξης. Και κυρίως, για τον άνθρωπο πίσω από τον ρόλο.

Με λόγο ώριμο, καθαρό και ανεπιτήδευτο, η Καρολίνα Σακελλαρίου μας υπενθυμίζει ότι η πιο δυνατή ερμηνεία δεν είναι εκείνη που κραυγάζει, αλλά εκείνη που μένει μέσα σου. Όπως μια ήσυχη αλήθεια που σε συνοδεύει πολύ μετά το τέλος της παράστασης.

Η «Κουταλένια» είναι ένα παιδί που δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία, αλλά έναν τρόπο θέασης του κόσμου. Πώς προσεγγίσατε ερμηνευτικά έναν χαρακτήρα που σκέφτεται και αισθάνεται έξω από τα κοινωνικά φίλτρα των «κανονικών» ενηλίκων;

Ερμηνευτικά, η πρώτη μου ανάγκη ήταν να καταλάβω την ηρωίδα μου και το πώς νιώθει, ώστε να έρθω όσο πιο κοντά γίνεται στον εσωτερικό της κόσμο. Προσπάθησα να μπω στα παπούτσια της, να δω πώς βιώνει τα συναισθήματα και τις σχέσεις της.

Προσπάθησα σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη μου να την προσεγγίσω  με απόλυτο σεβασμό και ειλικρίνεια, έχοντας στο μυαλό μου ότι μιλάμε για έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης και αντίληψης του κόσμου, όχι για έλλειψη ευφυΐας. Αντίθετα, πρόκειται για πολύ ευφυή παιδιά, που απλώς αντιλαμβάνονται και επεξεργάζονται την πραγματικότητα με έναν άλλο τρόπο. Αυτό ήταν το βασικό μου σημείο αναφοράς σε όλη τη δουλειά.

Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος η αναπαράσταση της διαφορετικότητας να γλιστρήσει προς την υπερβολή ή το στερεότυπο. Ποια ήταν για εσάς η λεπτή γραμμή που έπρεπε να προστατευτεί;

Ήταν πράγματι ένα δύσκολο στοίχημα, γιατί η γραμμή ανάμεσα στην αλήθεια και την υπερβολή είναι πολύ λεπτή. Ο κίνδυνος να γλιστρήσει κανείς στο στερεότυπο ή στην καρικατούρα είναι πάντα υπαρκτός.

Η καθοδήγηση του σκηνοθέτη μου ήταν καθοριστική σε αυτό. Από την αρχή μας ενδιέφερε να αποφύγουμε κάθε υπερβολή και να μην “κατασκευάσουμε” έναν ρόλο όπως τον φανταζόμαστε εμείς, αλλά να τον αποδώσουμε με αλήθεια και σεβασμό. Η λεπτή γραμμή που έπρεπε να προστατευτεί ήταν ακριβώς αυτή: να μη γίνει ο ρόλος καρικατούρα, αλλά να παραμείνει ανθρώπινος.

Η Κουταλένια μιλά για τον Θεό, την απώλεια, τη μοναξιά και την αγάπη με μια αφοπλιστική καθαρότητα. Υπήρξε κάποιο σημείο του κειμένου που σας δυσκόλεψε συναισθηματικά περισσότερο από άλλα;

Υπήρξαν σημεία του κειμένου που με δυσκόλεψαν περισσότερο συναισθηματικά, κυρίως όσα αφορούν τη θεραπεία — χωρίς να θέλω να αποκαλύψω περισσότερα, γιατί πιστεύω πως πρέπει πρώτα να τα συναντήσει κανείς μέσα στο έργο. Αυτά τα σημεία τα συνέδεσα αναπόφευκτα με προσωπικές μνήμες και βιώματα, ακόμη και με πρόσωπα της ζωής μου.

Στην πραγματικότητα, όμως, όλο το κείμενο είναι απαιτητικό, γιατί υπάρχει μια συνεχής εναλλαγή συναισθημάτων. Μιλά για βαριά θέματα, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει χιούμορ που λειτουργεί σαν ανάσα. Η Κουταλένια αγγίζει πολλές διαφορετικές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης και κάθε μία κουβαλά τον δικό της συναισθηματικό φόρτο.

Στον Μικρό Πρίγκιπας υπάρχει η φράση: «Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία τα μάτια δεν την βλέπουν». Νιώθετε ότι αυτή η φράση θα μπορούσε να είναι κρυφό μότο της «Κουταλένιας»; Πώς μεταφράζεται αυτό επί σκηνής, μέσα από το σώμα και τη φωνή σας;

Φυσικά και αυτή η φράση θα μπορούσε να είναι ένα κρυφό μότο της Κουταλένιας. Ολόκληρο το έργο μας καλεί να δούμε πέρα από την πρώτη εικόνα, πέρα από αυτό που φαίνεται. Έχουμε συνηθίσει να κρίνουμε γρήγορα τους ανθρώπους, χωρίς να αφιερώνουμε χρόνο να γνωρίσουμε τον εσωτερικό τους κόσμο.

Επί σκηνής αυτό μεταφράζεται μέσα από το σώμα και τη φωνή με απλότητα και καθαρότητα. Χωρίς εξηγήσεις ή έμφαση, αλλά αφήνοντας χώρο στο συναίσθημα. Η Κουταλένια δεν προσπαθεί να αποδείξει κάτι — απλώς υπάρχει. Και μέσα από αυτή την παρουσία, αποκαλύπτεται όλος ο πλούτος που τα μάτια συχνά προσπερνούν.

Η παράσταση δεν επιδιώκει τη λύπηση του θεατή, αλλά τη μετατόπιση του βλέμματός του. Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να αλλάξει τον τρόπο που κοιτάμε τη διαφορετικότητα;

Πιστεύω πως το θέατρο σίγουρα μπορεί  να μετατοπίσει τον τρόπο που κοιτάμε τα πράγματα. Κάποιες φορές βλέπουμε δικά μας στοιχεία μέσα στον ήρωα και μέσα από αυτή την αναγνώριση καταλαβαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Άλλες φορές, μέσα από τον ήρωα, ερχόμαστε σε επαφή με στοιχεία που μας είναι ξένα, αλλά τα κατανοούμε γιατί τα βλέπουμε από τη δική του οπτική.

Το θέατρο, ιστορικά, έχει αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα άλλοτε με θόρυβο και πρόκληση και άλλοτε με σιωπή και ενσυναίσθηση. Από την αρχαία τραγωδία μέχρι σύγχρονες μορφές θεάτρου, άλλοτε μας ταράζει κι άλλοτε μας μετακινεί αθόρυβα — αλλά πάντα μας καλεί να ξαναδούμε όσα θεωρούσαμε δεδομένα. Και αυτή η δυνατότητα παραμένει, για μένα, η μεγαλύτερη δύναμή του.

Η Κουταλένια λέει πράγματα που οι «μεγάλοι» συνήθως αποφεύγουν ή φοβούνται να πουν. Τι σας δίδαξε αυτός ο ρόλος για τη σιωπή και την αλήθεια;

Οι μεγάλοι συχνά αποφεύγουν να πουν αλήθειες όχι από κακία, αλλά από φόβο και αμηχανία. Κανείς δεν είναι πραγματικά έτοιμος για ρόλους τόσο απαιτητικούς όσο το να είσαι γονιός ή να κρατάς την ευθύνη ενός άλλου ανθρώπου, κι αυτό πολλές φορές οδηγεί στη σιωπή.

Αυτός ο ρόλος μου υπενθύμισε  πόσο σημαντικό είναι να αντιμετωπίζεις τα πράγματα κατάματα. Η αλήθεια, όσο δύσκολη κι αν είναι, σε βοηθά να βρεις τις σωστές λύσεις και σε θωρακίζει. Όταν είσαι ειλικρινής, πρώτα με τον εαυτό σου και μετά με τους άλλους, μπορείς να σταθείς πιο δυνατός απέναντι στον κόσμο. Όπως λέει και ο άντρας μου η αλήθεια είναι δύναμη.

Πόσο σημαντική είναι για εσάς η μουσική –και ειδικά η όπερα– ως δραματουργικό καταφύγιο του χαρακτήρα; Σας βοήθησε να χτίσετε εσωτερικούς ρυθμούς στην ερμηνεία;

Η μουσική της Μαρία Κάλλας με βοήθησε γιατί ακουμπά συναισθηματικά την ηρωίδα μου και της δίνει δύναμη να εκφραστεί. Η ίδια λέει μέσα στο έργο πως εκείνη βάζει τη σωστή μουσική, τη μουσική με τις πιο μεγάλες λύπες, που την καθαρίζει  μέσα της.

Προσπάθησα λοιπόν να καταλάβω ποιο είναι το συναίσθημα που της δημιουργεί αυτή η μουσική και να το μεταφέρω στην ερμηνεία μου. Η μουσική δεν λειτουργεί ως επεξήγηση, αλλά ως στήριγμα και κινητήρια δύναμη για να αναδείξει τον εσωτερικό της κόσμο.

Υπάρχει μια σχεδόν φιλοσοφική διάσταση στο έργο: η ιδέα ότι «δεν υπάρχει τέλος, μόνο παύση». Πώς συνομιλεί αυτή η σκέψη με τη δική σας αντίληψη για την απώλεια και τη μνήμη;

Πιστεύω βαθιά ότι η μνήμη είναι κάτι πολύ σημαντικό. Κανείς δεν φεύγει πραγματικά όσο τον κρατάμε ζωντανό μέσα μας. Όσο θυμόμαστε, υπάρχει πάντα ένας τρόπος διαλόγου με τους ανθρώπους που έχουμε χάσει.

Ταυτόχρονα, η απώλεια είναι μέρος της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων. Όλοι ερχόμαστε και όλοι κάποια στιγμή θα φύγουμε. Είναι κάτι δύσκολο και όπως όλοι οι άνθρωποι  το έχω βιώσει και εγώ.

Για μένα, οι άνθρωποι που φεύγουν δεν εξαφανίζονται συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας, στη μνήμη και στην ψυχή μας. Έτσι η ιδέα ότι «δεν υπάρχει τέλος, μόνο παύση» συνομιλεί πολύ με τη δική μου αντίληψη. Όσο η μνήμη παραμένει ζωντανή, η απουσία δεν είναι απόλυτη

 Τι σημαίνει για εσάς, ως νέα ηθοποιό, να αναλαμβάνετε έναν ρόλο με τόσο μεγάλο ηθικό και συναισθηματικό βάρος;

Τελείωσα τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης τον Ιούνιο και αυτή είναι η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά, οπότε το βάρος του ρόλου ήταν μεγάλο. Νιώθω όμως και μεγάλη τιμή, γιατί ο Κώστας Σπυρόπουλος, με επέλεξε για να ενσαρκώσω αυτόν τον χαρακτήρα. Παρότι ο ρόλος έχει έντονο ηθικό και συναισθηματικό φορτίο, δεν τον φοβήθηκα. Δουλέψαμε πολύ και σε βάθος, ώστε να νιώθω σίγουρη μέσα μου. Το αντιμετώπισα ως μια μεγάλη πρόκληση και εστίασα στο βαθιά κοινωνικό μήνυμα του έργου, με την πρόθεση να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό.

Τελικά, νιώθετε ότι αυτός ο ρόλος σας άλλαξε όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα, αλλά και ως άνθρωπο;

Ο ρόλος αυτός δεν ήρθε να με αλλάξει ως άνθρωπο, αλλά να συνομιλήσει με πράγματα που ήδη υπήρχαν μέσα μου. Ήδη από τα χρόνια των θεατρικών μου σπουδών  είχα αρχίσει να καταλαβαίνω πώς ο τρόπος που βλέπεις τον άνθρωπο μεταφράζεται πρακτικά στη σκηνή.

Όταν μου έγινε η πρόταση από τον Κώστα Σπυρόπουλο  και διάβασα το έργο, ένιωσα ότι συνομιλεί με κάτι οικείο, κάτι που υπήρχε ήδη μέσα μου. Γι’ αυτό δεν θα έλεγα ότι ο ρόλος με άλλαξε ως άνθρωπο περισσότερο με εξέλιξε. Με βοήθησε να εμβαθύνω σε αξίες που ήδη με καθόριζαν και να τις κουβαλήσω πιο συνειδητά και στη σκηνή και στη ζωή.

Η ερμηνεία ενός αυτιστικού παιδιού απαιτεί λεπτότητα, παρατήρηση και βαθύ σεβασμό. Πώς καταφέρατε να μπείτε στον εσωτερικό κόσμο της Κουταλένιας χωρίς να την «μιμηθείτε», αλλά να την κατανοήσετε εκ των έσω;

Ήταν πράγματι ένα δύσκολο στοίχημα. Αυτό που με βοήθησε να μπω στον εσωτερικό κόσμο της Κουταλένιας χωρίς να την μιμηθώ ήταν η συστηματική δουλειά και η έρευνα που κάναμε σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη μου. Κρατούσα ένα σημειωματάριο εργασίας , όπου κατέγραφα παρατηρήσεις, σκέψεις και ερωτήματα γύρω από τον ρόλο. Παράλληλα, μελετήσαμε βιβλία γύρω από τον αυτισμό, αλλά και λογοτεχνικά και παιδικά κείμενα, προσπαθώντας να καταλάβουμε όχι πώς «φαίνεται» ένα τέτοιο παιδί, αλλά πώς σκέφτεται και πώς βιώνει τον κόσμο

Η πρόθεσή μας από την αρχή ήταν να αποφύγουμε κάθε αναπαραγωγή συμπεριφορών. Μας ενδιέφερε να προσεγγίσουμε τον ρόλο με αξιοπρέπεια και σεβασμό, χτίζοντας έναν εσωτερικό κόσμο και αφήνοντας από εκεί να γεννηθεί η ερμηνεία.

Υπήρξε κάποια στιγμή στην προετοιμασία ή στις πρόβες όπου αισθανθήκατε ότι ο ρόλος άρχισε να σας «οδηγεί» ο ίδιος; Πότε καταλάβατε ότι είχατε πραγματικά συναντήσει αυτό το παιδί;

Δεν θα έλεγα ποτέ ότι «συνάντησα» οριστικά αυτό το παιδί. Κάθε παράσταση είναι μια νέα προσπάθεια να το πλησιάσω και να το αναζητήσω ξανά. Τίποτα δεν έχει κλείσει και τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Στις πρόβες υπήρξαν στιγμές που ένιωθα ότι κάτι εξελίσσεται, ότι ανακαλύπτεται κάτι καινούργιο, αλλά ποτέ δεν το βίωσα ως μια τελική κατάκτηση. Ο ρόλος είναι ζωντανός και, με έναν τρόπο, με οδηγεί ο ίδιος. Σε κάθε παράσταση προστίθεται ένα μικρό λιθαράκι και αυτή η διαδικασία συνεχίζεται όσο το έργο βρίσκεται στη σκηνή.

Πιστεύετε ότι το κοινό σήμερα είναι πιο έτοιμο να ακούσει τέτοιες «ήσυχες» αλήθειες ή εξακολουθούμε να φοβόμαστε ό,τι δεν χωρά εύκολα σε λέξεις;

Πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι πάντα έτοιμο να ακούσουν  αλήθειες, όσο δύσκολες ή σκληρές κι αν είναι, αρκεί να τους παρουσιάζονται με ειλικρίνεια και χωρίς να τους επιβάλλονται. Όταν η αλήθεια λέγεται με φροντίδα, βρίσκει χώρο να ακουστεί.

Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το έργο δεν γράφτηκε πρόσφατα. Το γεγονός ότι εξακολουθεί να μας αφορά και να μας συγκινεί δείχνει πως αυτές οι αλήθειες  είναι διαχρονικές και πάντα ζητούν να ακουστούν.

Αν η Κουταλένια μπορούσε να απευθύνει μια φράση απευθείας στους θεατές, έξω από το έργο, ποια θα θέλατε να είναι αυτή;

Θα ήθελα να είναι κάτι απλό, χωρίς εξηγήσεις. Μια φράση που να μας θυμίζει το αυτονόητο:

«Όλοι είμαστε άνθρωποι. Πριν από οτιδήποτε άλλο.»

Φεύγοντας από τη σκηνή, τι είναι αυτό που μένει πρώτα μέσα σας: η κόπωση, η ευθύνη ή μια μορφή κάθαρσης;

Φεύγοντας από τη σκηνή βρίσκομαι σε μια έντονη συναισθηματική φόρτιση. Υπάρχει μια ανησυχία, μια εσωτερική ένταση, μια σύγχυση ίσως — όχι άγχος, αλλά μια κατάσταση εγρήγορσης, σαν να έχει ανοίξει κάτι μέσα μου που δεν κλείνει αμέσως. Γι’ αυτό και χρειάζομαι χρόνο μετά την παράσταση για να αποσυμφορηθώ, να αφήσω όσα ειπώθηκαν να καταλαγιάσουν και να δοθεί χώρος ώστε ο ρόλος να μπορέσει να συνεχίσει να εξελίσσεται στην επόμενη συνάντηση.

Όπως έλεγε η Σάρα Μπερνάρ, η τέχνη έχει αξία μέσα από το συναίσθημα που γεννά.Τι θα θέλατε ιδανικά να νιώθει ο θεατής φεύγοντας από μια παράσταση στην οποία συμμετέχετε;

Ο βασικός μου στόχος, ως ηθοποιός, είναι να μπορώ να μεταδίδω καθαρά και με ειλικρίνεια το συναίσθημα που θέλει να επικοινωνήσει ο συγγραφέας του έργου — όποιο κι αν είναι αυτό. Μπορεί να είναι χαρά, συγκίνηση, θυμός, λύπη ή ελπίδα.

Από εκεί και πέρα, ιδανικά θα ήθελα ο θεατής φεύγοντας να συνεχίζει να σκέφτεται την παράσταση. Να κουβαλά μαζί του έναν προβληματισμό και να έχει μετατοπιστεί λίγο ο εσωτερικός του κόσμος. Να ξεφύγει από το άσπρο και το μαύρο και να αρχίσει να βλέπει και τις αποχρώσεις ανάμεσά τους.

Όταν μια παράσταση καταφέρνει να ανοίξει αυτή τη σκέψη, τότε νιώθω ότι έχει πετύχει τον σκοπό της.

Ο Λόρενς Ολίβιε έχει μιλήσει συχνά για την ανάγκη πειθαρχίας ως θεμέλιο του ταλέντου. Πόσο καθοριστική υπήρξε για εσάς η πειθαρχία στη διαδρομή των σπουδών και της καλλιτεχνικής σας ωρίμανσης;

Για μένα η πειθαρχία υπήρξε καθοριστική σε όλη τη διαδρομή των σπουδών μου και εξακολουθεί να είναι βασικό στοιχείο και στην επαγγελματική μου διαδρομή. Χωρίς πειθαρχία, δύσκολα μπορεί να υλοποιηθεί οτιδήποτε, σε οποιοδήποτε επάγγελμα — πόσο μάλλον στο θέατρο, που απαιτεί συνεχή δουλειά και προσήλωση. Η πειθαρχία σε βοηθά να είσαι παρών, συγκεντρωμένος και συνεπής απέναντι στη δουλειά σου.

Ο Γέρζι Γκροτόφσκι μιλούσε για το θέατρο ως «πράξη αλήθειας». Πόσο απαιτητικό είναι, κατά τη γνώμη σας, να υπηρετεί κανείς την αλήθεια πάνω στη σκηνή — και πόσο στην ίδια τη ζωή;

Όπως έμαθα και στη σχολή, το πιο σημαντικό στοιχείο σε ό,τι κάνεις πάνω στη σκηνή είναι να υπάρχει αλήθεια. Από εκεί και πέρα όλα χτίζονται. Η αλήθεια είναι η βάση που βοηθά τον θεατή να σε πιστέψει και να ταυτιστεί μαζί σου.

Το ίδιο ισχύει και στη ζωή. Προσπαθώ να λειτουργώ με αλήθεια πρώτα απέναντι στον εαυτό μου και μετά στους άλλους, γιατί μόνο έτσι μπορείς να προχωρήσεις καθαρά — μέσα και έξω από τη σκηνή.

Αν η υποκριτική λειτουργεί ως τρόπος κατανόησης του κόσμου, ποια ερωτήματα γύρω από τη ζωή εξακολουθούν να σας απασχολούν περισσότερο;

Τα μεγαλύτερα ερωτήματα για μένα παραμένουν η ζωή και ο θάνατος — και γύρω από αυτά κινείται αναπόφευκτα και ο έρωτας. Αυτά τα θέματα διατρέχουν τη δραματουργία διαχρονικά και συνεχίζουν να με απασχολούν, γιατί μου αρέσει να τα προσεγγίζω και από ψυχολογική πλευρά.

Θεωρώ πως συνδέονται άμεσα με το θέατρο, γιατί αγγίζουν τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Από εκεί και πέρα, τα θέματα είναι ανεξάντλητα: ό,τι απασχολεί τον άνθρωπο σε κάθε εποχή, ό,τι τον προβληματίζει ή τον συγκινεί, αργά ή γρήγορα βρίσκει τον δρόμο του στη σκηνή.

Ο Αντονέν Αρτώ μιλούσε για ένα θέατρο που ταράζει και αφυπνίζει. Εσείς πιστεύετε περισσότερο στη δύναμη του θεάτρου που ταράζει ή σε εκείνο που παρηγορεί;

Πιστεύω ότι κάθε ουσιαστική θεατρική παράσταση, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αφυπνίζει τον θεατή. Ο Αντονέν Αρτώ μίλησε για θέατρο  της σκληρότητας που ταράζει και σοκάρει, και αυτό είναι πράγματι μια συγκεκριμένη και απαιτητική κατεύθυνση. Ωστόσο, θεωρώ πως το θέατρο δεν χρειάζεται πάντα να λειτουργεί με σκληρότητα για να μετακινήσει τον θεατή. Μπορεί να το κάνει και πιο υπόγεια, πιο ήσυχα, μέσα από τη σκέψη και το συναίσθημα. Αυτό που έχει σημασία είναι η πρόθεση και η ποιότητα της δουλειάς. Όταν μια παράσταση είναι καλογραμμένη  ό,τι κι αν πραγματεύεται, έχει τη δύναμη να ταράξει — όχι απαραίτητα να σοκάρει, αλλά να ανοίξει μια σκέψη και να μετακινήσει κάτι μέσα σου.

Ο Πίτερ Μπρουκ έλεγε πως «αρκεί ένας άδειος χώρος για να υπάρξει θέατρο». Τι θεωρείτε εσείς απολύτως απαραίτητο για να υπάρξει αληθινή σκηνική συνάντηση;

Η αλληλεπίδραση ηθοποιού και θεατή είναι για μένα βασικό συστατικό του θεάτρου. Το θέατρο έχει ως σκοπό να επικοινωνήσει κάτι, και αυτή η επικοινωνία λειτουργεί σαν ένας ζωντανός διάλογος, σχεδόν σαν ένα παιχνίδι πινγκ πονγκ.

Προσωπικά νιώθω ότι η σκηνική συνάντηση ολοκληρώνεται μόνο όταν υπάρχει και ο αποδέκτης. Για να υπάρξει θέατρο χρειάζεται κάποιος να εκπέμπει και κάποιος να λαμβάνει. Εκεί, στη σχέση ανάμεσα στους δύο, γεννιέται κάτι ζωντανό και μοναδικό κάθε φορά.

Ο Τσάρλι Τσάπλιν είχε πει ότι «η ζωή από κοντά είναι τραγωδία, από μακριά κωμωδία». Πώς ισορροπείτε εσείς ανάμεσα στο βάθος και την απόσταση, τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή;

Νομίζω ότι στη ζωή, όπως και στο θέατρο, η κωμωδία συχνά κρύβει μέσα της την τραγωδία και το αντίστροφο. Αυτά τα δύο συνυπάρχουν και εναλλάσσονται, όπως συμβαίνει και στην καθημερινότητά μας

Προσωπικά, έτσι προσπαθώ να ισορροπώ κι εγώ: μέσα από το χιούμορ. Ακόμη και οι πιο δύσκολες ή τραγικές καταστάσεις, όταν τις δεις με χιούμορ, γίνονται πιο διαχειρίσιμες. Δεν αναιρούνται, αλλά χάνουν κάτι από το βάρος τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τσάρλι Τσάπλιν μπόρεσε να μιλήσει για τόσο σοβαρά και ανθρώπινα ζητήματα μέσα από την κωμωδία. Κάπως έτσι το καταλαβαίνω κι εγώ: το γέλιο δεν ακυρώνει το δύσκολο, απλώς σου δίνει έναν τρόπο να το αντέξεις.

Η Ίνγκμαρ Μπέργκμαν θεωρούσε ότι η τέχνη γεννιέται από τα υπαρξιακά μας τραύματα. Πιστεύετε ότι ο ηθοποιός οφείλει να «αγγίζει» τα δικά του σκοτάδια για να φωτίσει έναν ρόλο;

Νομίζω ότι σε κάθε ρόλο, με κάποιον τρόπο, ακουμπάς και δικά σου κομμάτια. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ταυτίζεσαι, αλλά σίγουρα χρειάζεται να κοιτάξεις λίγο πιο μέσα σου.

Αυτό καμιά φορά σημαίνει να έρθεις σε επαφή και με πιο σκοτεινά ή δύσκολα σημεία. Όχι για να τα εκθέσεις, αλλά γιατί μέσα από αυτά μπορεί να φωτιστεί ο ρόλος. Εκεί βρίσκεις κάτι αληθινό, και αυτό είναι που τελικά δίνει βάθος στην ερμηνεία.

Σε μια εποχή ταχύτητας και επιφανειακής κατανάλωσης εικόνων, πώς ορίζετε εσείς την επιτυχία; Ως αναγνωρισιμότητα, διάρκεια ή εσωτερική πληρότητα;

Σίγουρα το 2026 και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παίζουν μεγάλο ρόλο και η κατανάλωση εικόνας είναι πια πολύ έντονη.

Είναι ένας χώρος δύσκολος, με μεγάλο ανταγωνισμό, όπου κάθε χρόνο μπαίνουν πολλά νέα παιδιά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επιτυχία θεωρώ το να μπορείς να διατηρηθείς, να έχεις μια σταθερή πορεία, να κάνεις δουλειές που σε εκφράζουν και να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που εκτιμάς και θαυμάζεις. Και, τελικά, επιτυχία είναι ακόμη και το πιο απλό: αν μέσα από μια παράσταση καταφέρεις να μετακινήσεις έστω και έναν άνθρωπο συναισθηματικά. Αυτό, για μένα, έχει πραγματική αξία.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο όνειρό σας για το μέλλον: αφορά έναν ρόλο, έναν δημιουργό με τον οποίο θα θέλατε να συνεργαστείτε ή έναν τρόπο ζωής;

Αυτή την περίοδο είμαι αφοσιωμένη στον συγκεκριμένο ρόλο και σε ό,τι έχει να μου δώσει στο παρόν. Παρ’ όλα αυτά, δεν σταματάω να ονειρεύομαι.

Αυτό που ονειρεύομαι είναι συνεργασίες με ανθρώπους που εκτιμώ και θαυμάζω, δουλειές που με εξελίσσουν και μου επιτρέπουν να συνεχίσω να μαθαίνω.

Αν είχατε τη δυνατότητα να επιλέξετε έναν ξένο και έναν Έλληνα ηθοποιό για να συμπρωταγωνιστήσετε, ποιοι θα ήταν και τι είναι αυτό που θαυμάζετε στον τρόπο δουλειάς τους;

Είναι τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που θαυμάζω και με εμπνέουν, που δεν θα ήθελα να ξεχωρίσω κάποιον συγκεκριμένα.

Προτιμώ να κρατήσω αυτή την ερώτηση ανοιχτή, γιατί νιώθω πως οι συνεργασίες έρχονται τη στιγμή που πρέπει — και συχνά από εκεί που δεν το περιμένεις.

Υπάρχει κάποιος ρόλος —θεατρικός ή κινηματογραφικός— που λειτουργεί για εσάς σαν εσωτερική επιθυμία και θα θέλατε κάποια στιγμή να υποδυθείτε;

Ένα από τα πρώτα έργα που μου έρχονται στο μυαλό είναι «Οι Δούλες» του Ζαν Ζενέ. Μου είχε δοθεί στη σχολή από την Κάτια Γέρου και από τότε έχει μείνει μέσα μου. Θα χαιρόμουν πολύ αν κάποια στιγμή μου δινόταν η δυνατότητα να βρεθώ μαζί της επί σκηνής στο έργο αυτό.

Πιστεύετε ότι οι ρόλοι έρχονται στον ηθοποιό τη στιγμή που είναι έτοιμος να τους αντέξει ή ότι, κάποια στιγμή, ο καλλιτέχνης οφείλει να τους διεκδικεί ενεργά;

Προσωπικά πιστεύω ότι οι ρόλοι, με έναν τρόπο, σε βρίσκουν. Έρχονται τη στιγμή που είσαι έτοιμος να τους αντέξεις και να τους υπηρετήσεις. Για μένα παίζει μεγάλο ρόλο το σωστό τάιμινγκ των πραγμάτων. Κάποιες συναντήσεις δεν γίνονται τυχαία και έρχονται όταν πρέπει. Εκεί, η προσωπική προσπάθεια συναντά τη συγκυρία και κάτι κουμπώνει. Αυτό, για μένα, είναι το ιδανικό.

Κοιτάζοντας μπροστά, ποια θα θέλατε να είναι η καλλιτεχνική σας διαδρομή: μια πορεία εσωτερικής συνέπειας ή μια διαδρομή ρίσκου και συνεχούς μεταμόρφωσης;

Ονειρεύομαι μια καλλιτεχνική διαδρομή που να εμπεριέχει ρίσκο. Να μου δίνει τη δυνατότητα να δοκιμάζομαι σε διαφορετικά πράγματα, να αμφισβητώ τον εαυτό μου και να μην επαναπαύομαι.ωΑυτό το επάγγελμα, άλλωστε, είναι μια συνεχής δοκιμασία. Ένα ταξίδι γεμάτο προκλήσεις που δεν σταματά ποτέ — και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει ζωντανό και ενδιαφέρον.

Αν μπορούσατε να περιγράψετε το μέλλον σας με μία μόνο λέξη —όχι ως στόχο, αλλά ως αίσθηση— ποια θα ήταν αυτή;

Ευημερία.

O Αλμπέρ Καμύ είχε πει ότι η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές ερωμένες γι’αυτό κι έχουν λίγους εραστές. Το δικό μου motto… Το δικό σας;

Το δικό μου motto  είναι : Είσαι αυθεντικός όσο πιο κοντά είσαι στα όνειρά σου.

Αν κοιτάξετε τον εαυτό σας δέκα χρόνια μπροστά, τι θα θέλατε να έχει παραμείνει αναλλοίωτο και τι να έχει αλλάξει ριζικά;

Αυτό που θα ήθελα να παραμείνει αναλλοίωτο είναι η αγνότητα και η καθαρότητα με την οποία αντιμετωπίζω τα πράγματα μετά τη σχολή. Δεν θα ήθελα να χαθεί αυτό με τα χρόνια θέλω να κρατήσω ζωντανό το παιδί μέσα μου και τον τρόπο που κοιτάζω τον κόσμο με περιέργεια και ειλικρίνεια.

Αυτό που θα ήθελα να αλλάξει είναι η τάση μου να σκέφτομαι τα πάντα υπερβολικά και να τα υπεραναλύω.

Τι σας δίνει  δύναμη  τις  πιο δύσκολες στιγμές σας για να αντιμετωπίσετε τα όποια εμπόδια και δυσκολίες βρεθούν στον δρόμο σας; 

Αυτό που μου δίνει δύναμη είναι ο άντρας μου. Είναι ο καλύτερός μου φίλος και ένα σταθερό στήριγμα στη ζωή μου. Μαζί αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες σαν ομάδα.

Τέλος, αν μπορούσατε να συνοψίσετε σε μία φράση τη σχέση σας με την τέχνη και τη ζωή, ποια θα ήταν αυτή;

Η διαδρομή μου στην τέχνη όπως και στη ζωή, είναι μαραθώνιος, όχι αγώνας ταχύτητας.

Ολίβια Ντιν: Η νέα βασίλισσα της pop/soul που κατέκτησε τον κόσμο — από τα τραγούδια μέχρι τα Grammys

Οι γυναίκες δεν έγιναν ψυχρές… Έφυγαν.

Η Μάργκοτ Ρόμπι και ο Τζέικομπ Έλορντι ανάβουν φωτιές με την πιο αισθησιακή φωτογράφιση της χρονιάς

Σχετικά άρθρα