Ian McEwan: Τι απομένει στον συγγραφέα όταν η τεχνητή νοημοσύνη μαθαίνει να γράφει;
Ο Ian McEwan βρέθηκε στην Αθήνα και μίλησε για λογοτεχνία, κλιματική αλλαγή και τεχνητή νοημοσύνη. Πίσω όμως από τη συζήτηση κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: αν μια μηχανή μπορεί πλέον να γράψει μια ιστορία, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να κάνει έναν συγγραφέα αναντικατάστατο;
Περιεχόμενα
Υπάρχει κάτι σχεδόν ειρωνικό στο γεγονός ότι ο Ian McEwan βρίσκεται σήμερα να συζητά για το μέλλον της λογοτεχνίας απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. Γιατί πολύ πριν το ChatGPT γίνει καθημερινή λέξη, πριν αρχίσουμε να ζητάμε από μια μηχανή να γράψει ένα email, μια εργασία, ένα ποίημα ή ακόμη και μια ερωτική επιστολή, εκείνος είχε ήδη θέσει ένα πιο δύσκολο ερώτημα: τι ακριβώς είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους;
Στα 78 του χρόνια, ο Βρετανός συγγραφέας δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Είναι ο δημιουργός του Atonement, του Amsterdam, του Saturday, του On Chesil Beach, του The Children Act και μιας ολόκληρης λογοτεχνικής διαδρομής που μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από μια εμμονή: πόσο καλά μπορούμε πραγματικά να γνωρίσουμε έναν άλλον άνθρωπο; Έχει βρεθεί πέντε φορές στη shortlist του Booker Prize και το κέρδισε το 1998 με το Amsterdam. Σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή Βρετανούς μυθιστοριογράφους.
Πριν από λίγες ημέρες βρέθηκε στην Αθήνα. Η αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής ήταν κατάμεστη για τη συζήτησή του με τον δημοσιογράφο Ηλία Μαγκλίνη, στην έναρξη της σειράς «Συγγραφείς, βιβλία, ιδέες» του Ελληνικού Ιδρύματος Βιβλίου και Πολιτισμού. Στο επίκεντρο βρέθηκε το τελευταίο του μυθιστόρημα, What We Can Know, αλλά η συζήτηση αναπόφευκτα άνοιξε: κλιματική κρίση, καθαρή ενέργεια, το μέλλον και, φυσικά, τεχνητή νοημοσύνη και λογοτεχνία.
Και ίσως δεν υπάρχει καταλληλότερος συγγραφέας για να μιλήσει γι’ αυτό.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι πια αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γράψει.
Μπορεί.
Το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο.
Μπορεί να έχει κάτι να πει;
Όταν η μηχανή μαθαίνει τη γλώσσα μας
Για αιώνες θεωρούσαμε τη γλώσσα ένα από τα τελευταία οχυρά της ανθρώπινης μοναδικότητας. Οι μηχανές μπορούσαν να σηκώσουν μεγαλύτερα βάρη, να υπολογίσουν γρηγορότερα, να κατασκευάσουν αντικείμενα με μεγαλύτερη ακρίβεια. Αλλά υπήρχε κάτι που έμοιαζε αποκλειστικά δικό μας: η ικανότητα να παίρνουμε μια εμπειρία, έναν φόβο, έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, μια απώλεια και να τα μετατρέπουμε σε λέξεις.
Και ξαφνικά εμφανίστηκαν μηχανές που γράφουν.
Όχι με την παλιά έννοια ενός προγράμματος που συμπληρώνει προκαθορισμένες προτάσεις. Μπορούν να παράγουν δομημένα κείμενα, να μιμηθούν ύφη, να δημιουργήσουν χαρακτήρες, να συνθέσουν διαλόγους και να κατασκευάσουν αφηγήσεις μέσα σε δευτερόλεπτα.
Κάπου εδώ γεννήθηκε ένας από τους μεγάλους φόβους της δημιουργικής εποχής μας: αν η μηχανή μάθει να κάνει αυτό που θεωρούσαμε κατεξοχήν ανθρώπινο, τι μένει σε εμάς;
Ο McEwan δεν αντιμετωπίζει αυτή την εξέλιξη σαν κάποιον που ανακάλυψε ξαφνικά την τεχνολογία. Το 2019, στο Machines Like Me, είχε ήδη δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο ο Alan Turing έχει επιβιώσει και η τεχνητή νοημοσύνη έχει εξελιχθεί πολύ νωρίτερα. Ο ήρωας αγοράζει έναν συνθετικό άνθρωπο, τον Adam, και μαζί με τη γυναίκα που αγαπά σχεδιάζει στοιχεία της προσωπικότητάς του. Πολύ γρήγορα, όμως, το ερώτημα παύει να είναι τεχνολογικό. Γίνεται ηθικό: μπορεί μια μηχανή να καταλάβει την ανθρώπινη καρδιά; Και τι συμβαίνει όταν δημιουργούμε κάτι που ίσως ξεπερνά την ικανότητά μας να το ελέγξουμε;
Επτά χρόνια αργότερα, η πραγματικότητα έχει πλησιάσει επικίνδυνα τη μυθοπλασία.
Η AI μπορεί να γράψει ένα bestseller. Αλλά μπορεί να έχει αναμνήσεις;
Ο McEwan έχει διατυπώσει μια πρόβλεψη που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: θεωρεί πιθανό η AI να καταφέρει να γράψει μυθιστορήματα χωρίς μεγάλη πρωτοτυπία, τα οποία όμως θα μπορούσαν να γνωρίσουν τεράστια εμπορική επιτυχία.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά.
Γιατί ένα βιβλίο δεν είναι απλώς η σωστή τοποθέτηση των λέξεων.
Πίσω από ένα μυθιστόρημα υπάρχει κάποιος που κάποτε υπήρξε παιδί. Κάποιος που φοβήθηκε, ερωτεύτηκε, ζήλεψε, έκανε λάθη, έχασε ανθρώπους, άλλαξε γνώμη. Κάποιος που έχει μνήμη — και, ακόμη πιο σημαντικό, έχει επιλεκτική μνήμη. Θυμάται ένα βλέμμα από πριν σαράντα χρόνια και έχει ξεχάσει τι έκανε την προηγούμενη Τρίτη.
Η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί σαν database. Παραμορφώνει, αποκρύπτει, ωραιοποιεί, προστατεύει. Κι αυτή ακριβώς η ατέλειά της γεννά πολλές φορές τη λογοτεχνία.
Μια μηχανή μπορεί να γνωρίζει χιλιάδες περιγραφές του πένθους.
Δεν έχει θάψει κανέναν.
Μπορεί να αναγνωρίσει τα μοτίβα μιας ερωτικής ιστορίας.
Δεν έχει περιμένει ποτέ ένα μήνυμα που δεν ήρθε.
Μπορεί να περιγράψει τον φόβο.
Δεν έχει φοβηθεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα κείμενο που θα μας συγκινήσει. Σημαίνει όμως ότι η συγκίνηση προκύπτει από τη δική μας πλευρά της οθόνης. Εμείς αναγνωρίζουμε μέσα στις λέξεις κάτι από τη ζωή μας.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγάλη αναμέτρηση της λογοτεχνίας με την AI: όχι ποιος γράφει καλύτερα, αλλά ποιος έχει ζήσει αυτό που γράφει.
Ο συγγραφέας που πάντα ενδιαφερόταν για το μυαλό του άλλου
Αν υπάρχει μία φράση που θα μπορούσε να διατρέχει ολόκληρο το έργο του McEwan, θα ήταν ίσως: Πόσα γνωρίζουμε πραγματικά για τον άνθρωπο δίπλα μας;
Το Atonement είναι ουσιαστικά ένα τεράστιο μυθιστόρημα πάνω στις συνέπειες μιας λανθασμένης ερμηνείας. Ένα κορίτσι βλέπει κάτι, πιστεύει ότι το καταλαβαίνει και αλλάζει τις ζωές ανθρώπων για πάντα.
Στο On Chesil Beach, δύο άνθρωποι που αγαπιούνται αποτυγχάνουν να πουν αυτά που χρειάζεται να ειπωθούν.
Στο Enduring Love, μια τυχαία συνάντηση μετατρέπεται σε εμμονή.
Στο The Children Act, η λογική του νόμου συναντά την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ζωής.
Ξανά και ξανά ο McEwan επιστρέφει στην ίδια επικίνδυνη περιοχή: στο κενό ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει και σε αυτό που πιστεύουμε ότι συμβαίνει.
Γι’ αυτό και το τελευταίο του βιβλίο έχει έναν σχεδόν τέλειο τίτλο για την εποχή μας.
What We Can Know.
Τι μπορούμε να γνωρίζουμε;
Ένας κόσμος το 2119 κοιτάζει εμάς
Το μυθιστόρημα τοποθετείται περίπου έναν αιώνα στο μέλλον. Η Βρετανία έχει αλλάξει δραματικά έπειτα από άνοδο της στάθμης της θάλασσας, πολέμους, πανδημίες και κοινωνικές ανατροπές. Ο παγκόσμιος πληθυσμός έχει μειωθεί και η Αγγλία έχει μετατραπεί σε ένα είδος αρχιπελάγους.
Κι όμως, ο McEwan δεν ενδιαφέρεται τόσο για την καταστροφή.
Τον ενδιαφέρουν οι άνθρωποι που εξακολουθούν να ζουν μετά από αυτή.
Ο καθηγητής λογοτεχνίας Tom Metcalfe αναζητά ένα χαμένο ποίημα που υποτίθεται ότι γράφτηκε και διαβάστηκε το 2014. Έχει στη διάθεσή του τεράστιες ποσότητες ψηφιακών πληροφοριών: emails, μηνύματα, συνεντεύξεις, διαλέξεις, αρχεία.
Θα έπρεπε, θεωρητικά, να γνωρίζει τα πάντα.
Κι όμως δεν γνωρίζει.
Ο ίδιος ο McEwan έχει θέσει το παράδοξο εξαιρετικά: όταν έχουμε δεκάδες χιλιάδες στοιχεία για τη ζωή ενός ανθρώπου, μήπως αντί να πλησιάζουμε περισσότερο στην αλήθεια, τελικά τη θάβουμε κάτω από πληροφορία;
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς καλύτερη μεταφορά για το 2026.
Ποτέ δεν γνωρίζαμε τόσα πολλά για τους άλλους και ίσως ποτέ δεν τους γνωρίζαμε τόσο λίγο.
Βλέπουμε πού βρίσκονται. Τι τρώνε. Ποιον ακολουθούν. Τι μουσική ακούνε. Πού ταξιδεύουν. Ποιο βιβλίο διάβασαν. Πότε χώρισαν. Πότε ερωτεύτηκαν.
Κι όμως όλα αυτά δεν μας λένε απαραίτητα τι σκέφτονται όταν κλείνει η οθόνη.
Η πληροφορία δεν είναι γνώση.
Και η γνώση δεν είναι κατανόηση.
Το παράδοξο της λογοτεχνίας
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο όμορφη απάντηση του McEwan στο ερώτημα αν το μυθιστόρημα μπορεί να επιβιώσει.
Στην πραγματική ζωή, λέει, δεν έχουμε πρόσβαση στο μυαλό των άλλων. Ακόμη και τους ανθρώπους που αγαπάμε περισσότερο δεν μπορούμε να τους γνωρίσουμε ολοκληρωτικά.
Το μυθιστόρημα, όμως, κάνει κάτι αδύνατο.
Μπαίνει μέσα στο μυαλό τους.
Σε μια σκηνή του What We Can Know, ο συγγραφέας μπορεί να κινηθεί γύρω από ένα τραπέζι και να μας επιτρέψει να ακούσουμε τι σκέφτονται διαφορετικοί άνθρωποι την ίδια στιγμή. Πρόκειται, όπως έχει παρατηρήσει ο ίδιος, για ένα εντελώς μη ρεαλιστικό τέχνασμα του ρεαλιστικού μυθιστορήματος: στη ζωή δεν μπορούμε να το κάνουμε, στη λογοτεχνία μπορούμε.
Ίσως λοιπόν διαβάζουμε μυθιστορήματα ακριβώς επειδή μας προσφέρουν για λίγες ώρες αυτό που η πραγματική ζωή αρνείται να μας δώσει.
Πρόσβαση στον άλλον.
Και εδώ η συζήτηση για την AI αποκτά μια διαφορετική διάσταση.
Γιατί η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επεξεργαστεί περισσότερες λέξεις από οποιονδήποτε άνθρωπο. Μπορεί να αναλύσει εκατομμύρια βιβλία, να εντοπίσει αφηγηματικά μοτίβα, να καταλάβει πότε μια ιστορία χρειάζεται ένταση, ανατροπή ή λύση.
Αλλά η λογοτεχνία δεν γεννήθηκε επειδή οι άνθρωποι χρειάζονταν καλύτερα οργανωμένες ιστορίες.
Γεννήθηκε επειδή ήθελαν να καταλάβουν ο ένας τον άλλον.
Και αν τελικά το πρόβλημα δεν είναι η AI;
Ίσως φοβόμαστε τη λάθος απειλή.
Το πρόβλημα για τον συγγραφέα του μέλλοντος μπορεί να μην είναι ότι μια μηχανή θα γράφει καλύτερα από εκείνον. Μπορεί να είναι ότι εμείς θα σταματήσουμε να απαιτούμε από τα κείμενα κάτι περισσότερο.
Αν αρκεστούμε σε ιστορίες που απλώς λειτουργούν, σε χαρακτήρες που είναι αρκετά πειστικοί, σε προτάσεις που είναι αρκετά όμορφες και σε πλοκές που μας κρατούν αρκετά απασχολημένους, τότε πράγματι η μηχανή μπορεί να γίνει ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός ανταγωνιστής.
Αν όμως εξακολουθήσουμε να ζητάμε από τη λογοτεχνία εκείνο το παράξενο πράγμα που ζητούσαμε πάντα — να μας αλλάξει ελάχιστα τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε έναν άλλον άνθρωπο — τότε η συζήτηση γίνεται πολύ πιο περίπλοκη.
Γιατί οι μεγάλοι συγγραφείς δεν είναι μεγάλοι επειδή γνωρίζουν πολλές λέξεις.
Είναι μεγάλοι επειδή κάποια στιγμή παρατήρησαν κάτι που όλοι οι υπόλοιποι είχαμε δει αλλά δεν είχαμε καταλάβει.
Από την τεχνητή νοημοσύνη στην κλιματική κρίση
Στην Αθήνα, ο McEwan δεν μίλησε μόνο για AI. Μίλησε και για την κλιματική αλλαγή, την οποία στο What We Can Know τοποθετεί όχι ως πρωταγωνιστή αλλά ως φόντο μιας μελλοντικής ανθρώπινης ζωής. Έχει εξηγήσει ότι δεν θέλει να γράψει ένα συμβατικό «μυθιστόρημα για την κλιματική αλλαγή». Για εκείνον, το ενδιαφέρον βρίσκεται στους ανθρώπους που θα εξακολουθούν να ερωτεύονται, να προδίδουν, να ζηλεύουν και να θυμούνται μέσα σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει.
Το 2026, μάλιστα, στο Hay Festival, προχώρησε ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι η βαθιά κοινωνική απαισιοδοξία μπορεί να αποτελεί μεγαλύτερο πρόβλημα ακόμη και από την ίδια την κλιματική αλλαγή, επειδή χωρίς κάποια πίστη στην ανθρώπινη πρόοδο χάνεται και η βούληση για δράση.
Είναι χαρακτηριστικό του McEwan.
Δεν ενδιαφέρεται ποτέ μόνο για το μεγάλο γεγονός.
Τον ενδιαφέρει τι κάνει το μεγάλο γεγονός στον μικρό άνθρωπο.
Ένας πόλεμος μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Εκείνον όμως τον ενδιαφέρει τι κάνει σε ένα ζευγάρι.
Η κλιματική κρίση μπορεί να αλλάξει τον πλανήτη. Εκείνον τον ενδιαφέρει τι θα θυμούνται οι άνθρωποι έναν αιώνα αργότερα.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αλλάξει τη λογοτεχνία. Εκείνον τον ενδιαφέρει τι σημαίνει αυτό για την ανθρώπινη ανάγκη να γνωρίσουμε το μυαλό κάποιου άλλου.
Και ίσως γι’ αυτό η σκέψη του παραμένει τόσο επίκαιρη.
Τι θα γνωρίζουν για εμάς σε εκατό χρόνια;
Υπάρχει κάτι σχεδόν ανατριχιαστικό στην κεντρική ιδέα του What We Can Know.
Οι άνθρωποι του 2119 κοιτούν πίσω σε εμάς.
Όχι όπως εμείς κοιτάζουμε τον Μεσαίωνα, με λίγα χειρόγραφα και θραύσματα πληροφοριών. Θα έχουν ενδεχομένως έναν απέραντο ψηφιακό ωκεανό από φωτογραφίες, μηνύματα, posts, emails, videos και δεδομένα.
Θα γνωρίζουν τι αγοράζαμε.
Πού ταξιδεύαμε.
Τι φορούσαμε.
Τι ψάχναμε.
Τι μας άρεσε.
Και παρ’ όλα αυτά μπορεί να αναρωτιούνται:
Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι;
Αυτό είναι ίσως το πιο McEwan ερώτημα από όλα.
Και το πιο παράξενο είναι ότι θα μπορούσαμε να το κάνουμε ήδη στον εαυτό μας.
Ζούμε στην εποχή της μεγαλύτερης καταγραφής της ανθρώπινης ζωής που υπήρξε ποτέ και ταυτόχρονα σε μια εποχή στην οποία η εικόνα μπορεί να κατασκευαστεί, η φωνή να αντιγραφεί, το κείμενο να παραχθεί και η προσωπικότητα να μετατραπεί σε ψηφιακό ίχνος.
Όσο περισσότερα μπορούν να δημιουργήσουν οι μηχανές, τόσο πιο δύσκολο ίσως γίνεται να απαντήσουμε στο ερώτημα τι είναι αυθεντικά δικό μας.
Τι απομένει λοιπόν στον συγγραφέα;
Ίσως όλα εκείνα που κάποτε θεωρούσαμε αδυναμίες.
Η αβεβαιότητα.
Η μνήμη που κάνει λάθη.
Η προκατάληψη.
Η ντροπή.
Η ενοχή.
Η επιθυμία.
Η εμπειρία της απώλειας.
Η ικανότητα να αλλάζει γνώμη.
Η γνώση ότι κάποτε θα πεθάνει.
Μια μηχανή μπορεί να παράγει μια άψογη πρόταση. Ο άνθρωπος μπορεί να γράψει μια ατελή πρόταση που κουβαλάει μέσα της μια ολόκληρη ζωή.
Και αυτό δεν είναι καθόλου μικρή διαφορά.
Ο McEwan έχει περάσει πάνω από μισό αιώνα γράφοντας για ανθρώπους που παρεξηγούν τους άλλους, που παίρνουν λάθος αποφάσεις, που πιστεύουν ότι γνωρίζουν ενώ στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον πράγμα που μπορεί να μας πει σήμερα ένας συγγραφέας για την τεχνητή νοημοσύνη.
Δεν χρειάζεται να αποδείξουμε ότι είμαστε εξυπνότεροι από τις μηχανές.
Ίσως κάποια στιγμή να μην είμαστε.
Δεν χρειάζεται καν να αποδείξουμε ότι γράφουμε γρηγορότερα ή τεχνικά καλύτερα.
Χρειάζεται να θυμηθούμε γιατί αρχίσαμε να γράφουμε εξαρχής.
Για να πούμε σε κάποιον που δεν ήμασταν εμείς: έτσι ένιωσα.
Και για να ανοίξουμε ένα βιβλίο γραμμένο από έναν άγνωστο και, για μερικές εκατοντάδες σελίδες, να πιστέψουμε το αδύνατο:
ότι ξέρουμε πώς είναι να είσαι κάποιος άλλος.
Σε έναν κόσμο όπου οι μηχανές θα γνωρίζουν ολοένα και περισσότερα για εμάς, ίσως αυτή να γίνει η τελευταία μεγάλη πολυτέλεια της λογοτεχνίας.
Όχι να γνωρίζει τα πάντα.
Αλλά να μας θυμίζει πόσα πράγματα δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίζουμε ολοκληρωτικά.
Ούτε για το μέλλον.
Ούτε για τον άνθρωπο απέναντί μας.
Ούτε, ίσως, για τον ίδιο μας τον εαυτό.