The Age of no explanation: Η στιγμή που σταματάς να εξηγείς τις επιλογές σου

The Age of no explanation: Η στιγμή που σταματάς να εξηγείς τις επιλογές σου

Υπάρχει μια περίοδος στη ζωή που σχεδόν κάθε απόφαση συνοδεύεται από μια εξήγηση. Γιατί έφυγες, γιατί έμεινες, γιατί δεν παντρεύτηκες, γιατί παντρεύτηκες, γιατί δεν έκανες παιδιά, γιατί άλλαξες δουλειά, γιατί δεν βγαίνεις όσο παλιά, γιατί θέλεις ξαφνικά κάτι διαφορετικό από εκείνο που ήθελες πριν από δέκα χρόνια.

Και ύστερα, χωρίς κάποια μεγάλη ανακοίνωση, έρχεται μια ηλικία στην οποία αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι ότι δεν βρίσκεσαι σε διαρκή απολογία απέναντι στη ζωή σου. Ίσως η πραγματική ενηλικίωση να αρχίζει ακριβώς εκεί: όταν το «επειδή έτσι θέλω» παύει να σου φαίνεται μια φτωχή απάντηση και γίνεται, επιτέλους, ολόκληρη πρόταση.

Υπάρχει μια παράξενη συνήθεια που αποκτούμε πολύ νωρίς και την κουβαλάμε για χρόνια χωρίς καν να την παρατηρούμε. Κάθε φορά που παίρνουμε μια απόφαση η οποία αποκλίνει έστω και λίγο από αυτό που οι άλλοι περίμεναν από εμάς, αισθανόμαστε την ανάγκη να προσθέσουμε μια εξήγηση.

Δεν λέμε απλώς «δεν θα έρθω απόψε». Λέμε ότι είμαστε κουρασμένοι, ότι η εβδομάδα ήταν δύσκολη, ότι έχουμε πρωινό ξύπνημα, ότι κάποια στιγμή θα κανονίσουμε οπωσδήποτε κάτι άλλο. Δεν λέμε «δεν θέλω να παντρευτώ». Εξηγούμε τι πιστεύουμε για τον γάμο, πώς βλέπουμε τις σχέσεις, τι συνέβη στο παρελθόν μας και γιατί η επιλογή μας είναι απολύτως λογική. Δεν λέμε «έφυγα από αυτή τη δουλειά». Παρουσιάζουμε ένα μικρό business plan για το μέλλον μας, ώστε να καθησυχάσουμε τους άλλους — και ίσως λίγο περισσότερο τον εαυτό μας — ότι δεν χάσαμε ξαφνικά την κρίση μας.

Ακόμη και οι πιο προσωπικές αποφάσεις μας μοιάζουν να χρειάζονται ένα μικρό συνοδευτικό κείμενο.

Έναν λόγο αρκετά σοβαρό ώστε να γίνουν αποδεκτές.

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο παράξενα πράγματα που μαθαίνουμε μεγαλώνοντας: ότι το να θέλεις κάτι δεν θεωρείται πάντοτε επαρκής λόγος για να το επιλέξεις.

Η ζωή σαν διαρκές rationale

Από παιδιά μαθαίνουμε να απαντάμε στο «γιατί;».

Γιατί το έκανες; Γιατί δεν διάβασες; Γιατί θέλεις αυτό; Γιατί δεν θέλεις το άλλο;

Η εξήγηση είναι μέρος της κοινωνικής μας εκπαίδευσης και, μέχρι ενός σημείου, δικαίως. Ζούμε μαζί με άλλους ανθρώπους, οι πράξεις μας έχουν συνέπειες και η ενηλικίωση δεν σημαίνει ότι κάνουμε ό,τι θέλουμε αδιαφορώντας για όσους βρίσκονται γύρω μας.

Μόνο που κάποια στιγμή η λογική αυτή ξεφεύγει από τα πράγματα που πράγματι αφορούν τους άλλους και εισχωρεί στις πιο προσωπικές περιοχές της ζωής μας.

Γιατί είσαι ακόμη single;

Γιατί δεν έκανες δεύτερο παιδί;

Γιατί χώρισες αφού «μια χαρά άνθρωπος ήταν»;

Γιατί άφησες μια τόσο καλή δουλειά;

Γιατί δεν βγαίνεις πια τόσο συχνά;

Γιατί μετακόμισες;

Γιατί δεν αγοράζεις σπίτι;

Γιατί άλλαξες γνώμη;

Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στις ερωτήσεις. Οι άνθρωποι είναι περίεργοι, ενδιαφέρονται, συγκρίνουν, προσπαθούν να καταλάβουν μια ζωή διαφορετική από τη δική τους. Το πιο ενδιαφέρον βρίσκεται στο πόσο γρήγορα εμείς αισθανόμαστε ότι πρέπει να απαντήσουμε πειστικά.

Σαν να βρισκόμαστε μπροστά σε μια αόρατη επιτροπή που περιμένει να ακούσει τα επιχειρήματά μας πριν εγκρίνει την απόφαση.

Και κάπως έτσι περνάμε χρόνια κάνοντας κάτι εξαντλητικό: δεν ζούμε απλώς τη ζωή μας, την παρουσιάζουμε ταυτόχρονα.

Το «επειδή έτσι θέλω» μάς φαίνεται σχεδόν αγενές Δοκίμασε να το πεις χωρίς τίποτε άλλο μετά.

«Δεν θέλω να πάω.»

«Γιατί;»

«Επειδή δεν θέλω.»

Υπάρχει κάτι σχεδόν προκλητικό σε αυτή την απλότητα. Αισθανόμαστε αμέσως ότι πρέπει να μαλακώσουμε την πρόταση, να προσθέσουμε ένα «είμαι πολύ κουρασμένη» ή «έχω πολλά αυτές τις μέρες», σαν η προσωπική επιθυμία από μόνη της να μην διαθέτει αρκετή βαρύτητα.

Κι όμως, αν το σκεφτούμε, ένα τεράστιο κομμάτι της ελευθερίας βρίσκεται ακριβώς εκεί.

Όχι στο να μη δίνουμε ποτέ εξηγήσεις, αλλά στο να γνωρίζουμε πότε μια εξήγηση είναι πραγματικά απαραίτητη και πότε την προσφέρουμε μόνο και μόνο επειδή φοβόμαστε μήπως η επιλογή μας δεν εγκριθεί.

Γιατί το «επειδή έτσι θέλω» δεν σημαίνει απαραίτητα εγωισμό. Μπορεί να σημαίνει ότι έφτασες σε ένα σημείο όπου εμπιστεύεσαι αρκετά τον εαυτό σου ώστε να μην κατασκευάζεις κάθε φορά ένα πιο εύπεπτο επιχείρημα για αυτό που αισθάνεσαι.

Και αυτή η εμπιστοσύνη δεν έρχεται πάντα νωρίς.

Για χρόνια προσπαθούμε να είμαστε κατανοητοί

Στη νεότητα υπάρχει μια τεράστια επιθυμία να μας καταλαβαίνουν. Θέλουμε οι γονείς μας να καταλάβουν τις επιλογές μας, οι φίλοι μας να εγκρίνουν τις σχέσεις μας, οι σύντροφοί μας να καταλαβαίνουν τις αντιδράσεις μας και ο κόσμος γύρω μας να αναγνωρίζει ότι αυτό που κάνουμε έχει λογική.

Ίσως επειδή όταν ακόμη δεν γνωρίζεις απόλυτα τον εαυτό σου, η κατανόηση των άλλων λειτουργεί λίγο σαν καθρέφτης. Αν εκείνοι πιστεύουν ότι κάνεις το σωστό, αισθάνεσαι ασφαλέστερος ότι πράγματι το κάνεις.

Μεγαλώνοντας, όμως, ανακαλύπτεις κάτι κάπως άβολο και ταυτόχρονα εξαιρετικά απελευθερωτικό: υπάρχουν αποφάσεις σου που κάποιοι άνθρωποι δεν θα καταλάβουν ποτέ.

Όχι επειδή δεν τις εξήγησες αρκετά καλά.

Αλλά επειδή δεν είναι οι δικές τους αποφάσεις.

Ένας άνθρωπος που θεωρεί τον γάμο απαραίτητο μπορεί να μη νιώσει ποτέ πραγματικά γιατί εσύ δεν τον θέλεις. Κάποιος που έχει συνδέσει την επιτυχία με τον επαγγελματικό τίτλο μπορεί να μη θεωρήσει λογικό να αφήσεις μια υψηλή θέση για μια πιο ήσυχη ζωή. Ένας άνθρωπος που θα έμενε σε μια σχέση για λόγους ασφάλειας ίσως να μη συμφωνήσει ποτέ με την απόφασή σου να φύγεις.

Μπορείς να εξηγείς για ώρες.

Το αποτέλεσμα πιθανότατα δεν θα αλλάξει.

Και τότε καταλαβαίνεις ότι ο στόχος δεν ήταν ποτέ να εξηγήσεις καλύτερα.

Ήταν να πάρεις άδεια.

Η εξήγηση ως κρυφή αίτηση έγκρισης

Αυτό ίσως είναι το σημείο που δυσκολευόμαστε περισσότερο να παραδεχτούμε.

Πολλές φορές, όταν εξηγούμε υπερβολικά μια επιλογή, δεν ενημερώνουμε απλώς τον άλλον. Προσπαθούμε να τον πείσουμε.

Και αν προσπαθούμε τόσο πολύ να τον πείσουμε, ίσως ένα μικρό κομμάτι μας εξακολουθεί να χρειάζεται τη συγκατάθεσή του.

Γι’ αυτό επαναλαμβάνουμε την ιστορία ενός χωρισμού μέχρι να ακούσουμε το «καλά έκανες». Γι’ αυτό περιγράφουμε όλες τις δυσκολίες μιας δουλειάς πριν ανακοινώσουμε ότι παραιτηθήκαμε. Γι’ αυτό, όταν επιλέγουμε μια ζωή διαφορετική από εκείνη που θεωρείται αναμενόμενη, συγκεντρώνουμε επιχειρήματα σαν να πρόκειται να παρουσιάσουμε την υπόθεσή μας σε δικαστήριο.

Θέλουμε την αθωωτική απόφαση.

Θέλουμε κάποιος να μας πει ότι έχουμε δικαίωμα να θέλουμε αυτό που θέλουμε.

Μόνο που υπάρχει μια στιγμή στην ενηλικίωση όπου πρέπει να αρχίσουμε να εκδίδουμε μόνοι μας αυτή την απόφαση.

Η πιο δύσκολη επιλογή είναι εκείνη στην οποία δεν υπάρχει «κακός»

Είναι σχετικά εύκολο να εξηγήσεις γιατί έφυγες από μια καταστροφική κατάσταση. Υπάρχουν γεγονότα, λόγοι, αποδείξεις. Οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την ιστορία, επειδή έχει καθαρούς ρόλους και μια λογική κατάληξη.

Πολύ πιο δύσκολο είναι να εξηγήσεις ότι έφυγες από κάτι που δεν ήταν απαραίτητα κακό.

Μια αξιοπρεπής δουλειά που απλώς δεν σε έκανε πια ευτυχισμένο. Μια πόλη που δεν σου είχε κάνει τίποτα, αλλά έπαψε να σου ταιριάζει. Μια σχέση στην οποία ο άλλος δεν ήταν τέρας, προδότης ή «toxic», αλλά εσύ δεν ήθελες πια να βρίσκεσαι εκεί.

Οι άνθρωποι αγαπούν τους καθαρούς λόγους.

Αν δεν υπάρχει κάποιος ένοχος, τότε γιατί έφυγες;

Ίσως επειδή κάποτε μάθαμε ότι για να εγκαταλείψεις κάτι πρέπει πρώτα αυτό να έχει γίνει αρκετά κακό.

Δεν μας έμαθαν εξίσου καλά ότι μπορείς να φύγεις απλώς επειδή δεν είναι πια αρκετά σωστό για σένα.

Και αυτό αλλάζει ολόκληρη την έννοια της επιλογής. Δεν χρειάζεται κάθε πόρτα που κλείνεις να έχει πίσω της μια καταστροφή.

Μερικές φορές υπάρχει απλώς ένα δωμάτιο στο οποίο δεν θέλεις να μείνεις άλλο.

Κάποια πράγματα δεν εξηγούνται χωρίς να προδοθούν λίγο

Υπάρχουν αποφάσεις που έχουν μια εσωτερική λογική τόσο προσωπική ώστε, όταν προσπαθείς να τη μεταφράσεις σε επιχειρήματα, σχεδόν τη μικραίνεις.

Πώς εξηγείς ότι μια ζωή που φαίνεται καλή από έξω δεν σε κάνει να αισθάνεσαι καλά όταν ξυπνάς μέσα της;

Πώς εξηγείς ότι δεν θέλεις πια έναν στόχο που κάποτε κυνηγούσες με πάθος;

Πώς εξηγείς ότι ένας άνθρωπος μπορεί να είναι καλός και παρ’ όλα αυτά να μην είναι ο άνθρωπός σου;

Πώς εξηγείς ότι κάτι μέσα σου μετακινήθηκε χωρίς να υπάρχει μια συγκεκριμένη ημέρα κατά την οποία συνέβη;

Μερικές φορές δεν υπάρχει PowerPoint για την ψυχή.

Υπάρχει μόνο μια αίσθηση που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές ώστε κάποια στιγμή δεν μπορείς πλέον να την αγνοήσεις.

Και ίσως η ωριμότητα να είναι να μάθεις να σέβεσαι αυτή την αίσθηση πριν μπορέσεις να την εξηγήσεις τέλεια.

Το No Explanation δεν σημαίνει «δεν λογοδοτώ σε κανέναν»

Υπάρχει βέβαια μια εύκολη παρεξήγηση. Η ελευθερία από την υπερεξήγηση δεν σημαίνει ότι οι επιλογές μας δεν έχουν συνέπειες ούτε ότι μπορούμε να πληγώνουμε ανθρώπους και να κρυβόμαστε πίσω από ένα «έτσι θέλω».

Υπάρχουν σχέσεις στις οποίες οφείλουμε εξηγήσεις ακριβώς επειδή υπάρχει αγάπη, εμπιστοσύνη και κοινή ζωή. Αν μια απόφασή μας αλλάζει ουσιαστικά τη ζωή κάποιου άλλου, η συζήτηση δεν είναι παραχώρηση αλλά μέρος της ευθύνης μας απέναντί του.

Το Age of No Explanation αφορά κάτι διαφορετικό.

Αφορά όλες εκείνες τις φορές που εξηγούμαστε σε ανθρώπους οι οποίοι δεν θα ζήσουν ούτε μία ημέρα με τις συνέπειες της απόφασής μας.

Τον γνωστό που θέλει να μάθει γιατί δεν ξαναπαντρεύτηκες. Τον συγγενή που απορεί γιατί άλλαξες καριέρα. Τον άνθρωπο που θεωρεί παράξενο ότι προτιμάς να μείνεις σπίτι το Σάββατο ή ότι δεν θέλεις να κάνεις κάτι μόνο και μόνο επειδή «όλοι το κάνουν».

Δεν είναι κάθε ερώτηση αίτημα που πρέπει να ικανοποιηθεί.

Και δεν είναι κάθε γνώμη ψήφος.

Η ηλικία στην οποία οι γνώμες χάνουν δικαίωμα ψήφου

Ίσως ένα από τα ωραιότερα πράγματα που συμβαίνουν μεγαλώνοντας να μην είναι ότι παύεις να νοιάζεσαι για το τι σκέφτονται οι άλλοι. Αυτό θα ήταν μάλλον ψέμα. Οι περισσότεροι συνεχίζουμε να νοιαζόμαστε, ιδιαίτερα για τη γνώμη των ανθρώπων που αγαπάμε και σεβόμαστε.

Αλλά αλλάζει η βαρύτητα.

Ακούς χωρίς να υπακούς.

Μπορείς να καταλάβεις ότι κάποιος διαφωνεί μαζί σου χωρίς να αισθανθείς αμέσως την ανάγκη να αλλάξεις τη γνώμη του. Μπορείς να ακούσεις «εγώ δεν θα το έκανα ποτέ» και να σκεφτείς, χωρίς θυμό, «γι’ αυτό ακριβώς είναι δική μου ζωή και όχι δική σου».

Και ίσως αυτή να είναι μια πολύ πιο ώριμη μορφή ανεξαρτησίας από το «δεν με νοιάζει κανείς».

Δεν χρειάζεται να ακυρώσεις τη γνώμη του άλλου.

Απλώς σταματάς να της δίνεις δικαίωμα ψήφου.

Το πιο δύσκολο κοινό είναι συχνά εκείνο που έχουμε μέσα μας

Γιατί ακόμη κι όταν σταματήσουν οι ερωτήσεις των άλλων, υπάρχει ένας άνθρωπος που συνεχίζει να ζητά εξηγήσεις. Εμείς.

Γιατί δεν έμεινα λίγο ακόμη; Μήπως έπρεπε να είχα προσπαθήσει περισσότερο; Μήπως έκανα λάθος; Μήπως είναι παράλογο να θέλω κάτι διαφορετικό τώρα; Μήπως είμαι αχάριστος για όσα έχω;

Μπορούμε να φύγουμε από ένα δωμάτιο γεμάτο κρίση, αλλά να πάρουμε μαζί μας ολόκληρη την επιτροπή.

Κι εκεί ίσως βρίσκεται η πραγματική δυσκολία του No Explanation.

Δεν είναι να σταματήσεις να εξηγείσαι στους άλλους.

Είναι να σταματήσεις κάποτε να ανακρίνεις τον εαυτό σου για κάθε επιθυμία που δεν χωρά στο προηγούμενο σχέδιο.

Γιατί μερικές φορές αλλάζουμε και αυτή είναι ολόκληρη η εξήγηση.

Δεν χρωστάς συνέπεια σε μια παλιά εκδοχή σου

«Μα εσύ έλεγες ότι δεν θα…»

Ίσως πράγματι το έλεγες.

Πριν από πέντε, δέκα ή είκοσι χρόνια μπορεί να ήσουν βέβαιος ότι δεν θα χώριζες ποτέ, ότι θα έμενες για πάντα στην ίδια πόλη, ότι ήθελες μια συγκεκριμένη καριέρα, ότι δεν θα μπορούσες να ζήσεις μόνος ή ότι κάποιο πράγμα ήταν απολύτως απαραίτητο για να είσαι ευτυχισμένος. Ύστερα έζησες.

Και η ζωή έχει αυτή την ενοχλητική συνήθεια να προσθέτει πληροφορίες στις βεβαιότητές μας.

Η αλλαγή γνώμης αντιμετωπίζεται συχνά σαν ασυνέπεια, ενώ μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο: απόδειξη ότι επιτρέψαμε στην εμπειρία να μας αλλάξει.

Δεν χρειάζεται να υπηρετούμε για πάντα μια απόφαση μόνο και μόνο επειδή κάποτε την πήραμε με βεβαιότητα.

Ούτε να παραμένουμε πιστοί σε μια παλιά εκδοχή μας για να μη χρειαστεί να εξηγήσουμε στους άλλους γιατί αλλάξαμε.

Υπάρχουν υποσχέσεις που πρέπει να κρατάμε.

Και υπάρχουν υποσχέσεις που δώσαμε σε έναν άνθρωπο που δεν είμαστε πια.

Η ζωή γίνεται ελαφρύτερη όταν σταματάς να γράφεις υποσημειώσεις

Ίσως τελικά αυτό είναι που κουράζει περισσότερο: οι ατελείωτες υποσημειώσεις.

Να λες τι θέλεις και αμέσως μετά να εξηγείς γιατί δικαιούσαι να το θέλεις. Να λες τι δεν θέλεις και να προσθέτεις γρήγορα μια αιτία για να μη φανείς δύσκολος, αχάριστος, περίεργος ή εγωιστής. Να ζεις και ταυτόχρονα να συντάσσεις το rationale της ζωής σου.

Κάποια στιγμή όμως οι υποσημειώσεις αρχίζουν να λιγοστεύουν.

Όχι επειδή απέκτησες όλες τις απαντήσεις, αλλά επειδή έπαψες να πιστεύεις ότι χρειάζεσαι όλες τις ερωτήσεις.

Μπορείς να φύγεις επειδή θέλεις να φύγεις. Να μείνεις επειδή θέλεις να μείνεις. Να αλλάξεις γνώμη χωρίς να παρουσιάσεις το ιστορικό της αλλαγής σου. Να μην αποδεχτείς μια πρόσκληση επειδή προτιμάς το σπίτι σου και να μην επινοήσεις έναν πονοκέφαλο για να γίνει η άρνησή σου πιο κοινωνικά αποδεκτή.

Μπορείς ακόμη και να μην ξέρεις ακριβώς γιατί.

Γιατί μερικές φορές το σώμα και η ψυχή καταλαβαίνουν ότι κάτι τελείωσε πολύ πριν μπορέσει η γλώσσα να το διατυπώσει όμορφα.

The Age of No Explanation

Ίσως δεν έρχεται στα τριάντα, στα σαράντα ή στα πενήντα. Δεν υπάρχει γενέθλια τούρτα που τη σηματοδοτεί ούτε κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία ξυπνάς και έχεις ξαφνικά απελευθερωθεί από την ανάγκη της έγκρισης.

Έρχεται λίγο λίγο.

Την πρώτη φορά που λες «όχι, ευχαριστώ» και δεν προσθέτεις δικαιολογία.

Τη στιγμή που κάποιος διαφωνεί με μια μεγάλη σου απόφαση και δεν περνάς το υπόλοιπο βράδυ συνθέτοντας καλύτερα επιχειρήματα μέσα στο κεφάλι σου.

Όταν αντιλαμβάνεσαι ότι μπορεί κάποιος να σε παρεξηγήσει και, για πρώτη φορά, δεν τρέχεις αμέσως να διορθώσεις την εικόνα.

Όταν καταλαβαίνεις ότι δεν χρειάζεται όλοι να γνωρίζουν ολόκληρη την ιστορία για να έχεις δικαίωμα στο τέλος της.

Και ίσως τότε συμβαίνει κάτι που μοιάζει μικρό αλλά αλλάζει βαθιά τον τρόπο που ζεις: οι επιλογές σου αρχίζουν να σου ανήκουν περισσότερο.

Όχι επειδή έγιναν όλες σωστές. Θα εξακολουθήσεις να κάνεις λάθη, να μετανιώνεις, να αλλάζεις γνώμη και μερικές φορές να επιστρέφεις εκεί απ’ όπου έφυγες. Η αυτονομία δεν συνοδεύεται από εγγύηση ορθότητας.

Σου δίνει όμως κάτι άλλο, ίσως σημαντικότερο: το δικαίωμα να κάνεις ακόμη και τα δικά σου λάθη, αντί να ζεις διαρκώς τις σωστές επιλογές κάποιου άλλου.

Γιατί στο τέλος υπάρχει μια απλή αλήθεια που χρειάζεται παράξενα πολλά χρόνια για να γίνει αυτονόητη. Οι άνθρωποι που ζητούν εξηγήσεις θα επιστρέψουν στα σπίτια τους, στις σχέσεις τους, στις δουλειές τους και στις δικές τους αποφάσεις. Θα συνεχίσουν τη δική τους ζωή, είτε ενέκριναν τη δική σου είτε όχι.

Εσύ θα μείνεις μέσα στις συνέπειες των επιλογών σου.

Και ίσως γι’ αυτό, κάποια στιγμή, η ερώτηση που έχει πραγματικά σημασία παύει να είναι «θα το καταλάβουν;» και γίνεται πολύ πιο ήσυχη:

«Μπορώ εγώ να ζήσω καλά με αυτό;»

Αν η απάντηση είναι ναι, ίσως να μη χρειάζεται πάντοτε να ακολουθεί κάτι άλλο.

Ούτε απολογία, ούτε rationale, ούτε μια καλύτερα διατυπωμένη εκδοχή που θα κάνει την επιλογή σου πιο εύπεπτη στους άλλους.

Μερικές φορές το «επειδή έτσι θέλω» δεν είναι η αρχή μιας εξήγησης. Είναι το τέλος της.

Σχετικά άρθρα