Η Κυριακή δεν θέλει πρόγραμμα – θέλει ανθρώπους
Κάποτε η Κυριακή δεν χρειαζόταν ιδιαίτερο σχέδιο. Κάποιος έβαζε ένα ακόμη πιάτο στο τραπέζι, κάποιος ερχόταν χωρίς να έχει κλείσει θέση τρεις εβδομάδες πριν και οι ώρες περνούσαν χωρίς κανείς να αναρωτιέται αν «αξιοποιήθηκαν» σωστά
Περιεχόμενα
Κάποτε η Κυριακή δεν χρειαζόταν ιδιαίτερο σχέδιο. Κάποιος έβαζε ένα ακόμη πιάτο στο τραπέζι, κάποιος ερχόταν χωρίς να έχει κλείσει θέση τρεις εβδομάδες πριν και οι ώρες περνούσαν χωρίς κανείς να αναρωτιέται αν «αξιοποιήθηκαν» σωστά.
Σήμερα έχουμε ημερολόγια γεμάτα, κινητά γεμάτα επαφές και δεκάδες τρόπους να επικοινωνήσουμε μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. Κι όμως, το να καταφέρουμε απλώς να βρεθούμε έχει γίνει σχεδόν πολυτέλεια.
Υπήρχε κάποτε μια φράση που ακουγόταν πολύ συχνά τις Κυριακές.
«Βάλε άλλο ένα πιάτο.»
Δεν ήταν πρόσκληση. Δεν χρειαζόταν να είναι.
Σήμαινε ότι κάποιος μπορεί να ερχόταν. Ένας θείος, ένας φίλος, ένας γείτονας, κάποιος που τηλεφώνησε λίγο πριν και είπε «είστε σπίτι;». Και επειδή ήσουν σπίτι, και επειδή ήταν Κυριακή, και επειδή αυτά τα δύο κάποτε αρκούσαν ως σχέδιο, ερχόταν.
Δεν υπήρχε doodle για να βρεθεί κοινή ημερομηνία. Δεν είχε προηγηθεί ανταλλαγή δεκαεπτά μηνυμάτων στο WhatsApp.
«Την άλλη Κυριακή;»
«Δεν μπορώ, έχω κάτι.»
«Τη μεθεπόμενη;»
«Έχω τα παιδιά.»
«Στις 27;»
«Να δω και θα σου πω.»
Και κάπως έτσι δύο άνθρωποι που μένουν είκοσι λεπτά μακριά καταφέρνουν να συναντηθούν περίπου την εποχή που αλλάζει η ώρα.
Δεν είναι ότι αγαπιόμαστε λιγότερο.
Ίσως απλώς η ζωή μας έγινε τόσο οργανωμένη, ώστε χάσαμε κάπου μέσα στο πρόγραμμα το αυθόρμητο.
Και η Κυριακή ήταν κάποτε η πατρίδα του αυθόρμητου.
Όταν η Κυριακή είχε θόρυβο
Αν προσπαθήσεις να θυμηθείς τις Κυριακές της παιδικής ηλικίας, πιθανότατα δεν θα θυμηθείς ημερομηνίες.
Θα θυμηθείς ήχους.
Πιρούνια πάνω σε πιάτα. Μια τηλεόραση ανοιχτή κάπου στο βάθος. Κάποιον να μιλάει πιο δυνατά από όλους. Κάποιον να γελάει από την κουζίνα. Καρέκλες που μετακινούνταν για να χωρέσει ακόμη ένας.
Θα θυμηθείς μυρωδιές.
Φαγητό που ψηνόταν από νωρίς. Καφέ που ερχόταν αργότερα. Ένα γλυκό που εμφανιζόταν όταν όλοι είχαν ήδη δηλώσει ότι «δεν μπορούν να φάνε τίποτα άλλο» και, μυστηριωδώς, εξαφανιζόταν.
Κυρίως, όμως, θα θυμηθείς ανθρώπους.
Μερικοί από αυτούς μπορεί σήμερα να βρίσκονται μακριά.
Μερικοί μπορεί να έχουν μεγαλώσει.
Μερικοί μπορεί να μην υπάρχουν πια.
Και ίσως γι’ αυτό, όταν μεγαλώνουμε, καταλαβαίνουμε ότι εκείνα τα τραπέζια δεν ήταν ποτέ απλώς τραπέζια.
Ήταν ένας τρόπος να μετράμε τον χρόνο χωρίς να το ξέρουμε.
Μετά μεγαλώσαμε και αποκτήσαμε Google Calendar
Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν.
Οι παλιές Κυριακές δεν ήταν όλες υπέροχες. Υπήρχαν οικογενειακοί καβγάδες, βαρετές επισκέψεις, συγγενείς που έκαναν ερωτήσεις που κανείς δεν είχε ζητήσει και τραπέζια από τα οποία κάποια στιγμή ήθελες απλώς να σηκωθείς.
Αλλά υπήρχε κάτι που σήμερα μοιάζει λιγότερο αυτονόητο.
Η παρουσία.
Δεν χρειαζόταν κάθε συνάντηση να έχει λόγο.
Σήμερα, αντιθέτως, είμαστε εκπληκτικά καλοί στο να οργανώνουμε τη ζωή μας.
Έχουμε calendar.
Έχουμε reminders.
Έχουμε group chats.
Έχουμε shared locations.
Μπορούμε να μάθουμε μέσα σε δευτερόλεπτα πού βρίσκεται κάποιος στην άλλη άκρη του κόσμου.
Και παρ’ όλα αυτά, το «να πιούμε έναν καφέ;» μπορεί να απαιτήσει διαπραγμάτευση μικρής διεθνούς συνθήκης.
Δεν φταίει κάποιος.
Οι ζωές μας πράγματι άλλαξαν.
Οι οικογένειες δεν μένουν απαραίτητα κοντά. Οι δουλειές δεν τελειώνουν πάντα όταν φεύγουμε από το γραφείο. Τα emails ταξιδεύουν μαζί μας. Οι υποχρεώσεις των παιδιών γεμίζουν τα Σαββατοκύριακα. Οι φίλοι έχουν διαφορετικά ωράρια, διαφορετικές ζωές, διαφορετικές πόλεις.
Και κάπως έτσι αρχίσαμε να λέμε μια φράση που είναι σχεδόν το σύνθημα της ενήλικης ζωής:
«Να κανονίσουμε.»
Το λέμε και το εννοούμε.
Αυτό είναι το πιο παράξενο.
Οι άνθρωποι που έχουμε συνέχεια μαζί μας αλλά δεν βλέπουμε
Υπάρχει μια καινούργια μορφή οικειότητας που οι προηγούμενες γενιές δεν γνώριζαν.
Μπορεί να μη δεις έναν φίλο για τρεις μήνες και να ξέρεις σχεδόν τα πάντα για τη ζωή του.
Ξέρεις πού πήγε διακοπές.
Ξέρεις τι έφαγε χθες.
Ξέρεις ότι άλλαξε μαλλιά.
Ξέρεις ότι το παιδί του είχε γενέθλια.
Ξέρεις ποιο βιβλίο διαβάζει.
Μπορεί ακόμη και να ξέρεις τι θέα είχε το πρωί από το παράθυρό του.
Έχεις δει τη ζωή του.
Απλώς δεν ήσουν εκεί.
Κι αυτή ίσως είναι μία από τις μεγαλύτερες ψευδαισθήσεις της εποχής μας: μπερδέψαμε την ενημέρωση με την επαφή.
Ένα like λέει «σε είδα».
Μια καρδιά λέει «χάρηκα».
Ένα emoji με γέλια λέει «γέλασα μαζί σου».
Αλλά τίποτα από αυτά δεν έχει τον ήχο του πραγματικού γέλιου απέναντί σου.
Δεν υπάρχει emoji που να αντικαθιστά εκείνη τη στιγμή σε ένα τραπέζι που κάποιος αρχίζει να γελά και, χωρίς να ξέρεις ακριβώς γιατί, αρχίζουν να γελούν όλοι.
Η Κυριακή έγινε κι αυτή productive
Κάπου στην πορεία, βέβαια, αποφασίσαμε ότι ούτε η Κυριακή μπορεί να μείνει χωρίς πρόγραμμα.
Τώρα έχουμε Sunday reset.
Πρέπει να καθαρίσουμε το σπίτι, να αλλάξουμε σεντόνια, να κάνουμε meal prep, να οργανώσουμε την εβδομάδα, να βάλουμε πλυντήρια, να πάμε γυμναστήριο, να κάνουμε skincare, να απαντήσουμε στα emails που υποτίθεται ότι δεν θα κοιτούσαμε το Σαββατοκύριακο.
Και φυσικά να ξεκουραστούμε.
Αποτελεσματικά.
Αν γίνεται μέχρι τις 18:30.
Υπάρχει κάτι αστείο σε μια εποχή που κατάφερε να κάνει ακόμη και την ξεκούραση task.
Δεν λέω ότι είναι κακό να οργανώνεις τη ζωή σου.
Ίσως όμως μέσα σε όλη αυτή την προσπάθεια να φτιάξουμε την τέλεια εβδομάδα, ξεχάσαμε ότι κάποτε η Κυριακή δεν υπήρχε για να προετοιμάζει τη Δευτέρα.
Υπήρχε απλώς για να είναι Κυριακή.
Η πολυτέλεια του «έλα από εδώ»
Ίσως σήμερα η πραγματική πολυτέλεια να μην είναι αυτό που νομίζουμε.
Δεν είναι απαραίτητα ένα ακριβό εστιατόριο.
Ούτε ένα εντυπωσιακό brunch.
Ούτε ένα τραπέζι που πρέπει να φωτογραφηθεί πριν το αγγίξει κανείς.
Ίσως πολυτέλεια να είναι να μπορείς να πεις σε κάποιον:
«Έλα από εδώ.»
Χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Χωρίς να έχεις προλάβει να τακτοποιήσεις τα πάντα.
Χωρίς να χρειάζεται να φορέσεις κάτι συγκεκριμένο.
Χωρίς να πρέπει να συμβεί κάτι ενδιαφέρον.
Να έρθει επειδή είσαι εκεί.
Να καθίσει.
Να πιείτε έναν καφέ.
Να πείτε πράγματα σημαντικά και πράγματα εντελώς ασήμαντα.
Γιατί, αν το σκεφτείς, οι πιο σημαντικές σχέσεις της ζωής μας χτίστηκαν κυρίως πάνω σε ασήμαντες στιγμές.
Δεν θυμόμαστε μόνο τα γενέθλια, τους γάμους, τα ταξίδια και τις μεγάλες γιορτές.
Θυμόμαστε ένα απόγευμα σε μια κουζίνα.
Μια κουβέντα στο αυτοκίνητο.
Έναν καφέ που κράτησε τρεις ώρες.
Ένα τραπέζι που άρχισε με «θα κάτσουμε λίγο» και τελείωσε όταν είχε ήδη νυχτώσει.
Η ζωή, τελικά, συμβαίνει πολύ περισσότερο ανάμεσα στα μεγάλα γεγονότα παρά μέσα σε αυτά.
Δεν χάσαμε τους ανθρώπους. Χάσαμε τη συνήθεια να βρισκόμαστε
Ίσως λοιπόν δεν είναι ακριβές να πούμε ότι γίναμε πιο μοναχικοί επειδή δεν νοιαζόμαστε.
Νοιαζόμαστε.
Στέλνουμε «χρόνια πολλά».
Βάζουμε καρδιές.
Ρωτάμε «πώς είσαι;».
Λέμε «μου λείπεις».
Και σχεδόν πάντα καταλήγουμε στο:
«Πρέπει οπωσδήποτε να βρεθούμε.»
Το πρόβλημα είναι αυτή η τελευταία λέξη.
Πρέπει.
Η ανθρώπινη επαφή έγινε ακόμη μία υποχρέωση που πρέπει να χωρέσει ανάμεσα στις υπόλοιπες.
Και ίσως αυτό που χάσαμε δεν είναι η αγάπη, αλλά η συνήθεια.
Τη συνήθεια να χτυπάμε μια πόρτα.
Να τηλεφωνούμε χωρίς να έχουμε κάτι συγκεκριμένο να πούμε.
Να καθόμαστε λίγο περισσότερο.
Να μη βιαζόμαστε να φύγουμε επειδή «αύριο έχουμε πρωινό ξύπνημα».
Να αφήνουμε χώρο στη ζωή μας για ανθρώπους που δεν είναι καταχωρισμένοι στο calendar.
Τα τραπέζια αλλάζουν
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο στις Κυριακές που καταλαβαίνεις μόνο όταν περνούν τα χρόνια.
Τα τραπέζια αλλάζουν.
Κάποτε καθόσουν στη μία άκρη και άκουγες τους μεγάλους να μιλούν.
Κάποια στιγμή, χωρίς να καταλάβεις πότε ακριβώς συνέβη, οι μεγάλοι είσαι εσύ.
Κάποτε κάποιος άλλος μαγείρευε.
Κάποτε κάποιος άλλος έλεγε «βάλε ένα πιάτο ακόμη».
Κάποτε υπήρχαν πρόσωπα που θεωρούσες τόσο δεδομένα, ώστε δεν σου περνούσε ποτέ από το μυαλό ότι μια μέρα η θέση τους μπορεί να μείνει άδεια.
Αυτή είναι ίσως η σιωπηλή μελαγχολία των οικογενειακών τραπεζιών.
Όσο τα ζεις, νομίζεις ότι θα επαναλαμβάνονται για πάντα.
Δεν επαναλαμβάνονται.
Οι άνθρωποι μεγαλώνουν.
Τα παιδιά φεύγουν.
Οι φίλοι μετακομίζουν.
Οι οικογένειες αλλάζουν σχήμα.
Κάποιοι άνθρωποι απομακρύνονται.
Κάποιοι χάνονται.
Και τότε καταλαβαίνεις ότι εκείνο που κάποτε σου φαινόταν απλώς «μια ακόμη Κυριακή» ήταν, χωρίς να το ξέρεις, μια ολόκληρη εποχή της ζωής σου.
Γι’ αυτό η Κυριακή θέλει ανθρώπους
Όχι πολλούς.
Δεν χρειάζεται μεγάλο τραπέζι.
Δεν χρειάζεται να αναστήσουμε μια εξιδανικευμένη εποχή όπου όλοι οι συγγενείς ζούσαν ευτυχισμένοι στην ίδια γειτονιά.
Ούτε χρειάζεται κάθε Κυριακή να γίνει κοινωνική υποχρέωση.
Μερικές Κυριακές θέλουν μοναξιά.
Καναπέ.
Βιβλίο.
Θάλασσα.
Ύπνο.
Σιωπή.
Αλλά κάποιες άλλες θέλουν εκείνο το απλό πράγμα που έχουμε κάνει περίπλοκο.
Έναν άνθρωπο απέναντί μας.
Χωρίς οθόνη ανάμεσα.
Χωρίς agenda.
Χωρίς να χρειάζεται να δημιουργηθεί κάποια «ανάμνηση».
Γιατί οι αναμνήσεις έχουν μια περίεργη ειρωνεία.
Σπάνια ξέρουμε ότι τις δημιουργούμε την ώρα που συμβαίνουν.
Εκείνη τη στιγμή είναι απλώς ένας καφές.
Ένα πιάτο φαγητό.
Μια κουβέντα.
Κάποιος που άργησε να φύγει.
Μια Κυριακή σαν όλες τις άλλες.
Χρόνια αργότερα, όμως, μπορεί να έδινες πολλά για να καθίσεις ξανά για μία ώρα στο ίδιο τραπέζι, με τους ίδιους ανθρώπους, να ακούσεις τις ίδιες ιστορίες που τότε είχες βαρεθεί να ακούς.
Ίσως γι’ αυτό δεν χρειάζεται να κάνουμε τις Κυριακές μας τέλειες.
Δεν χρειάζεται να είναι productive.
Δεν χρειάζεται να είναι instagrammable.
Δεν χρειάζεται καν να είναι ιδιαίτερες.
Αρκεί, πού και πού, να θυμόμαστε να βάζουμε ένα πιάτο ακόμη.
Γιατί στο τέλος, όταν θα θυμόμαστε τις Κυριακές της ζωής μας, μάλλον δεν θα θυμόμαστε πόσο καλά οργανώσαμε τη Δευτέρα.
Θα θυμόμαστε ποιος καθόταν στο τραπέζι.