TIME: Βενεζουέλα- Το μεγάλο γεωπολιτικό στοίχημα του Ντόναλντ Τραμπ – Η χώρα που από σύμβολο του αντιαμερικανισμού γίνεται πεδίο οικονομικής και ενεργειακής συνεργασίας
Για πολλά χρόνια η διεθνής κοινή γνώμη έβλεπε τη Βενεζουέλα αποκλειστικά μέσα από εικόνες υπερπληθωρισμού, ελλείψεων βασικών αγαθών, μαζικής μετανάστευσης και πολιτικής καταστολής. Όλα αυτά εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της πραγματικότητας. Όμως πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει μια άλλη, λιγότερο προβεβλημένη. Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Τα ενεργειακά της αποθέματα ξεπερνούν ακόμη και εκείνα χωρών της Μέσης Ανατολής. Για δεκαετίες, αυτός ο φυσικός πλούτος αποτελούσε το ισχυρότερο γεωπολιτικό της χαρτί. Η κατάρρευση της οικονομίας, η κακοδιαχείριση, η έλλειψη επενδύσεων και οι κυρώσεις οδήγησαν μεγάλο μέρος αυτής της παραγωγικής δυνατότητας σε αδράνεια. Σήμερα, όμως, σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή ασφάλεια έχει επιστρέψει στο επίκεντρο της παγκόσμιας στρατηγικής, η αξία αυτού του πλούτου επανεκτιμάται. Ποια είναι η Ντέλσι Ροντρίγκες Η Ντέλσι Ροντρίγκες δεν είναι μια νέα πολιτικός. Αντίθετα, αποτελεί μία από τις πιο ισχυρές προσωπικότητες του καθεστώτος που οικοδόμησε αρχικά ο Ούγκο Τσάβες και στη συνέχεια διατήρησε ο Νικολάς Μαδούρο. Έχει διατελέσει υπουργός, υπουργός Εξωτερικών και αντιπρόεδρος της χώρας, αποκτώντας σταδιακά σημαντική επιρροή στη λήψη αποφάσεων. Για χρόνια υπήρξε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακριβώς γι’ αυτό, οποιαδήποτε προσέγγιση μαζί της αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό. Δεν πρόκειται απλώς για μια αλλαγή προσώπων. Πρόκειται για αλλαγή στρατηγικής. Γιατί αλλάζει στάση η Ουάσιγκτον Η απάντηση βρίσκεται στην οικονομία. Οι διεθνείς αγορές ενέργειας έχουν μεταβληθεί ριζικά μετά τις γεωπολιτικές αναταράξεις των τελευταίων ετών. Η ενεργειακή ασφάλεια έχει εξελιχθεί σε κορυφαία προτεραιότητα για τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι η πλήρης απομόνωση μιας χώρας με τόσο μεγάλα αποθέματα υδρογονανθράκων δημιουργεί ένα κενό το οποίο μπορούν να καλύψουν άλλες δυνάμεις, όπως η Κίνα ή η Ρωσία. Η επαναπροσέγγιση, επομένως, δεν αποτελεί ένδειξη πολιτικής ταύτισης αλλά μια προσπάθεια διατήρησης της αμερικανικής επιρροής σε μια κρίσιμη γεωγραφική περιοχή. Στη σύγχρονη γεωπολιτική, η πρόσβαση στους φυσικούς πόρους μεταφράζεται σε οικονομική ισχύ και πολιτική επιρροή.
Περιεχόμενα
- Όταν η πραγματικότητα ξεπερνά την ιδεολογία
- Η Βενεζουέλα δεν είναι απλώς μια χώρα σε κρίση
- Ποια είναι η Ντέλσι Ροντρίγκες
- Γιατί αλλάζει στάση η Ουάσιγκτον
- Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο πραγματισμός της εξωτερικής πολιτικής
- Το πετρέλαιο παραμένει ο μεγάλος πρωταγωνιστής
- Οι αμερικανικές επιχειρήσεις επιστρέφουν προσεκτικά
- Ο Μάρκο Ρούμπιο και η νέα αρχιτεκτονική της αμερικανικής πολιτικής
- Η Ρωσία δεν εγκαταλείπει εύκολα έναν στρατηγικό σύμμαχο
- Η οικονομία ως κινητήριος δύναμη
Η προσέγγιση ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τη Ντέλσι Ροντρίγκες δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική εξέλιξη, αλλά ένα γεωπολιτικό πείραμα με τεράστιες οικονομικές προεκτάσεις για ολόκληρη την περιοχή.
Όταν η πραγματικότητα ξεπερνά την ιδεολογία
Στη διεθνή πολιτική υπάρχουν στιγμές που οι ιδεολογίες υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη. Οι παλιές διαχωριστικές γραμμές θολώνουν, οι συμμαχίες αναθεωρούνται και οι μέχρι χθες αντίπαλοι ανακαλύπτουν ότι τα κοινά συμφέροντα είναι ισχυρότερα από τις διαφωνίες τους.
Η Βενεζουέλα αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας.
Για περισσότερες από δύο δεκαετίες η χώρα ταυτίστηκε με τον αντιδυτικό λόγο του Ούγκο Τσάβες και αργότερα του Νικολάς Μαδούρο. Η Ουάσιγκτον απάντησε με οικονομικές κυρώσεις, διπλωματική απομόνωση και διαρκή πολιτική πίεση. Οι σχέσεις των δύο χωρών έμοιαζαν αδύνατο να αποκατασταθούν.
Κι όμως, η γεωπολιτική σπάνια λειτουργεί με όρους συναισθημάτων. Λειτουργεί με όρους συμφερόντων.
Η πιθανή προσέγγιση ανάμεσα στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και τη Ντέλσι Ροντρίγκες αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Δεν πρόκειται για μια ιστορία φιλίας. Πρόκειται για μια ιστορία αμοιβαίας χρησιμότητας.
Η Βενεζουέλα δεν είναι απλώς μια χώρα σε κρίση
Για πολλά χρόνια η διεθνής κοινή γνώμη έβλεπε τη Βενεζουέλα αποκλειστικά μέσα από εικόνες υπερπληθωρισμού, ελλείψεων βασικών αγαθών, μαζικής μετανάστευσης και πολιτικής καταστολής.
Όλα αυτά εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της πραγματικότητας.
Όμως πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει μια άλλη, λιγότερο προβεβλημένη.
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Τα ενεργειακά της αποθέματα ξεπερνούν ακόμη και εκείνα χωρών της Μέσης Ανατολής. Για δεκαετίες, αυτός ο φυσικός πλούτος αποτελούσε το ισχυρότερο γεωπολιτικό της χαρτί.
Η κατάρρευση της οικονομίας, η κακοδιαχείριση, η έλλειψη επενδύσεων και οι κυρώσεις οδήγησαν μεγάλο μέρος αυτής της παραγωγικής δυνατότητας σε αδράνεια.
Σήμερα, όμως, σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή ασφάλεια έχει επιστρέψει στο επίκεντρο της παγκόσμιας στρατηγικής, η αξία αυτού του πλούτου επανεκτιμάται.
Ποια είναι η Ντέλσι Ροντρίγκες
Η Ντέλσι Ροντρίγκες δεν είναι μια νέα πολιτικός.
Αντίθετα, αποτελεί μία από τις πιο ισχυρές προσωπικότητες του καθεστώτος που οικοδόμησε αρχικά ο Ούγκο Τσάβες και στη συνέχεια διατήρησε ο Νικολάς Μαδούρο.
Έχει διατελέσει υπουργός, υπουργός Εξωτερικών και αντιπρόεδρος της χώρας, αποκτώντας σταδιακά σημαντική επιρροή στη λήψη αποφάσεων.
Για χρόνια υπήρξε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ακριβώς γι’ αυτό, οποιαδήποτε προσέγγιση μαζί της αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό.
Δεν πρόκειται απλώς για μια αλλαγή προσώπων. Πρόκειται για αλλαγή στρατηγικής.
Γιατί αλλάζει στάση η Ουάσιγκτον
Η απάντηση βρίσκεται στην οικονομία.
Οι διεθνείς αγορές ενέργειας έχουν μεταβληθεί ριζικά μετά τις γεωπολιτικές αναταράξεις των τελευταίων ετών.
Η ενεργειακή ασφάλεια έχει εξελιχθεί σε κορυφαία προτεραιότητα για τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.
Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι η πλήρης απομόνωση μιας χώρας με τόσο μεγάλα αποθέματα υδρογονανθράκων δημιουργεί ένα κενό το οποίο μπορούν να καλύψουν άλλες δυνάμεις, όπως η Κίνα ή η Ρωσία.
Η επαναπροσέγγιση, επομένως, δεν αποτελεί ένδειξη πολιτικής ταύτισης αλλά μια προσπάθεια διατήρησης της αμερικανικής επιρροής σε μια κρίσιμη γεωγραφική περιοχή.
Στη σύγχρονη γεωπολιτική, η πρόσβαση στους φυσικούς πόρους μεταφράζεται σε οικονομική ισχύ και πολιτική επιρροή.
Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο πραγματισμός της εξωτερικής πολιτικής
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα δείξει ότι προσεγγίζει τη διεθνή πολιτική περισσότερο ως διαπραγμάτευση παρά ως ιδεολογική αντιπαράθεση.
Στη λογική του, ακόμη και οι πιο δύσκολες σχέσεις μπορούν να επαναπροσδιοριστούν εφόσον υπάρχει οικονομικό ή στρατηγικό όφελος.
Η Βενεζουέλα εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη φιλοσοφία.
Αν η χώρα μπορεί να προσφέρει ενεργειακή σταθερότητα, να περιορίσει τη μεταναστευτική πίεση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και να μειώσει την επιρροή της Κίνας στη Λατινική Αμερική, τότε αποκτά διαφορετική αξία για την Ουάσιγκτον.
Η εξωτερική πολιτική μετατρέπεται σε μια άσκηση κόστους και οφέλους.
Το πετρέλαιο παραμένει ο μεγάλος πρωταγωνιστής
Παρά τη μετάβαση προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ο κόσμος εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο.
Η ζήτηση δεν έχει εξαφανιστεί.
Αντίθετα, οι διεθνείς κρίσεις υπενθύμισαν πόσο εύθραυστες είναι οι αλυσίδες εφοδιασμού.
Η Βενεζουέλα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης.
Η επανεκκίνηση της παραγωγής της θα μπορούσε να επηρεάσει τις διεθνείς τιμές, να προσελκύσει ξένες επενδύσεις και να επαναφέρει στη χώρα κεφάλαια που είχαν αποχωρήσει εδώ και χρόνια.
Για τις μεγάλες ενεργειακές επιχειρήσεις, η προοπτική αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες επιχειρηματικές ευκαιρίες της δεκαετίας.
Οι αμερικανικές επιχειρήσεις επιστρέφουν προσεκτικά
Καμία μεγάλη εταιρεία δεν επενδύει μόνο με πολιτικά κριτήρια.
Απαιτεί σταθερότητα, προβλεψιμότητα και δυνατότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού.
Αν η νέα προσέγγιση οδηγήσει σε σταδιακή χαλάρωση των κυρώσεων, πολλές αμερικανικές και διεθνείς επιχειρήσεις θα εξετάσουν εκ νέου τη δραστηριοποίησή τους στη Βενεζουέλα.
Δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο.
Αφορά τις μεταφορές, τις τηλεπικοινωνίες, τις υποδομές, τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, τη γεωργία και τις κατασκευές.
Σε μια οικονομία που έχει υποστεί βαθιά αποεπένδυση, σχεδόν κάθε τομέας μπορεί να αποτελέσει πεδίο ανάπτυξης.
Ο Μάρκο Ρούμπιο και η νέα αρχιτεκτονική της αμερικανικής πολιτικής
Εάν ο Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί τον πολιτικό εκφραστή της νέας στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών, ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, είναι ο άνθρωπος που καλείται να τη μετατρέψει σε διπλωματική πράξη. Η παρουσία του έχει ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο επειδή γνωρίζει όσο λίγοι τη Λατινική Αμερική, αλλά και επειδή για πολλά χρόνια υπήρξε από τους πιο έντονους επικριτές του καθεστώτος της Βενεζουέλας.
Αυτό κάνει τη σημερινή συγκυρία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Όταν ένας πολιτικός που έχει επενδύσει δημόσια σε μια σκληρή γραμμή εμφανίζεται πρόθυμος να συζητήσει μια διαφορετική προσέγγιση, σημαίνει ότι έχει αλλάξει η αξιολόγηση των αμερικανικών συμφερόντων.
Η Ουάσιγκτον δείχνει να αναγνωρίζει πως η απομόνωση της Βενεζουέλας δεν έφερε το αποτέλεσμα που επιδίωκε. Το καθεστώς δεν κατέρρευσε, ενώ η χώρα στράφηκε ακόμη περισσότερο προς την Κίνα, τη Ρωσία και το Ιράν. Έτσι, η νέα στρατηγική δεν είναι προϊόν ιδεολογικής μεταστροφής, αλλά μια προσπάθεια να ανακτηθεί επιρροή σε μια περιοχή που θεωρείται κρίσιμη για την αμερικανική ασφάλεια.
Η Κίνα παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια το Πεκίνο επένδυσε τεράστια ποσά στη Βενεζουέλα, χρηματοδοτώντας έργα υποδομών, παρέχοντας δάνεια και εξασφαλίζοντας πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους. Για την Κίνα, η χώρα αποτελεί μέρος της ευρύτερης στρατηγικής της να ενισχύσει την παρουσία της στη Λατινική Αμερική.
Μια ενδεχόμενη αποκατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Καράκας θα μπορούσε να περιορίσει αυτή την επιρροή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιθυμούν να δουν μια χώρα με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο να εντάσσεται αποκλειστικά στη σφαίρα επιρροής του Πεκίνου.
Η οικονομική διπλωματία, άλλωστε, δεν αφορά μόνο το εμπόριο. Αφορά τη δυνατότητα μιας υπερδύναμης να διαμορφώνει τους όρους του παιχνιδιού σε μια ολόκληρη περιοχή.
Η Ρωσία δεν εγκαταλείπει εύκολα έναν στρατηγικό σύμμαχο
Αντίστοιχα, η Μόσχα έχει επενδύσει πολιτικά και στρατιωτικά στη Βενεζουέλα. Οι σχέσεις των δύο χωρών ενισχύθηκαν ιδιαίτερα τα προηγούμενα χρόνια, όταν οι δυτικές κυρώσεις έσπρωξαν το Καράκας προς νέους συμμάχους.
Μια πιθανή εξομάλυνση με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Βενεζουέλα θα απομακρυνθεί από τη Ρωσία. Πιθανότερο είναι να επιδιώξει μια πιο πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, αξιοποιώντας τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων προς όφελός της.
Για τις μικρότερες χώρες, η ισορροπία ανάμεσα σε ισχυρούς παίκτες αποτελεί συχνά τρόπο επιβίωσης και διαπραγμάτευσης.
Η οικονομία ως κινητήριος δύναμη
Πίσω από τις πολιτικές εξελίξεις βρίσκεται πάντα η οικονομία. Η Βενεζουέλα χρειάζεται επειγόντως επενδύσεις, τεχνογνωσία, πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και σταθερό νόμισμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη, αναζητούν νέες πηγές ενέργειας, περιορισμό των μεταναστευτικών ροών και μεγαλύτερη γεωπολιτική επιρροή.
Όταν δύο πλευρές έχουν διαφορετικά κίνητρα αλλά κοινό συμφέρον να συνεργαστούν, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για έναν νέο τύπο σχέσης. Δεν πρόκειται για σχέση εμπιστοσύνης. Πρόκειται για σχέση αμοιβαίου οφέλους.
Οι επενδυτές βλέπουν μια αγορά που ξεκινά σχεδόν από το μηδέν
Για έναν διεθνή επενδυτή, η Βενεζουέλα παρουσιάζει ένα παράδοξο. Από τη μία πλευρά, παραμένει μια αγορά υψηλού πολιτικού ρίσκου. Από την άλλη, διαθέτει τεράστιες ανεκμετάλλευτες δυνατότητες.
Οι υποδομές χρειάζονται εκσυγχρονισμό, το ενεργειακό δίκτυο απαιτεί επενδύσεις, οι τηλεπικοινωνίες, οι μεταφορές, τα λιμάνια και η βιομηχανία έχουν ανάγκη από νέα κεφάλαια.
Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον υπάρξει σταθερότερο περιβάλλον, μπορεί να δημιουργηθεί ένας μεγάλος κύκλος επενδύσεων, όχι μόνο από αμερικανικές εταιρείες αλλά και από ευρωπαϊκούς και ασιατικούς ομίλους.
Η κοινωνία περιμένει κάτι περισσότερο από πολιτικές συμφωνίες
Οι γεωπολιτικές αναλύσεις συχνά επικεντρώνονται στους ηγέτες, όμως οι πολίτες ενδιαφέρονται για κάτι πολύ πιο απλό: αν θα βελτιωθεί η καθημερινότητά τους.
Η Βενεζουέλα έχει βιώσει μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας της Λατινικής Αμερικής. Εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν τη χώρα, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής.
Εάν η νέα περίοδος οδηγήσει σε περισσότερες θέσεις εργασίας, μεγαλύτερη διαθεσιμότητα αγαθών, επενδύσεις και οικονομική ανάπτυξη, τότε θα αποκτήσει πραγματικό νόημα για την κοινωνία. Αν περιοριστεί μόνο σε διπλωματικές φωτογραφίες και πολιτικές δηλώσεις, δύσκολα θα αλλάξει την καθημερινότητα των πολιτών.
Οι επικριτές κάνουν λόγο για επικίνδυνο συμβιβασμό
Δεν συμμερίζονται όλοι την αισιοδοξία γύρω από αυτή τη νέα προσέγγιση. Πολλοί αναλυτές και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι μια στενότερη συνεργασία με την κυβέρνηση της Βενεζουέλας ενδέχεται να εκληφθεί ως έμμεση νομιμοποίηση ενός καθεστώτος που έχει δεχθεί έντονη διεθνή κριτική.
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της νέας στρατηγικής απαντούν ότι η απομόνωση δεν έφερε ουσιαστικές αλλαγές και πως ο διάλογος μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικότερος από τις κυρώσεις.
Η αλήθεια πιθανότατα βρίσκεται κάπου στη μέση. Η ιστορία έχει δείξει ότι ούτε οι κυρώσεις ούτε οι άνευ όρων συνεργασίες αποτελούν πανάκεια. Το ζητούμενο είναι αν η νέα προσέγγιση θα συνοδευτεί από σαφείς όρους και δεσμεύσεις.
Το πραγματικό διακύβευμα ξεπερνά τα σύνορα της Βενεζουέλας
Όσα συμβαίνουν στο Καράκας δεν αφορούν μόνο τη συγκεκριμένη χώρα. Επηρεάζουν ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.
Η Βενεζουέλα μετατρέπεται σε ένα εργαστήριο της νέας διεθνούς πολιτικής, όπου οι παραδοσιακές ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές δίνουν τη θέση τους στον πραγματισμό, την οικονομική συνεργασία και την αναζήτηση στρατηγικών ισορροπιών.
Ένα πείραμα που μπορεί να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού
Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να γνωρίζει κανείς αν αυτή η προσέγγιση θα αποδώσει. Οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες και οι αβεβαιότητες πολλές. Ωστόσο, η ίδια η αλλαγή στάσης αποτελεί ένδειξη ότι η διεθνής πολιτική εισέρχεται σε μια νέα εποχή.
Στον κόσμο του 2026, οι συμμαχίες δεν καθορίζονται αποκλειστικά από ιδεολογικές συγγένειες, αλλά από την ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια, οικονομική ανάπτυξη και γεωπολιτική ισορροπία.
Η Βενεζουέλα βρίσκεται ακριβώς στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της ιστορίας.
Η γεωπολιτική γράφεται πλέον με όρους οικονομίας
Για δεκαετίες, η Βενεζουέλα αποτελούσε το παράδειγμα μιας χώρας που επέλεξε να συγκρουστεί με τη Δύση, επενδύοντας στην ιδέα της πολιτικής ανεξαρτησίας και της αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα, όμως, το αφήγημα αλλάζει. Όχι επειδή άλλαξαν οι ιδεολογίες, αλλά επειδή άλλαξαν οι προτεραιότητες.
Η ενέργεια, οι επενδύσεις, οι αλυσίδες εφοδιασμού και ο ανταγωνισμός με την Κίνα έχουν αναδειχθεί σε ζητήματα μεγαλύτερης σημασίας από τις παλιές πολιτικές αντιθέσεις. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, ακόμη και οι πιο απρόσμενες συνεργασίες μπορούν να θεωρηθούν λογικές, εφόσον εξυπηρετούν στρατηγικά συμφέροντα.
Είτε η προσέγγιση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Καράκας αποδειχθεί μια μακροχρόνια στροφή είτε μια προσωρινή τακτική, ένα είναι βέβαιο: η Βενεζουέλα έχει επιστρέψει στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής και οικονομικής συζήτησης. Και σε μια εποχή όπου η ισχύς μετριέται όλο και περισσότερο με πρόσβαση σε πόρους, κεφάλαια και αγορές, η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο δύο χώρες. Αφορά τη νέα ισορροπία δυνάμεων στον κόσμο.