Burning Man, το φεστιβάλ που θα ζήλευε ο Mad Max
7 μέρες (και νύχτες) στη μέση της ερήμου. Το πιο «μεταλλαγμένο» φεστιβάλ του κόσμου ανοίγει τις πόρτες του και υπόσχεται στιγμές από έναν πραγματικά «άλλο πλανήτη».
Όταν ξεκίνησε, το 1986, το Burning Man ήταν ένα πάρτι 20 φίλων. Μιας παρέας που ήθελε να γιορτάσει το θερινό ηλιοστάσιο καίγοντας ένα ξύλινο ανθρώπινο ομοίωμα σε μια παραλία του San Francisco. Ήταν μια μορφή συλλογικής έκφρασης, πνευματικής αναζήτησης και προσπάθειας σύνδεσης με αυτό, το κάτι ανώτερο. Τουλάχιστον έτσι το παρουσίασαν οι ίδιοι στους διάφορους περίεργους που εντυπωσιασμένοι από τη φωτιά που έκαιγε τον ξύλινο άνθρωπο, έσπευσαν να συγκεντρωθούν. Και στο San Francisco αυτά πουλάνε…
Η επόμενη χρονιά είδε την αρχική ομάδα αυξημένη κατά 60 άτομα και τους περαστικούς που αποφάσιζαν είτε να κάνουν μια στάση βγάζοντας φωτογραφίες, ή να συμμετέχουν σε αυτή την εσωτερική, συλλογική(!) αναζήτηση ακόμα περισσότερους. Το γεγονός αυτό οδήγησε τους διοργανωτές στην απόφαση να το καθιερώσουν και να το λειτουργήσουν πιο επίσημα.

Δεν ενστερνίζονται όμως όλοι τις πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις, και με μια πεζή ανακοίνωση, η αστυνομία του San Francisco απαγόρευσε τη διεξαγωγή του το καλοκαίρι του 1991, λόγω έλλειψης των απαραίτητων αδειών. Η κατάσταση αυτή ξεπεράστηκε μήνες μετά και από την επόμενη χρονιά, συμμετέχοντες και ξύλινος άνθρωπος μεγάλωναν, οι πρώτοι σε αριθμό, ο δεύτερος σε ύψος.
Από το 1995, το φεστιβάλ άφησε πίσω του την τάξη του San Francisco και αναζήτησε μια τοποθεσία μακριά από τον πολιτισμό, μια τοποθεσία που θα βοηθούσε στην απόλυτη εμπειρία όσων το φεστιβάλ τους πρέσβευε. Το νέο τους σπίτι θα ήταν η έρημος του Black Rock στη Νεβάδα, 6 ώρες μακριά από τη μέχρι τότε βάση τους.



Εκεί, στη νέα τοποθεσία, άρχισε το πραγματικό Burning Man, του φεστιβάλ που μπορεί να καμαρώνει για τον τίτλο του πιο περίεργου και μυστηριακού φεστιβάλ τέχνης που έχει δει ποτέ ο πλανήτης. Στην καρδιά της ερήμου, σκηνικό βγαλμένο από το Mad Max, μια πόλη 70,000 κατοίκων στήνεται κάθε χρόνο, όχι στα τέλη του Ιούνη όπως κάποτε, αλλά την τελευταία Δευτέρα του Αυγούστου και όχι για μια μέρα, αλλά μέχρι και την πρώτη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου.





70,000 ψυχές με το παρατσούκλι «καμένοι» εγκαταλείπουν ό,τι κάνουν, και για μια εβδομάδα αναζητούν τις δικές τους αλήθειες κάτω από τον καυτό ήλιο, τη σκόνη, τα αστέρια, και αφού πρώτα έχουν αποδεχθεί τους 10 κανόνες που σαν άλλες εντολές έχει θεσπίσει η διοργάνωση. Κανόνες απλοί, πιο απλοί από ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί ο κάθε ένας που αποφασίζει να συμμετάσχει, την ίδια στιγμή όμως ξένοι για την καθημερινότητα και δύσκολοι στην εφαρμογή, όπως η απεξάρτηση (έστω και για 7 μέρες) από τα χρήματα, η συμμετοχή, η προσφορά, ο σεβασμός προς το περιβάλλον, η άμεση εμπειρία και η αυτοσυντήρηση.



Το ολοένα και μεγαλύτερο πλήθος που συγκεντρώνεται κάθε χρόνο στο Burning Man, οδήγησε το φεστιβάλ στη λήψη μέτρων που θα διαφύλασσαν την ομαλή διεξαγωγή του, την ασφάλεια του κοινού αλλά και τη διατήρηση του ιδιαίτερου χαρακτήρα του. Η πόλη κάθε χρόνο στήνεται πάνω σε πραγματικά σχέδια, με τη μορφή κάτοψης αρχαίου θεάτρου. Ο χώρος περιφράχθηκε, η διέλευση οχημάτων απαγορεύθηκε εκτός αν αυτά είναι ειδικά «μεταλλαγμένα» οχήματα που έχουν κατασκευαστεί από τους ιδιοκτήτες / συμμετέχοντες και δέχονται να τα κινούν με λιγότερα από 10χαω. Για τις μετακινήσεις στους χώρους, τα πόδια και τα ποδήλατα (μεταλλαγμένα και αυτά) προτείνονται σαν οι μόνες λύσεις. Στο φεστιβάλ απαγορεύονται οι χορηγοί, μιας και στην είσοδο αφήνεις τον καθημερινό σου εαυτό και για μία εβδομάδα «ζεις την εμπειρία».





Στο Burning Man δεν περνάνε τα λεφτά σου (από τη στιγμή που θα περάσεις την πόρτα του έστω). Τα μόνα που μπορείς να αγοράσεις είναι καφές και πάγος. Για όλα τα υπόλοιπα πρέπει να φροντίσεις από πριν και να τα έχεις μαζί σου. Αν θες να φας και να πιεις, θα πρέπει να λειτουργήσεις σαν παιδί φρονίμου, πριν πεινάσεις μαγειρεύεις. Από εκεί και πέρα χαρίζεις και σου χαρίζουν, όπως κάποτε. Αυτό λένε, αλλά αμ δε.



Τα πέντε τελευταία χρόνια το φεστιβάλ γνωρίζει τεράστιες αλλαγές που έχουν φέρει τους πιστούς από χρόνια οπαδούς tου, αντιμέτωπους με καταστάσεις αντίθετες με τη φιλοσοφία τους και τα όσα είχαν μέχρι τότε συνηθίσει. Το Burning Man έγινε το «κολαστήριο» της Sillicon Valley, το δικό της «διαφορετικό» Spring Break, Εκεί όπου οι tech gurus υπό την επήρεια παραισθησιογόνων θα αναζητήσουν την επόμενη μεγάλη ιδέα, τη νέα εφαρμογή που θα τους αποφέρει εκατομμύρια, ναι, από αυτά για τα οποία δηλώνουν πως αδιαφορούν.





Οι «φεστιβαλιστές» πρέπει να φροντίζουν για τη στέγασή και τη σίτισή τους. Αυτά περιορίζονταν σε μια σκηνή και κονσέρβες και δημητριακά. Οι εκ Sillicon Valley ορμώμενοι, νέοι πιστοί του Burning Man, φέρνουν τα δικά τους ήθη και ανάγκες και επιδίδονται σε έναν αγώνα εντυπωσιασμού, μια μάχη για την ανάδειξη του πιο «ανοιχτοχέρη», δημιουργώντας τεράστιες κατασκευές που συναγωνίζονται Dali και Gaudi, πάνω και γύρω από τα πανάκριβα αυτοκινούμενα τροχόσπιτά τους, κοινότητες αποκομμένες από το υπόλοιπο φεστιβάλ, με chef, υπηρέτες, αερομεταφορές, πληρωμένα μοντέλα, δορυφορικά δίκτυα και όλες τις ανέσεις που υποτίθεται «άφησαν» πίσω τους ξεκινώντας για εκεί.









Την ώρα που το εισιτήριο της «καμένης» εβδομάδας έχει αγγίξει τα 350 δολάρια, το κόστος συμμετοχής για όλα αυτά τα «ιδιωτικά» χωριά μέσα στο φεστιβάλ φτάνει συχνά και τις 25,000 δολάρια, με το νούμερο αυτό να αυξάνεται κατακόρυφα κάθε χρόνο. Για το 2014 το κόστος κάθε τέτοιου μικρού χωριού ξεπερνούσε τα 2.000.000. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που διάφορες εταιρείες V.I.P. υπηρεσιών διαφημίζουν το φεστιβάλ και τις υπηρεσίες τους στις σελίδες τους. Από την άλλη, αυτοί είναι που συντηρούν και τους καλλιτέχνες που εκθέτουν τα τεράστια έργα τους στην έρημο, με τις χορηγίες (εκτός φεστιβάλ πάντα), συντηρώντας τη φήμη του φεστιβάλ σαν χώρο έκφρασης.







Αλλά και για τη γειτονική τοπική κοινωνία και οικονομία, το φεστιβάλ ήρθε σαν μάνα εξ ουρανού. Η ένεση των 55 εκατομμυρίων κάθε τέτοια εβδομάδα του χρόνου, κλείνει με ευχαρίστηση μάτια και αυτιά στα όσα συμβαίνουν λίγο πιο κάτω και μόνο κάποιες σκόρπιες διαμαρτυρίες για τα μάτια του κόσμου και των ΜΜΕ σπάνε αυτό το ευχάριστο κλίμα.
Το μεταλλαγμένο, post apocalyptic, πιο extreme φεστιβάλ του πλανήτη ανοίγει τις πόρτες του την Κυριακή 30 Αυγούστου και ξεκινάει επίσημα τη Δευτέρα 31. 7 μέρες τρέλας, γύμνιας, εσωτερικής αναζήτησης, υπερβολής, χορού, 7 μέρες «κάψιμο», 7 μέρες μιας ανεπανάληπτης εμπειρίας σε ότι πιο κοντινό μπορείς να βρεις στη φράση «άλλος πλανήτης». Με το φετινό θέμα του να είναι το «Καρναβάλι των Καθρεπτών» και ένα στρατό από τους πιο τρομακτικούς κλόουν να είναι έτοιμοι να υποδεχθούν τις χιλιάδες «τριπαρισμένων» νέο χίπη, το κάψιμο του 30μετρου ξύλινου ανθρώπου που σηματοδοτεί το τέλος, θα είναι απλά λυτρωτικό.



Όσο για το line up…….ποιός νοιάζεται για τέτοια πράγματα…