Έρχονται απρόσκλητοι φίλοι μεσημέρι Κυριακής: Τι κάνεις; (κεφάλαιο 1)
Ο Ρεμί δεν αντέχει τα απροετοίμαστα, αλλά βρίσκει λύσεις και μάλιστα με συγκεκριμένο μπάτζετ.
Μισώ τα απρόσκλητα, όπως μισώ και τις εκπλήξεις. Το αναφέρω για εσάς εκεί στο ΚΛΙΚ, σε περίπτωση που σας περάσει από το μυαλό να μου κάνετε πάρτι γενεθλίων-έκπληξη. Μην το κάνετε. Τα σιχαίνομαι. Σιχαίνομαι και τα γενέθλια και τα surprise party. Αν, βέβαια, με ενημερώσετε εγκαίρως ότι θα μου κάνετε surprise party, τότε το δέχομαι. Να προλάβω να φορέσω ένα κουστούμι, να βάλω τα αρώματά μου, να διαλέξω τα ωραία κοκάλινα γυαλιά μου — αυτά που λέει η γυναίκα μου ότι με κάνουν να θυμίζω τον Ωνάση — και, γενικά, να προετοιμαστώ σαν άνθρωπος.
Δεν αντέχω τα απροετοίμαστα. Δεν μπορώ να βάλω το μυαλό και το σώμα μου στη διαδικασία να σκεφτούν τι πρέπει να κάνουν, όταν έρχονται καλεσμένοι στο σπίτι σε μία ώρα. Θέλω χρόνο. Θέλω πρόγραμμα. Θέλω να ξέρω αν πρέπει να σκουπίσω, να αλλάξω μπλούζα ή να κάνω ότι δεν άκουσα ποτέ το τηλέφωνο.
Θα πει κάποιος: γιατί δεν τους αρνήθηκες ευγενικά; Το σκέφτηκα. Αλλά ο φίλος μου ο Αρίστος μού είπε ότι δεν είναι καλά ψυχολογικά και ήθελε να παίξουμε το απόγευμα Uno, μήπως του φτιάξει λίγο το κέφι. Το Uno είναι αδύνατο σημείο. Κι εγώ θέλω πάντα να παίζω Uno Κυριακή απόγευμα, γιατί την Κυριακή το απόγευμα τη μισώ από παιδί. Ήθελα να βλέπω «Αθλητική Κυριακή» και ο μπαμπάς μου με έβαζε να παίζω βιολί. Από εκεί ξεκινάνε πολλά…
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν ήταν μόνο ότι θα ερχόντουσαν άνθρωποι. Ήταν ότι βαριέμαι απίστευτα να μαγειρεύω τις Κυριακές. Βαριέμαι ανελέητα, ειδικά το καλοκαίρι. Όχι πως θέλω να πηγαίνω για μπάνιο· βαριέμαι κι αυτό. Κάπου εκεί λέω στη γυναίκα μου: δεν θέλω σουβλάκια, δεν θέλω πίτσες, δεν θέλω burger — καλά, αυτό δεν το ζήτησα ποτέ, σιγά μην το ζητήσω Κυριακή κιόλας.
Διαβάστε επίσης
Και τότε σκέφτηκα: σούβλες και γλυκά. Έβαλα ένα μικρό budget στο μυαλό μου. Ήθελα να χαλάσω περίπου 60€ για τους φίλους μου εκείνη την Κυριακή. Μέσα σε αυτά να χωρέσουν όλα: κρέας, γλυκό, η ψευδαίσθηση της φιλοξενίας. Μπύρες είπα να φέρουν αυτοί, μαζί με μια Coca-Cola, γιατί κάπως πρέπει να συμμετέχει και ο απρόσκλητος στην εθνική προσπάθεια.

Ντύθηκα γρήγορα και πήγα στον «Γιατρό της Πείνας», ένα κανονικό εργοστάσιο σούβλας στον Νέο Κόσμο. Ό,τι σούβλα και κρέας σκεφτείς υπάρχει. Τσίκνα παντού, δημοτικά στη διαπασών και ένας σουρεαλισμός που μόνο σε τέτοια μαγαζιά επιβιώνει ατόφιος. Πήρα κοντοσούβλι κοτόπουλο, κοντοσούβλι χοιρινό, μισό κιλό αρνί ψητό, μία μερίδα παντσέτα και μία μερίδα φρυγαδέλι. Κόστος: 54€. Να σταθώ εδώ στο σημαντικό: οι μερίδες είχαν και πίτα και πατάτες, άρα υπήρχε μια αίσθηση πληρότητας πριν καν ανοίξουν τα πακέτα.
Μετά πέρασα από την Καλλιθέα, από το «La Maison», που δεν το είχα επισκεφθεί ξανά, και πήρα ένα διαφορετικό γλυκό για τον καθένα μας: μία lemon pie, έναν μπαμπά με ρούμι, ένα μιλφέιγ και ένα cheesecake. Σύνολο: 13€. Εκεί ένιωσα ότι το σχέδιο αρχίζει να ξεφεύγει λίγο από το αρχικό budget, αλλά όχι τόσο ώστε να εγκαταλειφθεί. Άλλωστε, όταν έχεις ήδη δεχτεί απρόσκλητους φίλους Κυριακή μεσημέρι, τα 8 ευρώ παραπάνω είναι το μικρότερο από τα υπαρξιακά σου προβλήματα.
Σύνολο γεύματος: 68€. Όχι ακριβώς αυτό που είχα υπολογίσει, αλλά ακόμη μέσα στα όρια μιας λογικής καταστροφής.
Χορτάσαμε, αυτό είναι η αλήθεια. Το αρνί και το φρυγαδέλι ήταν μια μικρή απογοήτευση, αλλά τα γλυκά ήταν πολύ καλά. Τη lemon pie, βέβαια, δεν την είδε ποτέ το τραπέζι. Την εξαφάνισα στο αυτοκίνητο, γιατί με έπιασε μια υπογλυκαιμία — ή, τέλος πάντων, αυτό είπα στον εαυτό μου για να κοιμηθώ ήσυχος.
Ο «Γιατρός της Πείνας» έχει εξαιρετικό κοντοσούβλι, και κοτόπουλο και χοιρινό. Η παντσέτα του είναι επίσης καλή· μπορεί να μην είχε την ορατή πέτσα που περίμενα, αλλά είχε σωστή υφή και νοστιμιά. Το αρνί, όμως, με απογοήτευσε. Ήταν ουσιαστικά κομμάτια από μπούτι και, για να το πω απλά, μου ζύγισαν αρκετά κόκαλα. Θα μου πεις: καλά, κι εσύ τι περίμενες να σου δώσουν, φιλέτο; Όχι, δεν περίμενα φιλέτο. Αλλά δεν περίμενα και να κάνω αρχαιολογική ανασκαφή για να βρω ψαχνό. Ευτυχώς, τα κορίτσια φούσκωσαν με το κοντοσούβλι κοτόπουλο και σώθηκε η κατάσταση.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Τα γλυκά του «La Maison» ήταν εξαιρετικά. Το καλό με το να παίρνεις φαγητό και γλυκά απ’ έξω είναι ότι, στο τέλος, κάνεις ένα τσακ, μαζεύεις συσκευασίες, τις πετάς στα σκουπίδια και το σπίτι επανέρχεται σε αξιοπρεπή κατάσταση. Δεν έχεις ταψιά, κατσαρόλες, κουτάλες, ούτε εκείνο το βλέμμα απόγνωσης μπροστά στον νεροχύτη.
Συνολικά, δεν το βρήκα καθόλου κακή ιδέα. Για καλοκαιρινή Κυριακή, για απρόσκλητους φίλους και για άνθρωπο που δεν θέλει να μαγειρέψει ούτε αυγό, οι σούβλες και τα γλυκά λειτούργησαν μια χαρά. Βέβαια, αν ήταν χειμώνας, θα έφτιαχνα δύο μακαρονάδες — μία με κιμά και μία με πέστο —, θα κρατούσα τα γλυκά και, με το μισό budget, θα περνούσαμε ίσως και καλύτερα. Αλλά το καλοκαίρι έχει άλλους κανόνες. Θέλει λιγότερο κόπο, περισσότερη τσίκνα και, αν γίνεται, κάποιον άλλον να φέρει τις μπύρες.