Η Άτυπη Λέσχη Γαστρονομίας και Φιλμικού Σύμπαντος του Ρεμί: Κεφάλαιο 1
Όλα γύρω αλλάζουν, αλλά οι απολαύσεις μένουν ίδιες.
Η χαμένη ταινία, η χαμένη γεύση, η χαμένη πατρίδα είναι όλα συνδεδεμένα με τη νοσταλγία. Εκείνος που δεν έχει χάσει ποτέ κάτι από τον εαυτό του δεν μπορεί να τα κατέχει πραγματικά· για να τα ξαναβρεί πρέπει να κάνει το προσωπικό του ταξίδι, να περάσει σύνορα, να μπερδέψει γλώσσες, να σταθεί μπροστά σε ποτάμια και σταθμούς, να μυρίσει καπνό, λίπος, βρεγμένο χώμα και παλιά φιλμ. Η μνήμη δεν επιστρέφει ποτέ καθαρή. Έρχεται πάντα αλλοιωμένη, σαν ξεθωριασμένη κόπια, με γρατζουνιές, σιωπές και ξαφνικές λάμψεις.
Φλώρινα, Κορυτσά, Μοναστήρι, Φιλιππούπολη, Μαύρη Θάλασσα, Κονστάντσα, Βουκουρέστι, Δούναβης, Βελιγράδι, Μόσταρ και Σαράγιεβο. Ένας σκηνοθέτης, ο Χάρβεϊ Κάιτελ, αναζητά τις ταινίες των αδελφών Μανάκη στο ανυπέρβλητο αριστούργημα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου «Το Βλέμμα του Οδυσσέα».

Λίγοι γνωρίζουν την ύπαρξη των αδελφών Μανάκη, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι κινηματογραφιστές των Βαλκανίων και έζησαν μια απίστευτη ζωή μέσα από τις καταγραφές των ταινιών τους. Κατά τη διάρκεια του δημιουργικού τους οίστρου αποτύπωσαν κοινωνικά, πολιτιστικά και πολιτικά γεγονότα, τα οποία εμφανίζονται σε 12.000 φωτογραφίες και 67 ταινίες μικρής διάρκειας συνολικού μήκους 1.500 μέτρων.
Πολλές φορές σκέφτομαι τι ενώνει τους βαλκανικούς λαούς εκτός από τους διαφορετικούς στρατούς, τις σημαίες που αλλάζουν χρώματα και τις πολεμικές τραγωδίες που είχαν συχνή παρουσία στην περιοχή. Σίγουρα τα ποτάμια που δεν έχουν σύνορα, τα παζάρια, οι μουσικές που ξεκινούν σαν γιορτή και τελειώνουν σαν μοιρολόι, οι λέξεις που αλλάζουν λίγο από πόλη σε πόλη αλλά σημαίνουν σχεδόν το ίδιο, οι αδελφοί Μανάκη και, τέλος, τα… κεμπάπ! Γιατί, αν κάτι μπορεί να διασχίσει αυτοκρατορίες, εθνικισμούς και καχυποψίες, αυτό είναι μια μυρωδιά που βγαίνει από κάρβουνα.

Ο εγωισμός και η αποφυγή οποιασδήποτε σύνδεσης με τους Οθωμανούς οδηγούν τη λιχουδιά αυτή, ενώ υπάρχει σε όλες τις μεγάλες βαλκανικές πόλεις, να εμφανίζεται με άλλη ονομασία και συχνά σε παραλλαγές. Στη Σερβία τα φτιάχνουν με μοσχάρι, στην Ελλάδα με αρνί, στη Βουλγαρία με χοιρινό και μοσχάρι και στη Ρουμανία με χοιρινό. Άλλοι τα θέλουν μικρά και ζουμερά, άλλοι πιο πικάντικα, άλλοι τα σερβίρουν με κρεμμύδι, άλλοι με ψωμί που τραβάει τα ζουμιά, άλλοι με μουστάρδα ή με καϊμάκι. Όλοι όμως τα αναγνωρίζουν, ακόμη κι αν προσποιούνται ότι είναι αποκλειστικά δικά τους. Εκεί βρίσκεται και η γοητεία τους: είναι ένα φαγητό που αρνείται να χωρέσει σε ένα μόνο έθνος.
Η πρώτη μου επαφή με αυτά τα δαιμονισμένα ήταν το 1987, μετά από ένα επεισοδιακό ταξίδι. Ο μικρός σκαραβαίος του πατέρα μου χαλάει λίγο έξω από τη Νις. Οι -τότε- πονηροί Γιουγκοσλάβοι μηχανικοί βάλθηκαν να μας κάνουν φτωχότερους και τα κατάφεραν. Βρήκαμε όμως παρηγοριά σε μια τσεβάμπντζιγια, η οποία σέρβιρε αυτά τα μικρά κεμπαπάκια που σκάγανε στο στόμα σου και σε πλημμύριζαν με ενθουσιασμό. Θυμάμαι ακόμη το τραπέζι, τα μεταλλικά πιάτα, το ψωμί που άχνιζε, το κρεμμύδι που έκαιγε γλυκά, τη μυρωδιά του κάρβουνου να κολλάει στα ρούχα. Έχουν περάσει σχεδόν 40 χρόνια από τότε και δεν μπορώ να τα ξεχάσω. Μάλλον γιατί οι μεγάλες γεύσεις δεν είναι ποτέ μόνο γεύσεις· είναι ο τόπος, η ηλικία μας, οι άνθρωποι γύρω μας και η αίσθηση ότι για λίγα λεπτά όλα βρίσκονται στη σωστή τους θέση.
Ο Χάρβεϊ Κάιτελ, στο «Βλέμμα του Οδυσσέα», ψάχνει να βρει τις χαμένες ταινίες των βαλκάνιων κινηματογραφιστών και εγώ, σε κάθε πόλη των Βαλκανίων, προσπαθώ να βρω τη χαμένη γεύση της Νις και να ανακαλύψω ποιο κεμπάπ από όλα -τσεβάπι, μίτσι, κεμπάπι, κεμπάπτσε- είναι κοντά σε αυτό και καλύτερο. Ίσως τελικά να μην υπάρχει καλύτερο, όπως δεν υπάρχει και μία οριστική εκδοχή της μνήμης. Κάθε πόλη βάζει κάτι δικό της: άλλο κρέας, άλλο μπαχάρι, άλλη φωτιά, άλλο ψωμί, άλλο βλέμμα του ανθρώπου που το ψήνει. Έτσι το φαγητό γίνεται χάρτης, και ο χάρτης γίνεται μια σειρά από στάσεις όπου δοκιμάζεις να θυμηθείς κάτι που ίσως δεν ήταν ποτέ ακριβώς όπως το θυμάσαι.

Οι βλάχικης καταγωγής Μανάκηδες γεννήθηκαν στα Γρεβενά και το 1905, αφού αγόρασαν από το Βουκουρέστι μια μηχανή κινούμενης εικόνας, γύρισαν πίσω στον τόπο τους και κινηματογράφησαν την πρώτη ταινία μικρού μήκους «Τις Υφάντρες», με βασική πρωταγωνίστρια τη γιαγιά τους, που ήταν τότε 116 χρονών. Τα αδέλφια είχαν εντυπωσιαστεί από τις δυνατότητες της νέας εφεύρεσης και άρχισαν να αποτυπώνουν όχι μόνο την καθημερινότητα, αλλά και σπουδαία γεγονότα: την Ολυμπιάδα του 1906 στην Αθήνα, την είσοδο του Σουλτάνου στη Θεσσαλονίκη και στο Μοναστήρι το 1910, την είσοδο του Βασιλιά Κωνσταντίνου το 1912, τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 στη Θεσσαλονίκη. Με έναν τρόπο, οι Μανάκηδες δεν κινηματογραφούσαν απλώς γεγονότα· κινηματογραφούσαν τη στιγμή που τα Βαλκάνια έμπαιναν βίαια στη νεωτερικότητα, κουβαλώντας ακόμη τα ρούχα, τα πρόσωπα και τις σιωπές του παλιού κόσμου.
Η ζωή των αδελφών χωρίστηκε μετά την καταστροφή του κινηματογράφου τους στο Μοναστήρι. Ο Γιάννης πέθανε στη Θεσσαλονίκη πάμφτωχος και τα τελευταία χρόνια εργαζόταν σαν φωτογράφος στην προβλήτα του Λιμανιού της. Ο Μίλτος, αφού πούλησε τα αρχεία των ταινιών στην τότε Γιουγκοσλαβία, πέθανε και τάφηκε με κρατικές τιμές στο Μοναστήρι. Είδε, μάλιστα, και το πρόσωπό του ακόμα και σε γραμματόσημο! Οι Γιουγκοσλάβοι τον θεωρούν εθνικό κινηματογραφιστή τους.

Τελικά, σε ποια χώρα ανήκαν οι Μανάκη; Πού βρίσκονται τα χαμένα τους φιλμ; Πολλές από τις ταινίες τους βρίσκονται σε διάφορες ταινιοθήκες στις πόλεις όπου άφησαν το αποτύπωμά τους οι σπουδαίοι αυτοί καλλιτέχνες. Το 1995 ο Theo, μέσα από την ταινία του, βάζει τον ήρωά του να διασχίσει τα Βαλκάνια για να βρει τις χαμένες κόπιες του έργου τους, χωρίς να καταλαβαίνεις αν τις βρήκε στο τέλος αλλά και τι έψαχνε πραγματικά. Μέσα από αυτήν την περιήγηση, ο σύγχρονος Οδυσσέας ανακαλύπτει ότι πιο πολλά μας συνδέουν παρά μας χωρίζουν και ότι η ιστορία δεν θα τελειώσει ποτέ. Πρέπει να ταξιδέψεις μέσα στην ομίχλη για να καταλάβεις αυτήν την ξεχωριστή βαλκανική πολυπλοκότητα· να δεις πως το ματωμένο από τους διαρκείς πολέμους έδαφος κρύβει μέσα στη λάσπη του επικίνδυνο μπαρούτι, αλλά και κοινές χαρές, κοινούς φόβους, κοινές αγωνίες. Μπαρούτι που μπορεί να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμο να εκραγεί, αλλά και μνήμη που επιμένει να επιβιώνει μέσα σε μοιρολόγια, θύελλες, λέξεις, καθημερινούς προβληματισμούς, αποτυχίες, επιτυχίες, χορούς, γιορτές και γεύσεις. Οι Μανάκη; Οι χαμένες τους ταινίες; Τα χαμένα κεμπαπάκια της Νις; Η ξέφρενη θλιμμένη μουσική από τα χάλκινα; Το νερό των ποταμών; Μάλλον ανήκουν σε όλους. Όλοι προσθέσαμε κάτι δικό μας από την ψυχή και το αίμα μας, και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να τα διεκδικήσει μόνος του.
Όταν ο φίλος μου ο Μίτκο κατάλαβε ότι είμαι περίπου μια ώρα μακριά του, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε με τα περίεργα ελληνικά του: «Ακολούθα, Ρεμί, τον Νέστο και έλα να φάμε κεμπαπάκια και να πιούμε κόκκινο κρασί, αυτό από τα βαριά, που σε ζαλίζουν και σε κάνουν να ακούς τους μουσικάντηδες και να δακρύζεις». Το κάλεσμα ήταν προσταγή. Το βράδυ μας βρήκε αγκαλιασμένους, χορτάτους και μεθυσμένους, κάπου ανάμεσα σε γέλια, ιστορίες και εκείνη τη σιωπή που πέφτει μόνο όταν οι άνθρωποι έχουν φάει καλά και έχουν θυμηθεί πολλά. Ο Μίτκο γυρίζει και μου λέει: «Δεν έχει σημασία, Ρεμί, τι ψάχνουμε, αρκεί να ταξιδεύουμε και να περνάμε τα σύνορα. Χάνονται τα σύνορα στο ποτάμι! Το νερό πάντα περνάει τα τείχη!». Και τότε κατάλαβα ότι ίσως αυτό είναι το πραγματικό βλέμμα του Οδυσσέα: όχι να βρεις οπωσδήποτε την Ιθάκη, αλλά να μάθεις να αναγνωρίζεις, μέσα στην ομίχλη, τη μυρωδιά της φωτιάς, τον ήχο των χάλκινων και το χέρι ενός φίλου που σε καλεί στο τραπέζι.