Το «Δάκρυ του Πεύκου» στην κορυφή των παγκόσμιων διακρίσεων
Το «Δάκρυ του πεύκου» είναι η νέα αντίληψη στην παραγωγή της ρετσίνας και εκφράζει την θέση της στον παγκόσμιο οινικό χάρτη για τον 21ο αιώνα. Σύγχρονη τεχνολογία και μία διαφορετική ποικιλία σταφυλιού, το Ασύρτικο.
Το θέμα “Ρετσίνα” είναι μια συζήτηση που μπορεί να έχει πολλούς πολέμιους και σίγουρα πολύ λιγότερους υποστηρικτές. Είναι πολύ εύκολο βέβαια να τραβάς μια γραμμή και να διαγράφεις κάτι που σε ενοχλεί ή που πιστεύεις πως τραβάει την “φήμη” σου προς τα κάτω. Αντίθετα, η δυσκολία είναι υπερβολική όταν προσπαθείς να πείσεις πως ένα προϊόν, που έχει ταλαιπωρηθεί για δεκαετίες και τελικά απαξιωθεί σχεδόν απ` όλους, έχει αξία και δυνατότητες, όχι μόνον να επανέλθει, αλλά ακόμη και να κατακτήσει τον κόσμο. Αυτό το αποδεικνύει περίτρανα η μέχρι τώρα τιτάνια προσπάθεια που έχει κάνει ο Οινολόγος και οινοποιός Στέλιος Κεχρής, τόσο με την Premium ρετσίνα του «Το Δάκρυ του Πεύκου», όσο και με το «Κεχριμπάρι», μια ρετσίνα που αναγνωρίζεται πλέον ως διαχρονικό σύμβολο ποιότητας.
Η πιο πρόσφατη διάκριση για «Το Δάκρυ του Πεύκου» έρχεται από τον διαγωνισμό International Wine Challenge, όπου κατέκτησε ένα ακόμη χρυσό μετάλλιο, το μοναδικό από τα 5 αργυρά και 19 χάλκινα που κέρδισαν τα υπόλοιπα Ελληνικά κρασιά. Αν προσθέσει κανείς την επίσης χρυσή του βράβευση φέτος στον «Διεθνή Διαγωνισμό Οίνου Θεσσαλονίκης» και στον «Vinalies Internationales», της Ένωσης Οινολόγων Γαλλίας, αντιλαμβάνεται πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει μια ρετσίνα. Ένα προϊόν που τελικά δεν είναι καθόλου τυχαία η επιβίωσή του μετά από τόσους αιώνες.
Το «Δάκρυ του πεύκου» είναι η νέα αντίληψη στην παραγωγή της ρετσίνας και εκφράζει την θέση της στον παγκόσμιο οινικό χάρτη για τον 21ο αιώνα. Σύγχρονη τεχνολογία και μία διαφορετική ποικιλία σταφυλιού, το Ασύρτικο. Οι αμπελώνες που η ηλικία τους ξεπερνά την 15ετία, βρίσκονται στην Γουμένισσα και κάτω από την αδιάκοπη παρακολούθηση και φροντίδα του Στέλιου Κεχρή. Η ποικιλία του Ασύρτικου επιλέχθηκε μετά από πειραματισμούς πολλών ετών, πριν κυκλοφορήσει για πρώτη φορά, το 2005.
Η ζύμωση, με την προσθήκη του ρετσινιού σε πολύ χαμηλή ποσότητα, γίνεται σε νέα δρύινα βαρέλια. Κατόπιν αφαιρείται το ρετσίνι και το κρασί μεταφέρεται για ωρίμαση μαζί με τις οινολάσπες του σε διάφορετικούς τύπους βαρελιών. Το τελικό blend γίνεται στην ουσία μετά από επιλογή και ανάμιξη αυτών των ελαφρώς διαφορετικών κρασιών. Ο σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι η σταθερότητα της ποιότητας, για την κυκλοφορία της κάθε χρονιάς, μια διαδικασία που συνηθίζεται άλλωστε και στην παραγωγή των non vintage Champagnes.
Έχει λαμπερό λεμονί χρώμα και πολύπλοκα αρώματα φρέσκων αρωματικών, όπως το δενδρολίβανο και το θυμάρι, που βρίσκονται σε αρμονία με το άρωμα του λεμονιού, της βανίλιας και του πεύκου. Έχει υψηλή, δροσιστική οξύτητα, με πλούσιο σώμα και μια έκρηξη άγουρων φρούτων, εσπεριδοειδών και μαστίχας στην παλέτα.
Είναι αξιοσημείωτη η ισορροπία ανάμεσα στα αρώματα του Βορειοελλαδίτικου Ασύρτικου με τις βοτανικές πτυχές της ρητίνης του πεύκου. Μακριά βοτανική διάρκεια σε ένα κρασί με νεύρο και προσωπικότητα, ικανό να συνοδεύσει μια τεράστια πλειάδα παραδοσιακών Ελληνικών πιάτων.
Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον η παρατήρηση της εξέλιξης αυτού του ξεχωριστού κρασιού στον χρόνο, μιας και τα οργανοληπτικά στοιχεία της ρητίνης έχουν αντιοξειδωτική δράση σε ένα περιβάλλον Ασύρτικου που έχει ούτως ή άλλως, υψηλό δυναμικό παλαίωσης.