Oι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Η αφέλεια μιας επανάστασης και η ζεστασιά της πραγματικής νόστιμης πίτας

Oι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Η αφέλεια μιας επανάστασης και η ζεστασιά της πραγματικής νόστιμης πίτας

Η ιερότητα της Κυριακής έχει για καθέναν άλλη γεύση. Για τον Ρεμί γιουβέτσι και χορτόπιτα.

Κεφάλαιο 1: Η Κυριακή

Κάθε Κυριακή στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στις εφτάμισι το πρωί, τρεις κατηγορίες ανθρώπων ήταν έξω στους δρόμους τόσο νωρίς: οι πιστοί, οι μεταφορείς ταψιών με το φαΐ του κυριακάτικου τραπεζιού –τις περισσότερες φορές ήταν το ίδιο πρόσωπο– και οι άσωτοι που γύριζαν από το ξενύχτι του Σαββάτου με την «Ηχώ» ή με το «Φως» υπό μάλης· αυτούς συνήθως κουτσομπόλευαν πιο πολύ οι δύο άλλες κατηγορίες.

Το κυριακάτικο ταψί στον φούρνο είχε συνήθως μοσχάρι ή αρνάκι με κριθαράκι ή κατσικάκι με πατάτες, μαζί με ένα σκονάκι οδηγιών για τον φούρναρη. Τα φαγητά ήταν συνήθως έτοιμα στις 11:00 με 12:00 και στην επιστροφή γινόταν μια ιδιότυπη συνάντηση στον δρόμο, με τους γείτονες να ρίχνουν κλεφτές ματιές ο ένας στο ταψί του άλλου.

Λάτρευα όταν ερχόταν το ταψί αυτό με το κριθαράκι με αρνί, καμένο συνήθως στις άκρες από τον πελτέ και την ντομάτα. Στενοχωριόταν κάθε φορά η γιαγιά ότι το αρνί έμπαινε, κι έλεγε πάντα την ατάκα ότι το αρνί χωρίζει σπίτια!

Ξυπνάγαμε συνήθως τους αμαρτωλούς ξενύχτηδες γιατί η Κυριακή είχε μια ιερότητα κι έπρεπε να βρίσκονται όλοι στο τραπέζι: οι επιτυχημένοι, οι κρυφοπληγές, οι κυρίες, οι επιστήμονες, οι αμαρτωλοί, οι νεραϊδοπαρμένες, οι «κατεστραμμένοι», οι αθλητικογράφοι, οι πονηροί θείοι, οι χήρες θείες, όλοι ήταν ίσοι και ίσες μπροστά στο πιάτο που ετοίμαζαν η μαγείρισσα ή ο μάγειρας. Πάντα υπήρχαν αδυναμίες βέβαια, αυτές όμως κρύβονταν κάτω απ’ το χαλί γιατί όλοι γνώριζαν ότι το καλύτερο κομμάτι κρέας το έπαιρνε αυτός που έπρεπε. Όχι ότι το άξιζε, αλλά είχε την πιο μεγάλη ανάγκη εκείνη τη στιγμή.

Δεν θα έλεγα ότι δεχόμουν πάντα εύκολα αυτήν την παρασπονδία. Αυτή την πράξη την καταλαβαίνεις μόνο όταν αναλάβεις αυτή την ιερή αποστολή.

Προσπαθώ να μη χάνω αυτά τα μαγικά κυριακάτικα οικογενειακά καλέσματα που συνδυάζουν τα πάντα, γέλια, τσακωμούς, δάκρυα, οργή, αποχωρισμούς, διωγμούς, τραγούδια, όλα αυτά τα μαγικά και εκνευριστικά μαζί, υπό τον όρο να υπάρχει γιουβέτσι, το οποίο είναι για μένα το φαγητό Κυριακής!

Καμιά φορά, όταν φτιάχνω αρνί με πατάτες τις καθημερινές, ξεφεύγω και νομίζω πως είναι πάλι αυτή η «ιερή» Κυριακή και άθελά μου τεμπελιάζω, περιμένω την «Αθλητική Κυριακή» και τα στιγμιότυπα με το «Φάντομ» να πιάνει τα άπιαστα σουτ των ταλαίπωρων επιθετικών που νόμιζες ότι απλώς τα μαγνήτιζε.

«Ιερές» Κυριακές που σιγά σιγά σβήνουν και χάνονται οι ήρωές τους!

Κεφάλαιο 2: Κυριακή και αμνοερίφια!

Κυριακή πρωί, χτυπάει το τηλέφωνο μου ήταν ο φίλος μου ο Μπάμπης.

«Έλα Ρεμί, έλα σήμερα από τον Άγιο Δημήτριο το μεσημέρι να φάμε να σου δείξω και τον Ασύρματο όπου γυρίστηκε το “Συνοικία το Όνειρο” και να φάμε παϊδάκια σε μια υπέροχη ταβέρνα».

Υπάρχουν κάποιες ελληνικές ταινίες οι οποίες κρύβουν μια τεράστια Ιστορία μια από αυτές είναι η «Συνοικία το όνειρο», το σενάριο είναι γραμμένο από τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη και από τον συγγραφέα Κωστή Κοτζιά. Την ταινία μπορεί να μην την έχεις δει αλλά έχεις ακούσει σίγουρα το τραγούδι της «Βρέχει στην Φτωχογειτονιά», σύνθεση του Μίκη Θεοδωράκη με την φωνή του Γρηγόρη Μπιθικωτση, ο οποίος εμφανίζεται στην ταινία. Ήταν σκηνοθετημένο από τον πρωταγωνιστή της τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Δυστυχώς με τόσα κοψίματα που έχουν γίνει από την τότε λογοκρισία, έχω αμφιβολίες αν έχουμε δει την πραγματική ταινία.

Ωστόσο, ο Ασύρματος που γυρίστηκε η ταινία είναι στα Άνω Πετράλωνα, αλλά ο Μπάμπης μου το είπε μετά. Στον Άγιο Δημήτριο βέβαια υπάρχει το πάρκο του Ασυρμάτου αλλά δεν έχει σχέση με την ταινία.

Το «Ρεμούτσικο» έχει και αυτό την δικιά του ταπεινή ιστορία και ευτυχώς μείνανε στην ιστορία τους και δεν μπήκαν στην διαδικασία να προσφέρουν κάτι που δεν αντιπροσωπεύει τις μνήμες τους. Μια ταβέρνα που βρίσκεται στο ίδιο μέρος εδώ και 40 χρόνια.

Ο χώρος εσωτερικά είναι αρκετά προσεγμένος και καθαρός και το service τους ήταν γρήγορο και ευγενικό και οι τιμές τους τίμιες.

Στο «Ρεμούτσικο» σού προσφέρουν με αξιοπρέπεια λιχουδιές μιας παραδοσιακής ελληνικής ψησταριάς. Μου άρεσε το κεμπάπ τους, κάτι μου έλειπε από το μπιφτέκι, το κοντοσούβλι ήταν σαν μαρσμέλοου στο στόμα με γεύση χοιρινού. Θα πείτε «Ρεμί, τόσες ελληνικές λέξεις υπήρχαν να πεις, εσένα σου ήρθε να πεις μαρσμέλοου, η αλήθεια είναι ότι λατρεύω αυτές τις αηδίες». Να τονίσω ότι και τα ορεκτικά ήταν τίμια όπως και το λουκάνικο τους.

Θα σταθώ όμως στα αρνίσια παϊδάκια τους, τα οποία σερβίρονται χωρίς ίχνος καρβουνιάσματος τα οποία ήταν πεντανόστιμα και χωρίς να κρύβονται πονηρά κομμάτια από μπούτι.

Είναι ωραίο να βρίσκεσαι με φίλους Κυριακή μεσημέρια ακόμα και αν δεν ανακαλύπτεις κινηματογραφικούς θησαυρούς σε τίμια και ξεκάθαρα εστιατόρια.

Κεφάλαιο 3: Καλοκαιρινές μνήμες από την Μικρή Μόσχα

Βρήκα μια φωτογραφία στο πατρικό μου από το 1981 από το Πρωτόπαπα Ιωαννίνων, ήμουν με καρέ μαλλί να ποζάρω με μια πλαστική μπάλα του Ολυμπιακού από πίσω η ξαδέλφη μου και ο παππούς της. Aπόρησα για το ποιος μου έδωσε την μπάλα και τελικά πως προέκυψα Παναθηναϊκός αν και έπαιζα μικρός με χαρά με την μπάλα του αιώνιου αντιπάλου.

Γύρισα το χρόνο πίσω και μου ήρθαν στην μνήμη τα πακέτα που ερχόντουσαν από το Πρωτόπαπα με χορτόπιτα με φέτα τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτα.

Η θεία μου μισούσε την φέτα και τις πίτες και αυτόν τον θησαυρό το χάριζε στον μπαμπά μου, ο οποίος δεν έλεγε ποτέ όχι σε οποιαδήποτε τέτοιο πειρασμό και ούτε έδινε ιδιαίτερη σημασία στο «Ότι είμαστε Κερκυραίοι, τι σχέση έχουμε με αυτούς». Ο άνδρας της έφερνε και στον μπαμπά μου και μπύρες που δεν ήταν μπύρες αλλά είχαν μέσα αφρώδες κρασί: «Το επίσημο αλκοόλ της Μικρής Μόσχας», του έλεγε. .

Όταν ήμουν μικρός είχα πάντα απορία πώς ο θείος μου έφερνε πίτες από την Ήπειρο από την μάνα του και μπύρες που είχαν κρασί τελικά από την πρωτεύουσα της Ρωσίας. Επίσης μου έκανε εντύπωση αυτή η περίεργη λεπτή πίτα με ελάχιστο φύλλο, είχα συνηθίσει την πίτα με τις πολλές στρώσεις της γιαγιάς μου και δεν άντεχα και το τυρί που ήταν τόσο περίεργο και τόσο διαφορετικό από την γλυκιά φέτα που έβαζε αυτή. Όσο μεγάλωνα την συνήθιζα και κάποια στιγμή την αποζητούσα.

Πάνε τουλάχιστον πάνω από 2 δεκαετίες που έχασα την επαφή με την μπαμπάτσικη σπανακόπιτα με την πολλές στρώσεις φύλλου και την γλυκιά φέτα της γιαγιάς μου και την λεπτή χορτόπιτα που ερχόταν από την Ήπειρο και το Πρωτόπαπα. Ενδόμυχα για χρόνια έψαχνα αυτήν την χαμένη γεύση και των δύο αυτών πιτών. Την Κυριακή ξεκίνησα από τα Ιωάννινα για να πάω στην Ζίτσα· δεν πήγα από τον γρήγορο δρόμο και έπεσα χωρίς να το έχω δει πάνω στο Πρωτόπαπα Ιωαννίνων μετά από 45 χρόνια και κατάλαβα τον λόγο από την είσοδο του χωριού γιατί ο θείος μου το έλεγε Μικρή Μόσχα.

Στην Ζίτσα συνάντησα τον Κώστα που παλεύει να κρατήσει τον Φούρνο του χωριού και του εξιστόρησα την ιστορία της πίτας και της μπίρας. Μου είπε αν έχεις λίγη υπομονή θα έχεις αυτές τις μνήμες ξανά. Μετά από 1 ώρα μια ζεστή χορτόπιτα ήταν έτοιμη  και μπουκάλια μπίρα με κρασί. Δεν αντεξα και μέσα στο αμαξι άνοιξα το περιτύλιγμα και όπως ήταν ζεστή έκοψα ένα κομμάτι, ήταν ίδια με την πίτα που έρχοταν πριν 40 χρόνια και τώρα την έτρωγα στην καρδιά και στην πλατεία της Μικρής Μόσχας από εκεί που ερχόταν τυλιγμένη σε αλουμινοχαρτο μέσα σε μια πλαστική σακούλα !

Σήμερα στην Αθήνα ήταν κρύα, σκέφτηκα την χάλασε η ξενιτιά, την έβαλα στο φούρνο και ζεστάθηκε ξανά, σαν τις μνήμες μου, το μόνο που έλειπε ήταν ο ήχος από το άνοιγμα της μπίρας που έχει κρασί.

Σε ένα κόσμο με μπάμπκα και cinnamon  rolls, σε ένα κόσμο που λέει ότι είναι πρωτότυπος, θα προτιμήσω την αφέλεια μιας επανάστασης και την ζεστασιά της πραγματικής νόστιμης πίτας που δημιουργήθηκε στην Ζίτσα, φαγώθηκε η μισή στην Μικρή Μόσχα και τελείωσε στο γραφείο που αποφάσισα μια ωραία ημέρα να μεταμορφωθώ σε ένα γέρο παράξενο που δακρύζει για μια χορτόπιτα και όχι για ένα ουσιαστικό πόνο.

Σχετικά άρθρα