Η Πόλη Unplugged: Η έκθεση του Αλέξη Ακριθάκη στο Μουσείο Μπενάκη μιλάει απευθείας στην εποχή μας
Μια συνομιλία με τον Αλέξιο Παπαζαχαρία, συνεπιμελητή της έκθεσης «Αλέξης Ακριθάκης, Μια γραμμή κύμα» στο Μουσείο Μπενάκη.
Η αναδρομική έκθεση «Αλέξης Ακριθάκης, Μια γραμμή κύμα» στο Μουσείο Μπενάκη επιχειρεί να επανασυστήσει τον Αλέξη Ακριθάκη ως έναν καλλιτέχνη που παραμένει παρών στην εποχή μας, αλλά και να παρουσιάσει πτυχές του άγνωστες στο κοινό. Μετά την έκθεση «Τσίκι-τσίκι» το 2019, είναι η πρώτη φορά που το έργο του καλλιτέχνη παρουσιάζεται σε μια τόσο ολοκληρωμένη εκδοχή. Την επιμέλεια συνυπογράφουν η κόρη του Χλόη Ακριθάκη και ο Αλέξιος Παπαζαχαρίας και είναι μια διοργάνωση του Μουσείου Μπενάκη και του Αρχείου Ακριθάκη, σε συνεργασία με τη Ρόλεξ.
Ο Ακριθάκης γεννήθηκε το 1939 στην Αθήνα και ανήκει σε εκείνη τη γενιά των μεταπολεμικών καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν μια νέα εικαστική γλώσσα, μακριά από ακαδημαϊκές συμβάσεις. Δεν ακολούθησε μια τυπική εκπαίδευση, αντίθετα η πορεία του διαμορφώθηκε μέσα από προσωπική αναζήτηση και έντονη επαφή με το διεθνές περιβάλλον.

Φωτογραφία: Χλόη Ακριθάκη
Το ίδιο το έργο λέει μια ιστορία για τον εαυτό του
Τη βασική επιμελητική ιδέα πίσω από τη δομή της έκθεσης εξηγει ο Αλέξιος Παπαζαχαρίας: «Δύο είναι τα δεδομένα που έπρεπε να μετρηθούν και να μπουν στη ζυγαριά για να βρεθεί μια ισορροπία. Το ένα είναι τα δεδομένα του χώρου. Οι χώροι σου λένε τι μπορείς να κάνεις και πώς πρέπει να κινηθείς. Και οι χώροι φυσικά μιλάνε σε συνάρτηση με αυτό που είναι να μπει μέσα. Δηλαδή τα μεγέθη των έργων ή τη φύση των έργων, διάφορα τέτοια πράγματα. Το άλλο είναι η ιστορία που λέει το ίδιο το έργο για τον εαυτό του. Δεν στέκεται απαραίτητα σε όλους τους καλλιτέχνες ότι ο καλύτερος τρόπος που βγάζουν νόημα τα πράγματα είναι χρονολογικά, ας πούμε. Σε κάποιους καλλιτέχνες ή σε κάποιες περιπτώσεις καλλιτεχνικού έργου αυτό δεν είναι ο καλύτερος οδηγός. Εδώ, ο τρόπος με τον οποίο ο καλλιτέχνης πραγματοποίησε το έργο του αλλά και το παρουσίασε εν ζωή ήταν ήδη ο καλύτερος οδηγός που μπορούσε να υπάρξει. Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης είχε μια πάρα πολύ καλή αίσθηση της εικόνας του και πώς ήθελε να φαίνεται το έργο του. Οπότε αυτό ήταν ήδη ένα στοιχείο».
Με βάση αυτό το δεδομένο προκύπτει και η εικόνα στην έκθεση, με έργα συγκροτημένα και όχι ανακατεμένα, με σαφείς προθέσεις σε κάθε παρουσίαση, με τολμηρή χρήση του χρώματος όπως άλλωστε συνήθιζε ο Αλέξης Ακριθάκης. Δεν αντιμετώπιζε το χρώμα ως διακοσμητικό στοιχείο αλλά ως φορέα έντασης και νοήματος. Σε συνδυασμό με τη χαρακτηριστική επαναληπτική γραμμή του, δημιουργούσε ένα οπτικό λεξιλόγιο που παραμένει αναγνωρίσιμο:«Γενικά το χρώμα ήταν κάτι που δεν τον φόβιζε οπότε κι εμείς αποφασίσαμε να το χρησιμοποιήσουμε χωρίς φόβο μεν με πολύ σεβασμό στη δική του παλέτα και αισθητική δε, έχοντας όμως υπόψιν ότι δεν είναι αυτός που το κάνει, ότι είμαστε εμείς. Γιατί και σε αυτό πρέπει να είσαι ειλικρινής, ότι ναι μεν προσπαθείς να προσεγγίσεις λίγο τη δική του κατεύθυνση αλλά αυτό που βγάζεις είναι φανταστικό, δεν θα το έκανε έτσι ο άνθρωπος. Προσπαθείς να το κάνεις με κάποιο είδους σεβασμό και αγάπη, ότι πρέπει να πεις την ιστορία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Όλα αυτά ζυγιάστηκαν και έγινε αυτή η έκθεση με πάρα πολλή προσοχή, με πολλή αγάπη και φροντίδα και από τους δυο μας, και από τη Χλόη Ακριθάκη η οποία έχει και μια πολύ σαφή εικόνα για τον πατέρα της, το οποίο είναι εξαιρετικά βοηθητικό όταν θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο» συμπληρώνει ο Αλέξιος Παπαζαχαρίας.

Φωτογραφία: Χλόη Ακριθάκη
Το γνωστό και το άγνωστο
Ο Αλέξης Ακριθάκης έφυγε πρόωρα από τη ζωή, το 1994 και σε ηλικία μόλις 55 χρονών. Άφησε πίσω του ένα έργο με σαφή ταυτότητα, αλλά ο πρόωρος χαμός του δεν επέτρεψε να αποκαλυφθούν στο κοινό όλες οι πτυχές της πολύπλευρης καλλιτεχνικής του ύπαρξης. Η έκθεση αυτή επιχειρεί να φωτίσει και αυτά τα, εν πολλοίς, άγνωστα κομμάτια του : «Εδώ υπάρχουν έργα που είχαν παρουσιαστεί στην τελευταία του έκθεση αλλά και άλλα που δεν είχαν προλάβει να παρουσιαστούν. Υπάρχουν επίσης έργα που ποτέ δεν είχαν παρουσιαστεί στο κοινό. Πράγματα που είχαν άνθρωποι από πολύ νωρίς κοντά τους και δεν τα αποχωριζόντουσαν με τίποτα, πολύ προσωπικά, είτε δώρα σε φίλους, είτε έργα που είχαν αγοραστεί πριν καν εκτεθούν. Έχουμε δώσει έμφαση σε έργα που είχαμε δει ότι δεν υπήρχαν στα βιβλία, δεν είχαν παρουσιαστεί στις αναδρομικές, δεν είχαμε φωτογραφίες τους, δεν τα έχει δει ο κόσμος. Αυτά προσπαθήσαμε να αναδείξουμε. Αλλά το μεγάλο μέρος της έκθεσης είναι τα έργα που έκαναν αίσθηση και στην εποχή τους, που ήταν σε μεγάλες και σημαντικές εκθέσεις».

Φωτογραφία: Χλόη Ακριθάκη
Η καρδιά ως κεντρικό μοτίβο
Η καρδιά αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και φορτισμένα σύμβολα στο εικαστικό λεξιλόγιο του Αλέξη Ακριθάκη. Μαζί με βαλίτσες, τόξα, βέλη και καραβάκια, οι καρδιές συγκροτούν τους κεντρικούς άξονες του έργου του που μοιάζει να μην ψάχνει νοήματα επί τούτου, αλλά περισσότερο να δημιουργεί συναισθήματα στο θεατή. Ο Αλέξιος Παπαζαχαρίας, που επί χρόνια μελετά τον Ακριθάκη, θεωρεί ότι δεν είναι απαραίτητο σε μία ζωγραφική να υπάρχει κάποιου είδους αφήγηση που να είναι βαθυστόχαστη ή πανανθρώπινη. Ίσως γι’ αυτό το λόγο η καρδιά του μιλάει σε όλους: «Όλο το έργο το διατρέχει η παρουσία της καρδιάς. Ξεκινάει από καρδιές που είναι μικρούλες μέσα σε ένα πλήθος πραγμάτων και φτάνουν να γίνουν έργα όπου η καρδιά είναι κυρίαρχη. Όπως μεγαλώνουν και οι καρδιές των ανθρώπων» σημειώνει ο Αλέξιος Παπαζαχαρίας, εξηγώντας ότι ο θεατής βλέπει την καρδιά στο έργο αλλά όσο την κοιτάει, την ταυτίζει με τη δική του καρδιά. Τη νιώθει. Την ίδια στιγμή, η καρδιά σαν σύμβολο γλυκαίνει την εικόνα. Μπαίνοντας για παράδειγμα δίπλα σε κάτι άγριο κάνει από μόνη της ένα τρυφερό σχόλιο.
Ένα έργο που παραμένει ζωντανό
Ο Αλέξης Ακριθάκης ξεκίνησε τη ζωγραφική του πορεία το 1961, όταν ήταν 22 ετών. Στα πρώιμα έργα του, πάντρεψε τη βυζαντινή και λαϊκή παράδοση με τα ψυχεδελικά ρεύματα της δεκαετίας του ’60. Είναι η εποχή όπου διαμορφώνει το προσωπικό του στίγμα με τα περίφημα «τσίκι-τσίκι», μια τεχνική όπου μικροσκοπικά μαύρα σχήματα επαναλαμβάνονται πάνω στο λευκό χαρτί. Η θεματολογία του αντανακλά την αναταραχή της εποχής, από τον φασισμό και το Βιετνάμ μέχρι τη σεξουαλική επανάσταση και την κατάκτηση του διαστήματος. Αυτό το αντισυμβατικό έργο, σε συνδυασμό με τις εκθέσεις του στην Αθήνα, του ανοίγει τον δρόμο για το εξωτερικό και το 1968, εξασφαλίζει την υποτροφία της DAAD και μετακομίζει στο Δυτικό Βερολίνο, όπου η καλλιτεχνική του δημιουργία ανθίζει.

Γκρί-Μαύρο => Χωρίς Τίτλο, 1991, 120 x 170 εκ., ακρυλικό σε καμβά (φωτογραφία: Studio Vaharidis)

Αλέξης Ακριθάκης (φωτογραφία: Νίκη Μαραγκού)
Οι φίλοι και το ιδιωτικό βλέμμα
Ανάμεσα στα 250 έργα της έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη, συναντάμε και μερικά μικρότερα έργα. Ο Αλέξιος Παπαζαχαρίας εξηγεί: «Ήταν λουλούδια φτιαγμένα για τους αυτόχειρες φίλους του. Και πάρα πολλά έργα μικρότερης διάστασης, πιο τρυφερά, που πρέπει να τα δεις από κοντά με χιούμορ αλλά και τραγικότητα, τα οποία κατά καιρούς τα δώριζε στους φίλους του, σαν λουλούδια. Θεωρήσαμε ότι είναι ένα άλλο μέγεθος της δουλειάς του. Έχουμε εστιάσει σε μεγαλύτερα έργα αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι ένας καλλιτέχνης που δούλευε σε όλα τα μεγέθη, συνέχεια, και πάνω σε χαρτιά. Δεν ήταν όλα μεγάλες ξύλινες κατασκευές ή τέτοια πράγματα. Βρήκαμε έτσι έναν τρόπο να τιμήσουμε και τους φίλους του και να δείξουμε και τις δυνατότητες του διαχείρισης πολύ μικρών μεγεθών. Υπάρχουν και έργα που είναι 10×10 μικροσκοπικά».

Δώρα του Αλέξη Ακριθάκη σε φίλους του. Φωτογραφία: Σάββας Θεουλάκης

Δώρα του Αλέξη Ακριθάκη σε φίλους του. Φωτογραφία: Σάββας Θεουλάκης
Σε μια αναδρομική έκθεση που προσπαθεί να καλύψει όλο το φάσμα ενός καλλιτέχνη, αναρωτιέται κανείς αν έμεινε κάτι εκτός: «Στη διαδρομή θα θέλαμε να είχαμε και κάποια ακόμα έργα, τα οποία δεν ήταν τεχνικά δυνατόν να έρθουν. Υπήρχε ας πούμε μια ιδιαίτερη κατασκευή που δεν θα μπορούσε να την αντικαταστήσει κάτι, η οποία δυστυχώς ήταν στο εξωτερικό και δεν ήταν καθόλου εύκολο να συντονίσουμε τη μετακίνηση της» αναφέρει ο Αλέξιος Παπαζαχαρίας. Ο ίδιος όμως είναι απόλυτα ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα: «Θέλω να ευχαριστήσω την Χλόη Ακριθάκη, χωρίς αυτή δεν θα γινόταν τίποτα από όλα αυτά. Τον Γιώργο Αλέξανδρο Σαμαρά που έκανε τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, τη Λίλα Παλαιολόγου που έκανε την γραφιστική φροντίδα, τον Σάββα Θεουλάκη και βεβαίως το Μουσείο Μπενάκη και τους αμέτρητους ανθρώπους εκεί που εργάστηκαν για αυτή την έκθεση».
Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη λειτουργεί σαν ένας διάλογος με έναν καλλιτέχνη που δεν σταματά να μετακινείται μέσα στον χρόνο. Ο Αλέξης Ακριθάκης παραμένει ανήσυχος, τρυφερός και αιχμηρός, ακριβώς όπως και η πόλη που τον γέννησε.