Οι διακοπές που δεν έγιναν ποτέ: Πώς επηρεάζεται η ψυχολογία του Έλληνα που μένει «βιδωμένος»
© Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Οι διακοπές που δεν έγιναν ποτέ: Πώς επηρεάζεται η ψυχολογία του Έλληνα που μένει «βιδωμένος»

Πλέον, η λέξη συνδέεται με άγχος, σύγκριση, ματαίωση και –πολλές φορές– ντροπή. Η ψυχολόγος Σμαράγδα Χρηστάκη εξηγεί.

Υπήρχε μια εποχή που το ελληνικό καλοκαίρι δεν μετριόταν με χρήματα, αλλά με μυρωδιές. Με καρπούζι στο μπαλκόνι, με αλάτι στα μαλλιά, με μια ψάθινη καρέκλα στην αυλή της γιαγιάς. Σήμερα, όμως, για χιλιάδες Έλληνες, το καλοκαίρι μετριέται διαφορετικά: με λογαριασμούς, με ακυρωμένες κρατήσεις, με υπολογισμούς στο κινητό και με την ενοχική σκέψη πως «φέτος δεν βγαίνει».

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του ΙΕΛΚΑ, μόλις ο ένας στους δύο Έλληνες σχεδιάζει να κάνει διακοπές το καλοκαίρι του 2026, ενώ οι περισσότεροι περιορίζουν τη διάρκειά τους ή επιλέγουν οικονομικές μορφές φιλοξενίας. Παράλληλα, στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι σχεδόν οι μισοί Έλληνες δυσκολεύονται οικονομικά να καλύψουν ακόμη και μία εβδομάδα διακοπών τον χρόνο. Πίσω όμως από τα ποσοστά υπάρχει κάτι που δεν καταγράφεται στις έρευνες: το συναίσθημα.

Αυτοί που μένουν…

Διαπιστώνω, λοιπόν, τα τελευταία χρόνια ότι η λέξη «διακοπές» δεν προκαλεί εκείνη τη γλυκιά προσμονή, τον ενθουσιασμό που είναι συνώνυμο της νιότης -ασχέτως ηλικίας. Πλέον, η λέξη συνδέεται με άγχος, σύγκριση, ματαίωση και –πολλές φορές– ντροπή. Όχι επειδή οι άνθρωποι ζητούν την πολυτέλεια, αλλά επειδή στερούνται αυτό που κάποτε θεωρούσαν αυτονόητο: λίγες ημέρες ξεκούρασης.

Τους καλοκαιρινούς μήνες, παρατηρώ ότι οι συνεδρίες αποκτούν μια διαφορετική χροιά, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι «η ζωή περνάει χωρίς να τη ζω». Ακούω για την κόπωση που δεν πρόλαβε ποτέ να γίνει ξεκούραση και το συμπέρασμα ότι εργάζονται ολόκληρο τον χρόνο και στο τέλος αισθάνονται πως δεν κέρδισαν ούτε το δικαίωμα να σταματήσουν για λίγο. Πίσω από αυτή την απογοήτευση κρύβεται συχνά κάτι βαθύτερο: η αίσθηση της αδικίας.

«Προσπαθώ συνέχεια, αλλά και πάλι δεν είναι αρκετό»

«Δουλεύω περισσότερο από ποτέ, αλλά ζω λιγότερο»

Αυτές οι φράσεις δεν είναι απλώς παράπονα, αλλά η έκφραση ψυχικής εξάντλησης που συσσωρεύεται. Γνωρίζουμε εδώ και χρόνια ότι η ξεκούραση δεν είναι ανταμοιβή, αλλά βιολογική και ψυχική ανάγκη. Η απομάκρυνση από το εργασιακό περιβάλλον μειώνει τα επίπεδα του χρόνιου στρες, προστατεύει από την επαγγελματική εξουθένωση και ενισχύει τη συναισθηματική ανθεκτικότητα. Όταν αυτή η δυνατότητα απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ο οργανισμός δεν κουβαλά μόνο σωματική κόπωση, κουβαλά και ψυχική.

Στο θεραπευτικό δωμάτιο παρατηρώ συχνά πως οι άνθρωποι όταν στεναχωριούνται πολύ, προσπαθούν να βρουν κάτι να το ακυρώσουν. Πολύ χαρακτηριστικά, χιλιοειπωμένο: «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν να φάνε. Εγώ γιατί στενοχωριέμαι που δεν θα πάω διακοπές;».

Διακοπές και Social Media

Η σύγκριση αυτή λειτουργεί πολλές φορές ακυρωτικά απέναντι στο ίδιο τους το συναίσθημα. Άρα τι να κάνεις; Να μετρήσεις την ψυχική δυσφορία; Να τη συγκρίνεις; Επίσης, δεν έχω ακούσει να μου λένε απλά: «Δεν θα πάω διακοπές», αλλά

«Δεν μπορώ να προσφέρω στα παιδιά μου όσα είχα εγώ»

«Νιώθω ότι δουλεύω μόνο για να πληρώνω»

«Όλοι ανεβάζουν φωτογραφίες κι εγώ ντρέπομαι να πω ότι μένω σπίτι»

Να τη λοιπόν η κοινωνική σύγκριση! Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι όλοι ταξιδεύουν, όλοι διασκεδάζουν, όλοι απολαμβάνουν ένα ανέμελο καλοκαίρι. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, όμως, δεν συγκρίνει τη ζωή του με την πραγματικότητα, συγκρίνει τη ζωή του με τις εικόνες που βλέπει. Και οι εικόνες δεν δείχνουν ποτέ τις δόσεις, τα δάνεια, τις υπερωρίες ή την αγωνία που προηγήθηκε. Έτσι γεννιέται η αίσθηση της προσωπικής αποτυχίας.

Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για ένα συλλογικό βίωμα. Όταν ένας στους δύο Έλληνες δηλώνει ότι δεν θα κάνει φέτος διακοπές, δεν μιλάμε για ατομική ανεπάρκεια. Μιλάμε για μια κοινωνία που αναγκάζεται να επαναπροσδιορίσει ακόμη και την έννοια της ξεκούρασης. 

© Aris Oikonomou / SOOC

Οι άνδρες

Υπάρχει και μια δεύτερη, λιγότερο ορατή διάσταση. «Δεν με πειράζει που δεν θα πάω εγώ. Με πειράζει που απογοητεύω την οικογένειά μου», μου λέει o Θοδωρής (τυχαίο όνομα για τις ανάγκες του άρθρου), «θύμα» της παρούσας οικονομικής συνθήκης. Η ανδρική ταυτότητα στην ελληνική κουλτούρα εξακολουθεί να συνδέεται έντονα με τον ρόλο του παρόχου, του «κουβαλητή». Όταν οι οικονομικές δυσκολίες δεν επιτρέπουν ούτε λίγες ημέρες ξεκούρασης, αρκετοί άνδρες βιώνουν ένα αίσθημα προσωπικής αποτυχίας, ακόμη κι αν αντικειμενικά δεν ευθύνονται οι ίδιοι. Το άγχος μετατρέπεται σε ευερεθιστότητα, η απογοήτευση σε σιωπή και η σιωπή συχνά σε συναισθηματική απόσταση.

Κι όμως, τα παιδιά δεν θυμούνται πάντοτε το ξενοδοχείο. Θυμούνται τον πατέρα που ήταν πραγματικά παρών, το παιχνίδι στην παραλία, το βράδυ στο μπαλκόνι που κάποιος άφησε για λίγο το κινητό και τους κοίταξε στα μάτια. Αυτό δεν αποτελεί ρομαντική παρηγοριά. Η ψυχολογία των δεσμών μάς δείχνει ότι η ποιότητα της συναισθηματικής παρουσίας επηρεάζει βαθύτερα την ψυχική ανάπτυξη από την οικονομική αξία μιας εμπειρίας. Οι κοινές στιγμές, όταν συνοδεύονται από αυθεντική σύνδεση, δημιουργούν αναμνήσεις που διαρκούν περισσότερο από οποιοδήποτε ταξίδι.

Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξιδανικεύσουμε τη στέρηση. Η οικονομική πίεση είναι πραγματική. Η ματαίωση είναι πραγματική. Και κανείς δεν θεραπεύεται επειδή του λέμε να «δει τη θετική πλευρά»! Και έχεις και τα social media, τα οποία λειτουργούν σαν ένας ατελείωτος κατάλογος ανθρώπων που –φαινομενικά– περνούν καλύτερα. Ο εγκέφαλος δεν γνωρίζει ότι βλέπει τις καλύτερες στιγμές των άλλων. Αντιλαμβάνεται μόνο ότι η δική του πραγματικότητα μοιάζει φτωχότερη. Έτσι, η οικονομική δυσκολία μετατρέπεται εύκολα σε προσωπική αποτυχία.

Οι διακοπές ξεκινούν από μέσα

Θα μοιραστώ μαζί σας όμως τι μου έχει διδάξει η θεραπευτική μου εμπειρία, κι είναι ιδιαίτερα αισιόδοξο: Οι άνθρωποι ανακουφίζονται όχι όταν λυθούν αμέσως τα οικονομικά τους προβλήματα, αλλά όταν σταματήσουν να θεωρούν ότι η αξία τους εξαρτάται από αυτά. Έχω δει οικογένειες να δημιουργούν ουσιαστικές αναμνήσεις με μια μονοήμερη εκδρομή, ένα βραδινό μπάνιο ή ένα τραπέζι στο μπαλκόνι χωρίς βιασύνη. Κι έχω δει ανθρώπους που επέστρεψαν από ακριβά ταξίδια νιώθοντας ακριβώς την ίδια εσωτερική κούραση που κουβαλούσαν πριν φύγουν, την ίδια μοναξιά μέσα στη σχέση, την ίδια αποσύνδεση από το περιβάλλον τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διακοπές δεν είναι σημαντικές. Είναι! Και η στέρησή τους είναι πραγματική! Σημαίνει όμως ότι η ψυχική ανάπαυση ξεκινά από κάτι βαθύτερο: από τη δυνατότητα να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να σταματήσει, να μη χρειάζεται συνεχώς να αποδεικνύει την αξία του και να μη συγκρίνει τη ζωή του με μια ψηφιακή βιτρίνα

Ίσως αυτό που μπορούμε να κρατήσουμε είναι πως η οικονομική δυνατότητα περιγράφει τις συνθήκες της ζωής μας, όχι την ανθρώπινη αξία. Το καλοκαίρι μπορεί να μην είναι ίδιο για όλους, ούτε τα καλοκαίρια μας όλα τα ίδια για εμάς. Η αξιοπρέπεια όμως δεν μετριέται σε χιλιόμετρα ταξιδιού, σε αστέρια ξενοδοχείων ή σε φωτογραφίες με θέα το Αιγαίο. Μετριέται στις σχέσεις που χτίζουμε, στον τρόπο που στεκόμαστε δίπλα στους ανθρώπους μας και στην ικανότητα να φροντίζουμε τον εαυτό μας ακόμη και μέσα στις δυσκολίες.

Σχετικά άρθρα