Το damage control του Κυριάκου Μητσοτάκη
Το πελατειακό κράτος παραμένει ο πιο ανθεκτικός μηχανισμός της ελληνικής πολιτικής. Το διάγγελμα του Μητσοτάκη απλά το επιβεβαίωσε.
Το πελατειακό κράτος παραμένει ο πιο ανθεκτικός μηχανισμός της ελληνικής πολιτικής. Το διάγγελμα του Μητσοτάκη απλά το επιβεβαίωσε.
Το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ ανέδειξε νέους εσωκομματικούς σχηματισμούς, είπε «όχι» στη συνεργασία με τη ΝΔ αλλά δεν απάντησε στο βασικό ερώτημα: γιατί κάποιος να το εμπιστευτεί ως κόμμα εξουσίας.
Και κυρίως αποδεικνύει πώς η συμπερίληψη είναι μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής πρότασης και όχι ο μοναδικός λόγος υποστήριξης ενός υποψηφίου.
Πίσω από κάθε συνέδριο κρύβεται σχεδόν πάντα πλούσιο παρασκήνιο: αναμετρήσεις δελφίνων, συγκρούσεις φιλοδοξιών και εσωκομματικές ισορροπίες που δοκιμάζονται. Άλλοτε οι κρίσεις εκτονώνονται μέσα στην αίθουσα, άλλοτε όμως αφήνουν πίσω τους βαθύτερες ρωγμές.
Σε μια περίοδο γεωπολιτικής έντασης που ενισχύει το ένστικτο της «ασφαλούς επιλογής» και με μια αντιπολίτευση που αδυνατεί να βρει βηματισμό, το δίλημμα επανέρχεται επίμονα: πρόωρες εκλογές ή στρατηγική συνέπειας.
Μερικοί άνθρωποι τρέχουν για τη νίκη. Άλλοι τρέχουν για να «σωθούν». Η Μαρία Πολύζου έμαθε στη ζωή της ότι ο πιο δύσκολος μαραθώνιος δεν είναι αυτός των 42 χιλιομέτρων, αλλά εκείνος που σε μαθαίνει να μην τα παρατάς ποτέ.
Σε περιόδους αβεβαιότητας οι ψηφοφόροι σπάνια αναζητούν το ρίσκο. Ο πόλεμος στο Ιράν ενισχύει το αφήγημα «ασφάλεια ή χάος» και δίνει πόντους στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η Χριστίνα Βραχάλη σε μια συζήτηση που ξεκινά από τον κόσμο της αθλητικής δημοσιογραφίας για να καταλήξει σε κάτι βαθύτερο: στον τρόπο που οι γυναίκες καλούνται ακόμη να αποδεικνύουν την αξία τους σε επαγγελματικούς χώρους που για χρόνια θεωρούνταν ανδροκρατούμενοι.
Η απόφαση να συμπεριληφθεί η συνέντευξη του Δημήτρη Κουφοντίνα στο ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά για τη 17 Νοέμβρη έχει εγείρει διάφορες αντιδράσεις. Και μπορεί η οργή των συγγενών των θυμάτων να είναι απολύτως ανθρώπινη, αλλά η παρουσία της είναι δημοσιογραφικά αναγκαία.
Πόσο ακόμη θα αντιμετωπίζουμε τη γυναικοκτονία ως ένα «κοινωνικό φαινόμενο» και όχι ως αυτό που είναι: ένα ζήτημα θεσμικής ευθύνης και πολιτικής βούλησης. Σε μια χώρα όπου οι αριθμοί αυξάνονται, το νομικό κενό παραμένει. Κι αυτό έχει κόστος.