Γιατί πρέπει να ξανα-ακούσουμε τον Κουφοντίνα;
Η απόφαση να συμπεριληφθεί η συνέντευξη του Δημήτρη Κουφοντίνα στο ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά για τη 17 Νοέμβρη έχει εγείρει διάφορες αντιδράσεις. Και μπορεί η οργή των συγγενών των θυμάτων να είναι απολύτως ανθρώπινη, αλλά η παρουσία της είναι δημοσιογραφικά αναγκαία.
Ήμουν κι εγώ ανάμεσα σε αυτούς που περίμεναν να δουν το ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά για τη 17 Νοέμβρη και μπορώ να πω ότι και τα τρία επεισόδια τα παρακολούθησα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η συνέντευξη του Δημήτρη Κουφοντίνα ήταν, ομολογώ, το λιγότερο ενδιαφέρον κομμάτι του επεισοδίου. Υπάρχουν κι άλλα αποσπάσματα που θα παρεμβάλλονται στα επόμενα επεισόδια αλλά η αίσθηση παραμένει ίδια.
Η εικόνα του Κουφοντίνα να στηρίζεται πάνω σε ένα μπαστούνι και, χρόνια μετά τη δράση της οργάνωσης να επαναλαμβάνει σχεδόν λέξη προς λέξη την ίδια ρητορική, χωρίς ίχνος μεταμέλειας, προσωπικά μόνο αποστροφή μου προκάλεσε. Είδα ένα δολοφόνο να ανακυκλώνει την ίδια επιχειρηματολογία εξισώνοντας την τρομοκρατική οργάνωση με την εξέγερση του Πολυτεχνείου σε μια προσπάθεια να ηρωοποιήσει τον εαυτό του πετώντας κάπου ανάμεσα και ένα Τσε Γκεβάρα. Το ίδιο ακριβώς είχε κάνει και στο δικαστήριο πριν από χρόνια.
Φαντάζομαι λοιπόν, αν για μένα αυτή η συνέντευξη ήταν άβολη, για τους ανθρώπους που έχασαν κάποιον δικό τους από τα χέρια των δολοφόνων πρέπει να είναι βαθιά οδυνηρή. Γι’ αυτό και κατανοώ το σκληρό ύφος και το λεξιλόγιο στην ανακοίνωση του συλλόγου αλληλεγγύης στα θύματα της Τρομοκρατίας Θάνος Αξαρλιάν και της πρωτοβουλίας «Ως Εδώ».
Διαβάστε επίσης
Και δεν έχει σημασία αν εγώ διαφωνώ. Η οργή των συγγενών των θυμάτων είναι απολύτως ανθρώπινη και στο επίπεδο της ενσυναίσθησης, η συνείδηση μου μπορεί να τους κατανοήσει.
Υπάρχει όμως ένα άλλο επίπεδο στο οποίο οφείλει να σταθεί κανείς: αυτό του λόγου ύπαρξης και της ουσίας ενός ντοκιμαντέρ. Και αυτό δεν είναι άλλο από την ιστορική καταγραφή. Εκτός αν το ντοκιμαντέρ αφορούσε αποκλειστικά τις οικογένειες των θυμάτων και το πένθος τους. Εφόσον όμως μιλάμε για μια ιστορική καταγραφή της 17 Νοέμβρη, τότε η δημοσιογραφία οφείλει να μην αφαιρεί κομμάτια της πραγματικότητας επειδή είναι δυσάρεστα ή ηθικά φορτισμένα.
Η παρουσία της φωνής του ισοβίτη Κουφοντίνα δεν αποτελεί πράξη εξαγνισμού ενός τρομοκράτη. Η κατηγορία ότι ο Αλέξης Παπαχελάς επιχειρεί να «ξεπλύνει» την τρομοκρατία αγγίζει τα όρια του γραφικού. Ανεξάρτητα από το πως κρίνει κανείς τη συνέντευξη, αποτελεί τεκμήριο. Και η ιστορία γράφεται με τεκμήρια. Όχι μόνο από αυτούς που υπέστησαν τη βία, αλλά κι από αυτούς που την άσκησαν.
Σε όλα τα ιστορικά ντοκιμαντέρ που ασχολήθηκαν με τρομοκρατικές οργανώσεις, από τη RAF στη Γερμανία, μέχρι τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία, οι δημιουργοί κατέγραψαν και τις φωνές των ίδιων των δραστών. Όχι για να τους δικαιώσουν, αλλά για να δείξουν πως γεννήθηκε το φαινόμενο της πολιτικής βίας σε κάθε ιστορικό πλαίσιο.
Η δημοσιογραφική έρευνα δεν έχει ως στόχο να ηθικολογεί και να καταγράφει την ιστορία επιλεκτικά. Οφείλει να παρουσιάζει τα γεγονότα ψύχραιμα και ολοκληρωμένα. Όχι για να γίνει αρεστή, ούτε για να κάνει επίκληση στο συναίσθημα. Αν αρχίσει να αφαιρεί κομμάτια της πραγματικότητας επειδή είναι οδυνηρά, τότε δεν υπηρετεί την κατανόηση μιας ιστορικής περιόδου. Υπηρετεί απλώς μια πιο βολική εκδοχή της. Και τότε παύει να λειτουργεί ως εργαλείο κατανόησης και μετατρέπεται σε κάτι διαφορετικό.
Ακόμη και το γεγονός ότι ο καταδικασμένος σε 23 φορές ισόβια Κουφοντίνας εμφανίστηκε αμετανόητος, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο τεκμηρίωσης. Γιατί αν θέλουμε πραγματικά να καταλάβουμε τι ήταν αυτή η οργάνωση, που αποτέλεσε ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, δεν αρκεί να θυμόμαστε μόνο τα θύματα. Πρέπει να δούμε και τις μαρτυρίες των ανθρώπων που πίστεψαν ότι μπορούσαν να αφαιρούν ζωές στο όνομα μιας υποτιθέμενης ιδεολογίας. Κι αυτό όσο άβολο κι αν είναι, είναι μέρος της δημοσιογραφικής αλήθειας.
Αυτό που μου έλειψε περισσότερο ωστόσο από το ντοκιμαντέρ είναι οι φωνές των συγγενών των θυμάτων. Οι άνθρωποι εκείνοι που έμειναν πίσω και έπρεπε να ζήσουν με τις συνέπειες αυτής της βίας. Επέλεξαν να μη συμμετάσχουν εφόσον υπήρχε η συνέντευξη Κουφοντίνα.
Είδα κάποιους συγγενείς -κυρίως ξένων αξιωματουχών που δολοφονήθηκαν -να εξηγούν πως έπρεπε να συνεχίσουν τη ζωή τους βαθιά τραυματισμένοι. Γιατί οι εκτελέσεις της 17 Νοέμβρη δεν ήταν μόνο πολιτικές πράξεις όπως επιχείρησαν να τις παρουσιάσουν οι δράστες τους. Ήταν δολοφονίες που άφησαν πίσω τους ανείπωτο πόνο. Και ίσως μέσα από τις δικές τους ιστορίες να γινόταν ακόμη πιο καθαρό ότι πίσω από τις ιδεολογίες και τα μεγάλα λόγια υπήρχαν εκτελεστές που ενεργούσαν εν ψυχρώ και μια βία που άφησε πίσω της πληγές που δεν κλείνουν.