Πού πήγαν οι 30αρηδες άντρες; Θα τους βρεις να παίζουν playstation στο παιδικό τους δωμάτιο
Ενώ οι γυναίκες ρωτάνε και ανησυχούν, οι 30ηδες άντρες έχουν αποσυρθεί κάνοντας ghosting πρώτα από όλα στον εαυτό τους.
«Οι σχέσεις έχουν γίνει δύσκολες». Έτσι ξεκινάει και έτσι τελειώνει το 99% των συζητήσεων μεταξύ γυναικών, ενώ ενδιάμεσα παρεμβάλλεται – άλλοτε με χιούμορ και άλλοτε με απόγνωση- το «πού πήγαν οι άντρες σήμερα». Όσο περίεργο ή θλιβερό κι αν ακούγεται, οι άντρες γύρω στα 30 βρίσκονται πίσω, στο παιδικό τους δωμάτιο, στο πατρικό τους σπίτι, και όχι επειδή θέλουν να παίζουν FIFA 2024 ή Call of Duty.
Κι όλα αυτά σε μια εποχή που οι γυναίκες είναι πιο ανεξάρτητες παρά ποτέ, αλλά παράλληλα και πιο σκληρές απέναντί τους. Απελευθερωμένες σεξουαλικά, μπορούν να κάνουν την καριέρα που έχουν επιλέξει, κάνουν cancel σε ταμπού και κοινωνικά κλισέ που νιώθουν να τις πνίγουν και να τις υποτιμούν, βγαίνουν, ταξιδεύουν, ερωτεύονται, πολύ και συχνά. Μιλούν, διεκδικούν, ζουν! Τα κάνουν όλα με θάρρος, ορμή και μια άγνοια κινδύνου, που άλλοτε χαρακτήριζε τους άντρες. Από την προβλέψιμη σταθερά έγιναν η μεταβλητή, που κρίνει την εξίσωση. Από την άλλη, φαίνεται πως οι νέες γενιές αντρών στην Ελλάδα έχουν τα δικά τους ζόρια…
Τι 30, τι 20, τι 10… «Οι άντρες είναι πάντοτε παιδιά»
…αν εξακολουθείς να παίρνεις χαρτζιλίκι αντί μισθού. Στην Ελλάδα, ο αργοπορημένος «απογαλακτισμός» των αγοριών ήταν για δεκαετίες περισσότερο θέμα νοοτροπίας παρά ανάγκης, κάτι που ενίσχυσε το βιτριολικό κλισέ της Ελληνίδας μάνας, που αρνείται να αποχωριστεί τα παιδιά της και ειδικά τους γιους της.
Ωστόσο, η σημερινή κατάσταση αποκαλύπτει ότι οι λόγοι της παρατεταμένης προσκόλλησης στην οικογένεια είναι περισσότερο πρακτικοί και συνδέονται άμεσα με την επιβίωση. Οι 30ηδες που μέχρι πριν από μια δεκαετία ήταν το σημείο αναφοράς στις σχέσεις, στη δουλειά, στην οικογένεια, μοιάζουν χαμένοι όπως ο Τραβόλτα στο διάσημο gif από το Pulp Fiction.

Τα στερεότυπα αιώνων μεταλλάσσονται με τρόπο που τους πληγώνει: Εγωιστικά, οικονομικά, κοινωνικά. Τα χρήματα, η καριέρα και το κοινωνικό status είναι ανύπαρκτα, μαζί με την αυτοεκτίμηση τους. Σκεφτείτε μόνο ότι ο μέσος Έλληνας δαπανά το 35–40% του εισοδήματος του για στέγη, κάτι που εμμέσως τον τοποθετεί «στα όρια» της φτώχειας, ακόμα κι αν δεν ταξινομείται επίσημα ως φτωχός.
Η πηγή του κακού είναι ο μισθός τους, που με δυσκολία τούς αρκεί για τα απαραίτητα και όχι πάντα. Σε αρκετές περιπτώσεις – περισσότερες από όσες φαντάζεσαι- οι άντρες μένουν εγκλωβισμένοι στο σπίτι των γονιών τους, όχι γιατί δεν μπορούν μακριά από τη «μανούλα», αλλά γιατί το ενοίκιο ενός σπιτιού μοιάζει δυσβάσταχτο.
Σύμφωνα με τη Eurostat, ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα το 2024 ήταν περίπου 18.000 ευρώ μεικτά. Προτελευταίος ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη, μεγαλύτερος μόνο από αυτόν της Βουλγαρίας. Ο δε κατώτατος μισθός το 2025 είναι στα 880 ευρώ μεικτά, περίπου 743 ευρώ καθαρά, για εργαζόμενο χωρίς παιδιά. Και κάποιοι αιθεροβάμονες ψάχνουν για άλλες, πειστικές απαντήσεις στο δημογραφικό.
Για το 2025 η ανάπτυξη της Ελλάδας ήταν γύρω στο 2% , με τους δημοσιονομικούς στόχους όχι μόνο να επιτυγχάνονται, αλλά και να υπερβαίνουν ακόμα και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις. Σε ένα όχι τόσο αισιόδοξο πλαίσιο η Eurostat αποκάλυψε ότι, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, το 2024 οι Έλληνες ηλικίας 18-34 ετών που ζουν με τους γονείς τους έφτασαν σε ποσοστό το 60%, και όχι, αυτό δεν οφείλεται στο ότι αγαπούν το σπιτικό φαγητό.
Μάλιστα αν εμβαθύνεις στις έρευνες θα διαπιστώσεις ότι τα ποσοστά των αντρών, που μένουν στο πατρικό σπίτι μαζί με τους γονείς τους είναι σαφώς ανώτερα από εκείνα των γυναικών (64% έναντι 51%). Δηλαδή, περισσότεροι από τους μισούς άντρες εκεί έξω, αντί να ετοιμάζονται να φτιάξουν τη δική τους οικογένεια, μένουν προσκολλημένοι σε εκείνη των γονιών τους. Και έχουν και τον boomer θείο στις γιορτές να ρωτάει «κανένα κορίτσι παίζει, ρε;».
«Είμαι εγκλωβισμένος»
Ο Θοδωρής είναι 31 ετών και, αν και φοιτητής στο ΟΠΑ, εργάζεται εδώ και σχεδόν μια δεκαετία στον τομέα της εστίασης. «Ζω με τους γονείς μου τα 24 από τα 30 χρόνια» διευκρινίζοντας ότι πέρασε ένα μικρό διάστημα συγκατοικώντας με φίλο του στο κέντρο της Αθήνας. Μετά από τρία χρόνια κατά τα οποία εργαζόταν στην Κύπρο, η επιστροφή του στην Ελλάδα τον βρίσκει ξανά στο πατρικό του. Για αυτή τη συνθήκη της ζωής του ανέφερε ότι ήταν μια δύσκολη απόφαση, όχι εύκολα διαχειρίσιμη, αλλά αναγκαία.
Καθώς μιλάμε παρατηρώ ότι στη σκέψη του Θοδωρή όλα όσα λέει είναι δομημένα με μαθηματική ακρίβεια. Εξάλλου, όπως θα επιβεβαιώσω και στη συνέχεια δεν πρόκειται για επιλογή, αλλά για λύση ανάγκης. Τον ρωτάω αν αυτό τον έχει επηρεάσει στην αυτοπεποίθηση του. «Με έχει περιορίσει και κοινωνικά σε έναν βαθμό. Με κάνει να νιώθω μειονεκτικά και να έχω χαμηλή αυτοπεποίθηση γιατί σκέφτομαι ότι είμαι εργαζόμενος δέκα χρόνια και θα έπρεπε να έχω τη δυνατότητα να μείνω μόνος μου».
«Με κάνει να νιώθω μειονεκτικά και να έχω χαμηλή αυτοπεποίθηση γιατί σκέφτομαι ότι είμαι εργαζόμενος δέκα χρόνια και θα έπρεπε να έχω τη δυνατότητα να μείνω μόνος μου»
Η ζωή για τον Θοδωρή είναι γεμάτη αγκυλώσεις που δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζει στην πιο παραγωγική ηλικία της ζωής του. Μου εξομολογείται ότι δεν καλεί φίλους στο σπίτι, αλλά ούτε και κάποια κοπέλα που του αρέσει. Εκεί μου γεννάται η απορία τι κάνει όταν γνωρίζει μια γυναίκα, μετά το πρώτο, δεύτερο ραντεβού. Αν για παράδειγμα της εξομολογείται πως δεν έχει δικό του σπίτι και κατά συνέπεια δεν θα μπορούν να συνεχίσουν τη διασκέδασή τους κάπου μόνοι τους.
«Είναι τεράστιο πρόβλημα όταν δεν υπάρχει ένα σπίτι. Μπορείς να πας μια, δυο φορές σε ένα Airbnb για παράδειγμα, αλλά μετά τι; Και για λίγο ακόμα δεν είναι το ιδανικό» λέει για να προσθέσει ότι συνήθως οι κοπέλες είναι εκείνες που έχουν δικό τους σπίτι, κάτι που διαταράσσει την ισορροπία στις σχέσεις. Και φυσικά αυτό δεν προβληματίζει μόνο εκείνον.
Όπως υποστηρίζει, οι περισσότεροι άντρες αισθάνονται μειονεκτικά όταν δεν μπορούν να προσφέρουν στη σύντροφο τους αυτά που θέλουν. Όταν τον ρωτάω αν θεωρεί ότι θα καταφέρει να μείνει σύντομα μόνος του στο δικό του σπίτι, τα απλά μαθηματικά που παραθέτει φανερώνουν μια καθόλου αισιόδοξη πρόβλεψη.
«Αν υποθέσουμε ότι βρίσκω ένα σπίτι κάπου στο κέντρο της Αθήνας το ενοίκιο είναι γύρω στα 450 με 600 ευρώ. Μαζί με τα έξοδα όπως λογαριασμοί και σούπερ μάρκετ ξεπερνάς τα 1000. Αν σε αυτά προσθέσεις και τα προσωπικά έξοδα για να επιβιώσεις θες τουλάχιστον 1600 ευρώ. Ο μισθός μου είναι γύρω στα 1.200 ευρώ, άρα πρακτικά είναι αδύνατον».
Ενοίκιο ή και τα δύο νεφρά; Ένα ακόμη δίλημμα!
«Να μην ξοδεύουν δεξιά και αριστερά τα λεφτά τους» είναι μια μόνιμη επωδός εκείνων που ζουν ανετότερα, που συμπληρώνεται συνήθως με ιστορίες αμφιβόλου εγκυρότητας για το πώς επέζησαν εκείνοι διαφόρων οικονομικών στραγγαλισμών. Αν εξαιρέσουμε, όμως, τους κλασικούς παραμυθάδες, όλοι αναγνωρίζουν πως αυτό το πρόβλημα είναι μια βραδυφλεγής βόμβα στα κοινωνικά θεμέλια.
Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, το ενοίκιο θα πρέπει να αντιστοιχεί στο 30% του καθαρού μισθού. Υπάρχει μάλιστα και ένας χρυσός κανόνας, ο οποίος στην Ελλάδα μπορεί να μπει σε παράσταση του Σεφερλή: 50/30/20. Το 50 αντιπροσωπεύει το μισό του μισθού που πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες (ενοίκιο, super market, μηνιαίοι λογαριασμοί), 30 να πηγαίνουν στη διασκέδαση και 20 σε χρέη ή αποταμίευση.
Για όσους δεν γνωρίζουν τη λέξη, παραθέτουμε την εξήγησή της.
αποταμίευση η [apotamíefsi] : α.η ενέργεια του αποταμιεύω, η εξοικονόμηση χρημάτων: Mε την ~ των ιδιωτών ενισχύεται και η δημόσια οικονομία. Πρέπει να διαδοθεί η ιδέα της αποταμίευσης. β. το ποσό των χρημάτων που αποταμιεύεται: Έχει αρκετές αποταμιεύσεις στην τράπεζα. Aγόρασε ένα σπίτι με τις αποταμιεύσεις του.
(Από το λεξικό του Μανώλη Τριανταφυλλίδη)
Κι αφού γελάσαμε και σήμερα, επιστρέφουμε ενθουσιασμένοι στην πεζή πραγματικότητα εκεί όπου κάθε νέο στοιχείο είναι και μια επιπλέον έκπληξη: Και το 2025 οι τιμές των ενοικίων αυξάνονται. Σύμφωνα με τη RE/MAX Ελλάς τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 4,3% σε σχέση με το 2024, κατά 5,6% σε σχέση με το 2023 κτλ. Σαν το κόστος για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι που κάθε χρόνο είναι όλο και πιο ακριβό, αφού μόνο για φέτος η αύξηση άγγιξε το +20%. Μια ακόμη απόδειξη πως το πιο εύκολο πράγμα για να σηκωθεί στην Ελλάδα είναι η τιμή ενός προϊόντος.
Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα
Ο Αλέξανδρος είναι 29 ετών και δεν έχει ζήσει ούτε μια ημέρα σε δικό του σπίτι. «Οι συνθήκες σπανίως το επέτρεπαν, αλλά κι όταν το επέτρεπαν, επέλεξα να μην το κάνω» μου λέει. Ο Αλέξανδρος δουλεύει σε έναν κινηματογράφο, εργασία την οποία κυνήγησε παθιασμένα από όταν ήταν έφηβος, αφού το σινεμά είναι η μεγάλη του αγάπη. Αμοίβεται με 660 ευρώ, σε καθεστώς ημιαπασχόλησης.
Και αν υπάρχουν άντρες που παραδέχονται πως η αυτοπεποίθησή τους έχει πληγεί εξαιτίας της παραμονής τους στο πατρικό τους, για τον ίδιο δεν ισχύει αυτό. «Δεν πιστεύω πως είναι ασυνήθιστο. Ειδικά με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας και κατοικίας» μου εξηγεί. Για τον ίδιο, η ζωή στο πατρικό είναι life as usual, αφού και κόσμο καλεί, όπως όταν ήταν έφηβος. Boys will be boys! (ή και όχι).
Αν εντοπίζει ένα πρόβλημα με τη ζωή στο πατρικό, αυτό έχει να κάνει με τις ερωτικές σχέσεις. «Έχουν υπάρξει περιπτώσεις που ίσως και να μου στοίχισε, ειδικά όταν και η κοπέλα δεν είχε δικό της χώρο για να περάσουμε το βράδυ» παραδέχεται για να σπεύσει να συμπληρώσει: «Δεν είναι πως ντρέπομαι ή κάτι τέτοιο, απλώς όντως είναι συνθήκη που είναι αποτρεπτική. Από την άλλη, η κοπέλα με την οποία έχω σχέση αυτόν τον καιρό δεν είχε κανένα πρόβλημα και γρήγορα βρήκαμε τους ρυθμούς μας στο σπίτι μου. Νομίζω πως δεν μας περιορίζει ιδιαίτερα». Ο έρωτας όλα τα μπορεί!
Ο Αλέξανδρος παραδέχεται βέβαια ότι η ανεξαρτησία κοστίζει ακριβά. «Αν έφευγα από το πατρικό μου θα έπρεπε να στερηθώ πολλά πράγματα, όπως ταξίδια, συναυλίες και γενικώς πράγματα που τώρα μπορώ να υποστηρίξω» λέει για να παραδεχτεί και ένα ακόμη μεγάλο ζήτημα: «Παράλληλα, θα σήμαινε αύξηση υποχρεώσεων, που πιστεύω πως σε συνδυασμό με τη δουλειά μου, θα περιόριζε αρκετά τον διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο μου».
Από την άλλη γνωρίζει ότι ένα δικό του σπίτι θα του εξασφάλιζε και περισσότερο χρόνο με τη σχέση του. «Κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις. Να σου πω βέβαια πως πριν ξεκινήσει η εν λόγω σχέση δεν σκεφτόμουν καν να μείνω μόνος μου, δεν νιώθω έτοιμος να στερηθώ κάποια πράγματα».
Ας μιλήσει η επιστήμη…
Περιμένοντας έξω από το θέατρο να συγχαρώ τον Αναστάσιο Ροϊλό τις προάλλες -είναι ωραία παράσταση το Misery να τη δείτε- πλησίασα μια παρέα γυναικών για να ζητήσω αναπτήρα. Ήταν τρεις γλυκύτατες γυναίκες, χαμογελαστές, αλέγρες, υπέροχες, γύρω στα 50. Καθώς μιλούσαμε τους ανέφερα κάτι για το άρθρο που γράφω και εκείνες ένιωσαν την ανάγκη να μοιραστούν μαζί μου τις δικές τους ιστορίες. Περισσότερο εντύπωση μου έκανε η περίπτωση της Μαρίας, η οποία έστειλε τον γιο της για σπουδές, θεωρώντας ότι θα ανεξαρτητοποιηθεί και θα φτιάξει τη ζωή του ως ενήλικας, πράγμα που τελικά δε συνέβη, αφού μετά από λίγους μήνες γύρισε πίσω. Όπως μου είπε, επέστρεψε με δική του πρωτοβουλία γιατί δεν άντεξε μακριά από τους γονείς του. Έφυγα προβληματισμένη και στη διαδρομή προς το σπίτι σκεφτόμουν ότι τελικά η ανεξαρτησία και η αυτονόμηση δεν συνδέονται μόνο με τα οικονομικά μας.
Το πρωί της επόμενης ημέρας με βρήκε στο γραφείο της κλινικής ψυχολόγου Σμαράγδας Χρηστάκη, η οποία μας έδωσε τις δικές της απαντήσεις υπό το πρίσμα της επιστήμης.
«Η αυτονόμηση δεν είναι μόνο οικονομική»
«Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται όλο και συχνότερα το φαινόμενο ενηλίκων 30 ετών (και άνω) που εξακολουθούν να ζουν στο πατρικό τους σπίτι. Το ζήτημα αυτό συχνά αντιμετωπίζεται είτε με κοινωνική κριτική είτε με απλουστευτικές εξηγήσεις που εστιάζουν αποκλειστικά στην οικονομική κρίση. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η παραμονή στο πατρικό δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Εκείνο που χρειάζεται προσοχή είναι πώς επηρεάζει την ψυχική αυτονόμηση, τις ερωτικές σχέσεις και τη δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας.
Η ενηλικίωση δεν ολοκληρώνεται τη στιγμή που κάποιος βρίσκει εργασία ή φτάνει σε μια συγκεκριμένη ηλικία. Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη ψυχική διεργασία που περιλαμβάνει συναισθηματική διαφοροποίηση από τους γονείς, ανάληψη ευθύνης για τις επιλογές, ικανότητα οριοθέτησης και συνολικά ανάπτυξη αυτόνομης ταυτότητας.
Η παραμονή στο πατρικό μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αναστέλλει αυτή τη διαδικασία, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από έντονη συναισθηματική εξάρτηση.
Όταν, λοιπόν, οι γονείς συνεχίζουν να καλύπτουν βασικές ανάγκες (φροντίδα, οικονομική στήριξη, λήψη αποφάσεων), συχνά συντηρούνται ασυνείδητα οι ρόλοι του “παιδιού”. Εννοείται ότι παρατηρείται δυσκολία στην ανάληψη ευθυνών, έντονο αίσθημα φόβου αποτυχίας -το οποίο δεν μπορούν και να διαχειριστούν-, αισθάνονται άσχημα που δεν είναι ανεξάρτητοι και όλα τα παραπάνω συντελούν σε μειωμένη αυτοπεποίθηση,
Παράλληλα, το άτομο μπορεί να νιώθει ότι δεν έχει “δοκιμαστεί” πραγματικά στη ζωή, κάτι που επηρεάζει άμεσα και τις ερωτικές του επιλογές.
Η επίδραση στην ερωτική ζωή επίσης είναι πολυεπίπεδη. Για παράδειγμα, η δημιουργία μιας ώριμης ερωτικής ζωής προϋποθέτει ψυχικό χώρο για το “εμείς”, την αποδέσμευση από την πατρική οικογένεια και, φυσικά, τη δυνατότητα συνύπαρξης και δέσμευσης και σε πρακτικό επίπεδο, το οποίο είναι ανέφικτο χωρίς ιδιωτικότητα και προσωπικό χώρο,
Όταν αυτά δεν έχουν κατακτηθεί, συχνά παρατηρούνται σχέσεις που παραμένουν στάσιμες, καθώς δεν υπάρχει χώρος να αναπτυχθούν και να εξελιχθούν σε συγκατοίκηση ή σε μια πιο μόνιμή δέσμευση. Ο συνδυασμός της βολής σε ένα γνώριμο περιβάλλον φροντιστικό, με το φόβο δέσμευσης που καλλιεργείται από τη συναισθηματική ανωριμότητα και τη διαδικαστική δυσκολία που προκύπτει, συγκλίνουν στο να «μένει πίσω» ουσιαστικά η προσωπική εξέλιξή του.
Παράλληλα, συχνά συνοδεύεται από έντονη ενεργοποίηση του εσωτερικού κριτή. Ο άντρας μπορεί να βιώνει ντροπή (“τι θα σκεφτούν αν το μάθουν”), ενοχή (“επιβαρύνω τους γονείς μου”) και αυτοκατηγορία (“αν ήμουν πιο ικανός, θα είχα φύγει”). Η ντροπή, ως συναίσθημα που αφορά το “ποιος είμαι” και όχι απλώς το “τι κάνω”, έχει ιδιαίτερα διαβρωτική επίδραση στην ψυχική υγεία. Συχνά δεν εκφράζεται, αλλά οδηγεί σε συναισθηματική απόσυρση, άμυνα ή υπερπροσπάθεια.
Μια τέτοια συνθήκη έρχεται επίσης σε μεγάλη αντίθεση με τη σημερινή νεαρή γυναίκα, που έχει αναπτύξει οικονομική και συναισθηματική αυτονομία και αναζητά ισότιμη συντροφική σχέση. Όταν ο άνδρας δεν έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία αυτονόμησης, δημιουργείται ασσυμετρία στη σχέση, ματαίωση και απογοήτευση – πιθανότατα και για τους δύο- και σύγκρουση γ΄θρω από τη δέσμευση και το μέλλον. Δεν πρόκειται για θέμα “θέλησης”, αλλά για διαφορετικό στάδιο ψυχικής ωρίμανσης.
«Η αυτονόμηση δεν έχει ηλικία. Έχει όμως συνειδητότητα» – Σμαράγδα Χρηστάκη, κλινική ψυχολόγος
Η παραμονή στο πατρικό δεν είναι παθολογία. Πέραν των διαδικαστικών και οικονομικών παραγόντων, προβλήματα ανακύπτουν όταν συνοδεύεται από συναισθηματική ακινησία και λειτουργεί ως καταφύγιο αποφυγής της ζωής. Η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι: “Μένω ή όχι στο πατρικό;”, αλλά “Ζω ως ενήλικας με ψυχική αυτονομία ή παραμένω εγκλωβισμένος σε έναν ρόλο παιδιού;”
Ο πόλος της ψυχοθεραπείας είναι καταλυτικός σε αυτή την περίπτωση. Μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση των ασυνείδητων δεσμών με τους γονείς, στην επεξεργασία φόβων γύρω από την αυτονόμηση, στη δημιουργία ώριμων ερωτικών σχέσεων και στη μετάβαση από την «ασφάλεια» και την ακινησία, στη ζωή!
Η αυτονόμηση δεν έχει ηλικία. Έχει όμως συνειδητότητα».