Η ομορφιά της Βουδαπέστης ήταν η άμυνα στην καφρίλα
Ο Αντώνης Καρπετόπουλος βρέθηκε στην Αυστρία για το ματς Άρσεναλ – Παρί Σεν Ζερμέν και έχει μερικές ...απρόσμενες παρατηρήσεις.
Έμεινα σχεδόν πέντε μέρες στην Βουδαπέστη και δυσκολεύομαι λίγο να την ξεπεράσω. Οι ωραίες πόλεις είναι σαν τις ενδιαφέρουσες γυναίκες: νομίζεις πως είσαι τυχερός που τις γνώρισες και αισθάνεσαι χαρούμενος που σε έχουν κερδίσει με την γοητεία τους – κομμάτι ματαιόδοξα γιατί νομίζεις ότι την εκτιμάς μόνο εσύ – πράγμα που δεν ισχύει φυσικά αφού από φοητεία καταλαβαίνουμε όλοι. Κάποια στιγμή, εκεί που νομίζεις ότι το πράγμα το ελέγχεις και ότι θα πας παρακάτω με μια σχετική ευκολία (αφού όσο ωραία κι αν είναι κάποια κάνεις τον πολύ άνετο κι αποφεύγεις να υπάρξεις μαζί της για καιρό…) ανακαλύπτεις πως κατά κάποιο τρόπο αυτή η ομορφιά σε έχει στοιχειώσει. Κι όταν την αφήσεις πίσω αυτή επιστρέφει σαν εμπειρία ζωής, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την ανάμνηση. Η εμπειρία ριζώνει μέσα σου και δεν γλυτώνεις από τα πλοκάμια της. Η ανάμνηση είναι συνήθως κάτι που ξεθωριάζει: του δίνεις περιεχόμενο προσπαθώντας να καθαρίσεις την θολούρα του. Η εμπειρία σε σφραγίζει. Στην ανάμνηση δίνεις εσύ βαρύτητα.
Η Βουδαπέστη είναι εμπειρία. Πρώτα από όλα δεν είναι μια πόλη, αλλά δυο. Υπάρχει η Βούδα, με καταγωγή σαφώς αυστριακή και για αυτό κλασσάτη και λίγο σνομπ και η Πέστη, λαϊκή αλλά όχι φασαριόζα – ήσυχη, λίγο ασχημούλα, γοητευτική ωστόσο. Όταν περνάς τον Δούναβη και βρίσκεσαι από την άλλη του πλευρά νομίζεις πως έχει αλλάξει το σκηνικό της παράστασης: δεν το βρίσκεις συχνά αυτό. Δεν μιλάμε για την συνηθισμένη διαφορά του κέντρου με τις συνοικίες της περιφέρειας – πράγμα που συναντάς σε κάθε ευρωπαϊκή μεγαλούπολη. Έχουμε να κάνουμε με δυο διαφορετικούς κόσμους: δεν χρειάζεται μάλιστα να προβληματίζεσαι σε ποιον ανήκεις – δεν ανήκεις σε κανένα από τους δυο γιατί είσαι απλά ένας περαστικός.

Κατά κάποιο τρόπο η Βουδαπέστη ήταν πάντα πόλη περαστικών. Άλλοι (οι Τούρκοι που την κατέκτησαν για χρόνια ή οι Γερμανοί ναζιστές που την χρησιμοποίησαν ως ανάχωμα του Σοβιετικού Στρατού οδηγώντας σε θάνατο πάνω από 70 χιλιάδες κατοίκους της) της έκαναν κακό. Άλλοι (οι Αυστριακοί πχ) την βοήθησαν να ομορφύνει αφήνοντας πίσω εκκλησίες υπέροχες, κάστρα μοναδικά, πάρκα απέραντα, μουσεία που δεν φαντάζεσαι και κυρίως μια αίσθηση αυτοκρατορικής μεγαλοπρέπειας που σου καθαρίζει το βλέμμα. Αλλά δεν είναι για αυτά που δεν μπορώ να διώξω την εμπειρία Βουδαπέστη από το μυαλό μου: αν δεν το μπορώ είναι γιατί είδα αυτό τον αρχιτεκτονικό παράδεισο για τέσσερις τουλάχιστον μέρες παραδομένο σε Άγγλους μπεκρήδες και Παριζιάνους μονίμους παραδομένους στο ζεζαλιζέ που λένε και οι Χατζηφραγκέτα. Κι αυτό πραγματικά ήταν εμπειρία. Από αυτές που σε κάνουν να αναρωτιέσαι όχι αν οι άνθρωποι της UEFA έχουν χιούμορ, αλλά τι διάβολο χιούμορ είναι αυτό. Μοναδικό σίγουρα.
Το Άρσεναλ – Παρί Σεν Ζερμέν, το ματς για το οποίο βρέθηκα εκεί, δεν ήταν απλά ένας πολλά υποσχόμενος τελικός, αλλά ήταν πολύ περισσότερο ένα επικίνδυνο παιγνίδι. Την Παρασκευή το μεσημέρι, όταν η Βουδαπέστη είχε παραδοθεί στις ορδές των τρελαμένων που κατέφθαναν από παντού για αυτό, ομολογώ ότι ανησυχούσα πολύ για το τι μας περιμένει – ειδικά στην σκέψη ότι αυτή τη φορά το ματς θα τελείωνε κατά τις 10 δηλαδή στην ώρα που πέρυσι άρχιζε. Σκεφτόμουν ότι για την τοπική αστυνομία θα ήταν δύσκολο να ελέγξει πλατείες γεμάτους από χαμένους οπαδούς πνιγμένους από πίκρα και δρόμους γεμάτους με νικητές οπαδούς, που την ζάλη την κουβαλούσαν στο μυαλό πριν καν το ματς αρχίσει. Φανταζόμουν τους οπαδούς της Άρσεναλ να εισβάλουν στον Άγιο Στέφανο για να βάζουν τα λάβαρά τους τραγουδώντας πως προφήτης είναι μόνο ο Αρτέτα και τους οπαδούς της Παρί να καταλαμβάνουν το υπέροχο Κοινοβούλιο αρνούμενοι να το αφήσουν αν οι ντόπιοι δεν δεχτούν πως ο μόνος ηγέτης που υπάρχει λέγεται Λουίς Ενρίκε. Δεν έγινε τίποτα από αυτά. Κάποια επεισοδιάκια έγινα Παρασκευή βράδυ – μάλλον εθιμοτυπικά: τα «παιδιά» θέλησαν να δικαιολογήσουν τις εκδρομές τους. Αλλά επί της ουσίας όλοι – και οι χειρότεροι – παραδόθηκαν στην ομορφιά: οι μεν στην αγκαλιά της βρήκαν παρηγοριά, οι δε έζησαν μαζί της ένα χανγκόβερ ευτυχίας που προέκυψε, άκουσαν άκουσον, μετά από ένα one night stand. Είναι πραγματική άμυνα απέναντι στην καφρίλα η ομορφιά και θαυμαστά τα κατορθώματά της.
Για μια πόλη μιλάω κι όχι για μια γυναίκα, μην μπερδεύεστε…