Ο Μαζαράκης ήταν ένας σόουμαν της ζωής…
Στη δημοσιογραφία έγραψε ιστορία με δυο δουλειές του – τις έκανε με την καρδιά του κι όχι τόσο για λόγους βιοποριστικούς.
«Και πού είσαι; Όταν περάσεις από το Κολωνάκι πάρε με τηλέφωνο, θέλω να σε δω. Έχω κάτι υπόψιν μου». Όλα τα τηλέφωνα με τον Ανδρέα Μαζαράκη τα τελευταία χρόνια τελείωναν έτσι. Τώρα που έφυγε ντρέπομαι να το πω αλλά από τις δέκα προσκλήσεις του κατάφερνα να βρω χρόνο για ένα καφέ στις δυο. Μπορούσε να μιλάει για όλα ο Μαζαράκης. Τα τελευταία χρόνια λίγο πιο πολύ για τον Ολυμπιακό. Τον είχε εντυπωσιάσει η κατάκτηση του Conference League – όχι τόσο ως οπαδό όσο ως παράγοντα. Γιατί ο Μαζαράκης ήταν πολλά αλλά ήταν και παράγοντας. Ο τίτλος του προέδρου του Αστέρα Εξαρχείων ήταν πάντα αυτός που αγαπούσε λίγο περισσότερο. Ο πρωταθλητισμός με την γυναικεία ομάδα μπάσκετ πχ ήταν μια ιστορία που όταν την άκουγες από τον ίδιο αποκτούσε διαστάσεις εποποιίας.
Ήταν μυθική μορφή ο Μαζαράκης. Αστός κανονικότατος με έρωτα για τα Εξάρχεια. Είχε τελειώσει την ΑΣΟΕ και την Νομική αλλά το τελευταίο που θα μπορούσε να κάνει στην ζωή του ήταν να γίνει δικηγόρος. Μικρός είχε πάθος για το θέατρο – είχε περάσει όχι από μια αλλά από δύο σχολές. Έλεγε ότι ήθελε να γίνει σκηνοθέτης, ποτέ δεν κατάλαβα αν το έλεγε στα σοβαρά. Στα σοβαρά ήθελε να δημιουργήσει την ομοσπονδία του Παγκράτειου – πίεζε για αυτό τον Ηλία Μπαζίνα τον καιρό που ο Ηλίας ήταν σύμβουλος στην Γενική Γραμματεία Αθλητισμού. Του λέγαμε ότι στο Παγκράτειο επιτρέπονταν στους αθλητές να βγάλουν ο ένας το μάτι του άλλου, ότι στους καιρούς μας δεν ήταν δυνατόν να γίνουν αγώνες με εκείνους τους αρχαίους κανονισμούς. «Οι κανονισμοί αλλάζουν σε όλα τα σπορ, και στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ και παντού. Θα αλλάξουμε λίγο τους κανονισμούς, αλλά θα αναστηθεί το διασημότερο άθλημα της Αρχαίας Ελλάδας» έλεγε.
Ήταν ένας σόουμαν της ζωής ο Μαζαράκης. Κυκλοφορούσε παντού με ένα παπί: μπορούσε να οδηγάει με ένα φραπέ στο χέρι. Ψάρωνε τους πιτσιρικάδες βουτώντας στο φραπέ ένα κέικ – καμιά φορά και καμιά τυρόπιτα. Από την άλλη του ήταν εξίσου εύκολο να εκτιμήσει μια βραδιά στο Διόνυσο πχ. Ο κόσμος νόμιζε πως ήταν δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός: ήταν. Αλλά ήταν και δραστήριος επιχειρηματίας – ιδιότητα που λίγοι γνώριζαν.
Στη δημοσιογραφία έγραψε ιστορία με δυο δουλειές του – τις έκανε με την καρδιά του κι όχι τόσο για λόγους βιοποριστικούς. Το ένα ήταν οι ραδιοφωνικές του εκπομπές, πρώτα στο Σκάι και μετά στα Παραπολιτικά FM. Η φωνή του ήταν τόσο αντιραδιοφωνική που έκανε πολύ κόσμο να την λατρεύει. Οι θεματικές των εκπομπών του ήταν πέρα από οτιδήποτε συνηθισμένο: έλεγε σίγουρα πράγματα που λίγοι τολμούσαν και να σκεφτούν. Δεν είχε ακροατές: είχε φανατικούς – πιστούς. Αλλά η μεγαλύτερη νομίζω συνεισφορά του ήταν στην γιγάντωση της φήμης του θρυλικού Αποδυτηριάκια του Φίλαθλου, τις μεγαλύτερης στήλης της ελληνικής αθλητικογραφίας. Αν ο Κώστας Καίσαρης που ήταν ο βασικός συντάκτης και εμπνευστής της έγραψε ιστορία τορπιλίζοντας άπαξ και δια παντός την αθλητικογραφική σοβαροφάνεια, ο Μαζαράκης πρόσθεσε στην στήλη τον μυστηριακό της χαρακτήρα με τα κυριακάτικα «σεντόνια», δηλαδή εκείνα τα τεράστια κείμενα θέμα των οποίων ήταν η θρησκεία, οι παγκόσμιες συνομωσίες, το μυστικά του σύμπαντος, φυσικά και το Δωδεκάθεο, οι Αρχαίοι Ελληνες, τα θαύματα του κόσμου κτλ. Ποτέ δεν είχε ξαναγραφτεί κάτι ανάλογο προηγουμένως όχι σε αθλητική εφημερίδα, αλλά σε εφημερίδα γενικά. Κι ίσως όχι μόνο στην Ελλάδα.
Τα τελευταία χρόνια έγραφε στα Νέα. Κατέθετε πολλές μνήμες του, αλλά και προβληματισμούς για το που πάει ο αθλητισμός: το τελευταίο κείμενο του είχε τίτλο «η εμπορευματοποίηση του αθλητισμού μέρος 2ο» και δημοσιεύτηκε στις 13 Ιουνίου – έγραφε πραγματικά μέχρι τις τελευταίες του μέρες κι ας τον είχε καταβάλει ο καρκίνος.
Θα τον αποχαιρετήσουμε το Σάββατο στο πρώτο νεκροταφείο. Θα ‘θελα να του πω συγνώμη για τις πολλές φορές που δεν πρόλαβα να πιούμε ένα καφέ. Αλλά και για τις πολλές που τον ήπιαμε. Εγώ εσπρέσο χωρίς ζάχαρη. Αυτός φραπέ…