Ποιος και γιατί να βραβεύσει τον Οικονομίδη;
Αφού είναι εκτός συναγωνισμού!
Ο Γιάννης Οικονομίδης μιλώντας πριν λίγες μέρες στην Χρυσούλα Παπαϊωάννου είχε προβλέψει πως παρά την εισπρακτική της επιτυχία η ταινία του «Σπασμένη φλέβα» δεν θα κέρδιζε βραβεία από την Ακαδημία Κινηματογράφου. Το είπε με μια δόση πίκρας. Θα του έλεγα ότι κακώς πικραίνεται. Γιατί η μοίρα των δημιουργών που δουλεύουν σε μια χώρα χωρίς να μοιάζουν με τους υπόλοιπους που στην ίδια χώρα κάνουν μια ανάλογη (και όχι ίδια δουλειά…) είναι αυτή ακριβώς: να μην αναγνωρίζεται ότι διαφέρουν.
Καμία από τις ταινίες του Οικονομίδη δεν θα μπορούσε να γυρίσει στην Ελλάδα κάποιος άλλος και για αυτό ο Οικονομίδης είναι εκτός συναγωνισμού. Όταν είχα δει την «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» σκεφτόμουν ότι ο Οικονομίδης είναι ο τρίτος από τους αδερφούς Κοέν – αυτός που γυρίζει ταινίες στη Λαμία. Θα μπορούσαν οι Κοέν να πάρουν βραβεία από την ελληνική μας Ακαδημία; Δεν νομίζω.
Διαβάστε επίσης
Ο Οικονομίδης πιο πολύ και από το να γυρίζει ταινίες, εξελίσσει μια πρόταση – κινηματογραφική, αλλά και αφηγηματική. Είναι ένα είδος κινηματογραφικού συγγραφέα. Γράφει μια παράγραφο με το «Σπιρτόκουτο», δυο διηγήματα με την «Ψυχή στο Στόμα» και το «Μαχαιροβγάλτη», ένα δραματικό μυθιστόρημα με το «Μικρό Ψάρι» και μια νουβέλα με πολύ χιούμορ που λέγεται η «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς». Στην «Σπασμένη φλέβα» παντρεύει την ηθογραφία με το νουάρ. Είναι ένας συγγραφέας του σινεμά κι όχι ένας απλός αφηγητής, γιατί οι ταινίες του βασίζονται σε ιστορίες ανθρώπων που, όπως σχεδόν πάντα συμβαίνει με τους καλούς συγγραφείς, ομορφαίνουν χάρη στην παρατήρηση και στην ανάδειξη των λεπτομερειών.

Σε μια Ελλάδα όποιος ασχολείται με το σινεμά καταλήγει να κάνει τριών λογιών ταινίες. Συνήθως διαλέγει να διηγηθεί συνήθως ψυχογραφίες με πρωταγωνιστή τον εαυτό του, πιστεύοντας αυτάρεσκα πως είναι σπουδαίες. Οποιος δεν ασχολείται με τον εαυτό του ψάχνει ιστορίες παράξενων ηρώων που κινούνται εκτός της ελληνικής μας πραγματικότητας – κάνει ταινίες που μοιάζουν με ισπανικές, γαλλικές ή απλά ταινίες που μοιάζουν με του Λάνθιμου – κάπως έτσι έρχεται ο Σμαραγδής κάνει ιστορίες με καρικατούρες ιστορικών προσώπων και κόβει χιλιάδες εισιτήρια. Ο Οικονομίδης δεν έχει καμία σχέση με αυτές τις κυρίαρχες τάσεις: ασχολείται με το σήμερα σκάβοντας στην ελληνική μας πραγματικότητα για να αναδείξει εικόνες της που ψιλοφοβόμαστε. Για παράδειγμα για να τεμαχίσει ανελέητα την Αγία Ελληνική Οικογένεια – το κάνει διαβολικά σωστά από τον καιρό του «Σπιρτόκουτου». Και το κάνει και με τη «Σπασμένη Φλέβα» οι ήρωες της οποίας ζουν αναμεσά μας. Οι πρωταγωνιστές του είναι θλιβεροί πατεράδες, γιοί που είναι τσογλάνια, κόρες συνηθισμένες και μάνες όχι πολύ διαφορετικές από τις δικές μας, ακόμα κι αν είναι μάνες που τοποθετούνται στο κέντρο ενός σύμπαντος, που μπορεί να γίνει και εγκληματικό. Υπάρχουν γυναίκες που έχουν σηκώσει το μπαϊράκι της χειραφέτησης, αλλά χωρίς σε αυτό να υπάρχει τίποτα το ηρωϊκό. Κυρίως υπάρχουν κανονικοί νεοέλληνες, που είναι, αθυρόστομοι και κακότροποι, αλλά αληθινοί.
Διαβάστε επίσης
Ο Οικονομίδης είναι ένας νεοερεαλιστής του νέου μιλένιουμ. Ο νεορεαλισμός των δεκαετιών του ΄40 ή του ‘50 ίσα ίσα ακούμπησε το ελληνικό σινεμά. Οι Ελληνες σκηνοθέτες που τον ασπάστηκαν, εμπνεύστηκαν μόνο από τη φωτογραφία, τη διαχείριση των ηρώων, τους χώρους. Ετσι βρεθήκαμε να έχουμε πολλές ταινίες με νεορεαλιστική σκληρότητα ( από το «Δράκο» μέχρι την «Αναπαράσταση» κι από τα «Κόκκινα Φανάρια» ή τη «Στέλα» μέχρι τη «Μαγική πόλη») χωρίς ωστόσο σε αυτές να ακούμε τους πρωταγωνιστές να μιλάνε όπως στην κανονική ζωή: οι Ελληνες σκηνοθέτες αγάπησαν τον «Κλέφτη των Ποδηλάτων» του Ντε Σίκα όχι όμως και το «Il bandito» του Αλμπέρτο Λατουάντα. Ο Οικονομίδης αγαπά την πραγματικότητα: οι αθυρόστομοι ήρωές του δεν είναι καρικατούρες, είναι ζωντανοί και για αυτό απολαυστικοί. Και είναι αυτοί κυρίως που κάνουν κάθε ταινία του μια λαχταριστή ταινία: εγω δεν ξετρελάθηκα ομολογώ με την «Σπασμένη Φλέβα» αλλά την βρήκα μια βαθύτατα ελληνική κι απόλυτα σύγχρονη ταινία που με κάνει να περιμένω ακόρεστα την επόμενη.

Το ελληνικό μας σινεμά όμως δεν θέλει να περιμένουμε τις ταινίες του. Θέλει να τις ανακαλύπτουμε, να τις ψάχνουμε, να μην τις βλέπουμε – δεν τρέχει και τίποτα. Οπότε ποιος και γιατί να βραβεύσει τον Οικονομίδη;