Ο Μουρίνιο, o μεγάλος νάρκισσος

Ο Μουρίνιο, o μεγάλος νάρκισσος

Το κακό στην περίπτωση (και) του Μουρίνιο είναι ότι το προσωπείο στο τέλος καλύπτει το πρόσωπο.

Ξυρίστηκε και ήρθε με την Ρεάλ Μαδρίτης στην Αθήνα για να την δει όπως είπε να κερδίζει – «σε μια χώρα που κανένα παιγνίδι δεν είναι ποτέ εύκολο». Ο Ζοζέ Μουρίνιο πρωτοήρθε στην Ελλάδα πριν πολλά χρόνια: το 2002 όταν με την Πόρτο αγωνίστηκε κόντρα στον ΠΑΟ στον του Europa League. Είχε χάσει από τους Πράσινους το πρώτο ματς. Γύρισε το πράγμα στην ρεβάνς και πήρε την πρόκριση. Σε μια από τις αυτοβιογραφίες του κάνει ειδική μνεία σε αυτό το παιγνίδι. Είπε ότι μετά την ήττα στην Πορτογαλία είχε πει πως για τον ΠΑΟ θα είναι αδύνατον να μην προκριθεί. «Το έκανα» γράφει «για να τους αγχώσω και τα κατάφερα». Πρόκειται για υπερβολή: η Πόρτο εκείνη που κατέκτησε τότε το τρόπαιο και μια χρονιά αργότερα και το Τσάμπιονς λιγκ ήταν απλά καλύτερη ομάδα. Αλλά ο Μουρίνιο ξέρει την Τέχνη να πιστώνεται τα πάντα. Και ξέρει βέβαια και τέχνες άλλες πολλές.

Στο NetFlix υπάρχουν δυο ντοκιμαντέρ για αυτόν. Το διασημότερο είναι αυτό με το όνομά του που βγήκε πριν λίγες μέρες: αν κρίνω από τις λίστες επιτυχιών της πλατφόρμας το είδαν πολλοί και στην Ελλάδα, καθώς ήταν σταθερά στην πρώτη δεκάδα των σειρών που παρακολουθούσαν οι συνδρομητές για ένα μήνα. Το καλύτερο όμως ήταν το πρώτο που κυκλοφόρησε με αυτόν πρωταγωνιστή. Κυκλοφόρησε το 2021 λίγες μέρες πριν ο Μουρίνιο φύγει από την Τότεναμ. Ηταν ένα επεισόδιο στην σειρά ντοκιμαντέρ «Τhe Playbook». Κάθε επεισόδιο της σειράς είναι αφιερωμένο σε ένα προπονητή, όχι πάντα προπονητή ποδοσφαίρου.

Ο Μουρίνιο τότε ήταν λίγο διαφορετικός από σήμερα. Σκεφτόταν φωναχτά, δεν έβαζε φρένο στα λόγια του, διεκδικούσε τον τίτλο του «μεγάλου αντιπαθητικού» – έμοιαζε να επιδιώκει να γίνεται κόκκινο πανί για όλους: για τους αποκαλούμενος από τον ίδιο «εχθρούς» της εκάστοτε ομάδας του, αλλά και για τους σχολιαστές και τους δημοσιογράφους. Όταν πήγε πρώτη φορά στην Τσέλσι ένας δημοσιογράφος του έκανε μια ερώτηση που δεν του άρεσε κι ο Μουρίνιο είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι θα φύγει από την Αγγλία αν πρέπει κάθε μέρα να απαντά σε ανόητες ερωτήσεις. Τα βρετανικά ταμπλόιντ έκαναν την απάντηση του βασικό θέμα κι ο ίδιος ενθουσιάστηκε. Εκτοτε έκανε πάντα ότι μπορούσε για να τους δίνει τέτοιου είδους πρωτοσέλιδα: προτιμά, όπως λέει και στο «Τhe Playbook» «όλοι να ασχολούνται μαζί του παρά με τους παίκτες της ομάδας». Αφήνει να εννοηθεί ότι το κάνει για να προστατέψει τα «παιδιά του». Σίγουρα όμως απολαμβάνει αυτού του είδους την δημοσιότητα: το καταλαβαίνεις και από αυτά που ακούς να λέει στο εφετινό και τελευταίο ντοκιμαντέρ που ασχολείται με την περίπτωσή του. Αλλά σε αυτό το δεύτερο, ο Μου προσπαθεί πλέον να μοιάζει σοφός άνθρωπος. Κάποιος που ξέρει πολλά γιατί τα έχει δει όλα. Ενώ στο «The Playbook» ήταν ένας υπέροχος νάρκισσος.

Στον αθλητισμό πολύ συχνά συμβαίνει η δημόσια εικόνα ενός αθλητή ή ενός προπονητή ή ενός παράγοντα να μην έχει καμία σχέση με τον πραγματικό του χαρακτήρα. Με τους προπονητές ειδικά αυτό συμβαίνει πολύ συχνά. Ο Γιάννης Ιωαννίδης ήταν εντός του γηπέδου ένας ατίθασος χαρακτήρας, έτοιμος για το δίκιο του να τσακωθεί με όλους. Εκτός γηπέδων ήταν ένας υπέροχος συζητητής, ένας συλλέκτης έργων Τέχνης, ένας άνθρωπος με ενδιαφέρονται που δεν περιορίζονταν μόνο στο μπάσκετ. Ο Ότο Ρεχάγκελ ήθελε να τον θυμόμαστε ως ένα αυστηρό και σκληρό κριτή – στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα πιο πολύ από ένας αυστηρός πατερούλης, δεμένος με τα παιδιά του – καμία σχέση με εμμονές. Η υπερέκθεση πολλών τους οδηγεί στο να κρύβονται πίσω από προσωπεία παίζοντας κρυφτούλι με την αλήθεια. Το κακό στην περίπτωση (και) του Μουρίνιο είναι ότι το προσωπείο στο τέλος καλύπτει το πρόσωπο. Δεν έχουμε ούτε τον τρόπο, ούτε το χρόνο να κάνουμε ψυχανάλυση στους ανθρώπους: τους κρίνουμε για αυτό που βλέπουμε. Και κάπως έτσι εξηγείται και το πως αυτός που έχει κερδίσει τίτλους σχεδόν με όλες τις ομάδες που δούλεψε, έχει και ένα σωρό απολύσεις. Το κακό για τον κάποτε «Special One» είναι ότι και οι εργοδότες του αρνούνται πλέον να παίξουν στα διάσημα mind game του, στα οποία είναι πρωταγωνιστής. Αν δεν τους κάνει τη δουλειά η αντιπάθεια που προκαλεί γίνεται αφόρητη. Και το διαζύγιο βγαίνει σε χρόνο ρεκόρ.

Σήμερα που ο Μου βρίσκεται στην Ελλάδα σκεφτόμουν κάτι που έχω γράψει πριν πολλά πολλά χρόνια: γύρω στο 2010. Είχα γράψει ότι ο μεγάλος Ζοζέ είναι ιδανικός για να ρθει στην Ελλάδα. Δεν θα συμβεί ποτέ γιατί κανείς δεν μπορεί να καλύψει το τεράστιο κασέ του, όμως χωρίς να το ξέρει η χώρα μας είναι ο προορισμός του. Ο Μουρίνιο ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων, που είναι άτυχοι που δεν δούλεψαν ποτέ εδώ. Δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι Ελληνας αλλά πιστεύω πως αν ως προπονητής είχε δουλέψει εδώ και είχε μείνει εδώ και κάποια χρόνια (σαν τον Γκμοχ, τον Μπάγεβιτς ή έστω τον Λουτσέσκου που όποτε φεύγει θέλει να ξαναγυρίσει) θα είχε γίνει λαϊκό είδωλο. Όχι με όσα θα έκανε, αλλά με όσα θα έλεγε.

Η λογική του («μετράει μόνο το αποτέλεσμα«) είναι απόλυτα συνεπής με τη λογική των περισσότερων στην Ελλάδα. Η στρατηγική του («ψάχνω τι να κάνω για να μην αφήσω τον αντίπαλο να παίξει») θα ενθουσίαζε τους δημοσιογράφους. Η άνεσή του στο φακό θα τον έκανε απαραίτητο στα κανάλια. Η ευκολία με την οποία τοποθετείται για οτιδήποτε θα τον έκανε περιζήτητο. Κυρίως θα τον έκανε είδωλο η γενικότερη απλοϊκότητα με την οποία πάντα αντιμετωπίζει τα πράγματα: θα ήταν κατανοητός από όλους – και από όσους ξέρουν και από όσους δεν ξέρουν ποδόσφαιρο. Βλέποντας το «The Playbook» σκεφτόμουν να τον ψάξω για να του προτείνω να ‘ρθει εδώ για ψυχοθεραπεία. Κι αν καμία ομάδα δεν μπορεί να καλύψει το κασέ του, δεν πειράζει: μπορεί άνετα να αγοράσει μια και μετά από λίγο καιρό να απολύσει τον εαυτό του…

Σχετικά άρθρα