Ντιέγκο Μαραντόνα: Κι όμως παραμένει άγνωστος…
Σήμερα 30 Οκτωβρίου, ο Ντιέγκο Μαραντόνα θα γινόταν 66 χρονών.
Περιεχόμενα
Στις 30 Οκτωβρίου, αν ο Ντιέγκο Μαραντόνα ζούσε θα γινόταν 66 χρονών. Σκεφτόμουν ότι από την στιγμή που ο Ντιέγκο έφυγε από την ζωή θα πλημμυρίζαμε από αφιερώματα για αυτόν καθώς ο θάνατός του θα έκανε ακόμα και όσους δεν άντεχαν τις περιπέτειές του να τον δουν πλέον αλλιώς – σίγουρα με λίγη περισσότερη ανοχή αν όχι και με κατανόηση. Κι όμως σε όλο αυτό το διάστημα δεν έγινε τίποτα. Η σχεδόν τίποτα.
Τέσσερα, τα δυο διάσημα
Για τον Μαραντόνα υπάρχουν τέσσερα τουλάχιστον ντοκιμαντέρ. Τα δύο είναι ελάχιστα γνωστά και τα δυο διάσημα – τα ξαναείδα πρόσφατα. Το ένα, το πρώτο που έγινε όταν έφυγε από την Ιταλία το 1991, το έκανε ο Ιταλός δημοσιογράφος και φίλος του Τζιάνι Μινά: βασίζεται σε μια μεγάλη του συνέντευξη στην οποία μιλάει κυρίως για την καριέρα του και την κοσμοθεωρία του. Είναι κάτι σαν αχνό πορτρέτο. Το δεύτερο είναι η ιστορία του περάσματός του από το Μεξικό ως προπονητής: είναι αστείο και γκροτέσκο αλλά και απολύτως αποσπαματικό. Τα άλλα δυο είναι διάσημα. Το ένα το γύρισε ο Εμίλ Κουστουρίτσα και το άλλο ο μετρ των ντοκιμαντέρ Ασίφ Καπάντια.
Αυτό του Κουστουρίτσα είναι κάτι σαν αποτέλεσμα στρατευμένης Τέχνης. Η μοναξιά του Μαραντόνα έτσι όπως αναδεικνύεται είναι ηρωική, είναι το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει για την επιτυχία του. Στο ντοκιμαντέρ του Κουστουρίτσα βλέπουμε την ιστορία ενός Σούπερμαν που ανακαλύπτει από πολύ μικρός ότι έχει υπερδυνάμεις και πείθει τους πιστούς ότι ότι δεν είναι από αυτόν τον κόσμο. Ο Κουστουρίτσα προσπαθεί να μας κάνει να δούμε τα πράγματα με τον τρόπο του Μαραντόνα. Όταν μιλάει μέσω των πλάνων του (και όχι μόνο…) για τον Μαραντόνα είναι σαν να προσπαθεί να σε πείσει ότι αυτός που θεωρούνταν διάβολος – ένας διάβολος υπεύθυνος από την αρχή μέχρι το τέλος για το πλήθος των προβλημάτων του – ήταν εντέλει ένας Θεός. Το πρόβλημα της ταινίας είναι ότι κανείς δεν έχει αντίρρηση.
Για τον Καπάντια αντιθέτως η ζωή του Μαραντόνα στη Νάπολι, όπου όλα διαδραματίζονται, είναι μια καταδίκη. Για να μας δώσει το δικό του «Ντιέγκο Μαραντόνα» ο Καπάντια ξεκίνησε από το ανέκδοτο υλικό δύο εικονοληπτών και φίλων του Μαραντόνα, του Χουάν Λαμπούρου και του Τζίνο Μαρτούτσι, οι οποίοι τον είχαν ακολουθήσει στη Νάπολη τα χρόνια που εξιστορούνται και είχαν καταγράψει αρχικά ορισμένους αγώνες από την άκρη του γηπέδου, με την κάμερα στο ύψος του ματιού. Αλλά δεν σταμάτησαν σε αυτό: συνέχισαν να τον ακολουθούν παντού σαν να είναι πρωταγωνιστής σε reality show. Ο Καπάντια βρήκε ένα κομματιασμένο παζλ 500 (!) ωρών ανέκδοτου υλικού, χρειάστηκε μια ολόκληρη ομάδα 25 ανθρώπων για να το αξιολογήσει και χρειάστηκε να εξασφαλίσει και άδειες από πολλούς που εμφανίζονται (μεταξύ των οποίων και μια δύσκολη από την οικογένεια του Μαραντόνα). Πολλές από τις εικόνες, κυρίως τις εξωγηπεδικές είναι απολαυστικές, αλλά ο Καπάντια είχε μια ιστορία στο μυαλό του να διηγηθεί με τον δικό του τρόπο η οποία δεν ήταν ακριβώς η ιστορία του Ντιέγκο αλλά η ιστορία μιας πόλης που ο ίδιος κατάκτησε κι αυτή κατά κάποιο τρόπο τον κατέστρεψε. Όλο αυτό που περιγράφεται είναι κάτι σαν έρωτας με κακό τέλος. Φταίει και ότι όλοι όσοι μιλούν, μιλούν αργά και χαμηλόφωνα, σαν να έχουν μόλις ξυπνήσει και να διηγούνται ένα όνειρο που φοβούνται μήπως ξεχάσουν.
Τα μικρά και τα μεγάλα παιδιά
Με απλά λόγια, τα δύο διασημότερα ντοκιμαντέρ για τον Ντιέγκο δεν κατορθώνουν αυτό για το οποίο γυρίστηκαν. Αυτό του Κουστουρίτσα κάπως απομονώνει τον Ντιέγκο, τον κλείνει σε μια γυάλινη σφαίρα με χιόνι από αυτές που τα παιδάκια αγαπάνε να κουνάνε και εντυπωσιάζονται με το εφέ, αλλά μόνο όταν είναι μικρά. Τα μεγάλα παιδιά βλέπουν απλά τον σκηνοθέτη να παιδεύεται να μετατρέψει τον Ντιέγκο σαν κάποιο πρωταγωνιστή ταινίας του (της απλούστερης δυνατής ταινίας του) – ένα είδος ήρωα του «Άσπρος γάτος Μαύρος γάτος», που ξεχωρίζει όμως γιατί κουβαλάει την λάμψη της επιτυχίας: σόρι αλλά ήταν κάτι πιο σύνθετο.
Και το ντοκιμαντέρ του Καπάντια παίρνει τον Μαραντόνα από το μάτια μας, του αφαιρεί την λάμψη και μας τον επιστρέφει ως μιας αμφιλεγόμενη φιγούρα. Θέλει να μας συμφιλιώσει με τον άνθρωπο γιατί αυτό θα θελε αυτός– όπως λέει και ο γυμναστής του Φερνάντο Σινιορίνι. Αλλά είναι σαν να λυπάται για αυτόν. Ακόμα και πριν από την πτώση του υπήρχε πάντα από τη μία πλευρά ο Ντιέγκο και από την άλλη ο Μαραντόνα και στη μέση η Νάπολι. Η πολυπλοκότητα του δεσμού του, θολώνει τελικά τη υπόστασή του. Ο Καπάντια χωρίς να τον δικαιολογεί, νομίζεις ότι προσπαθεί να μας κάνει να τον συγχωρέσουμε. Ενώ εμείς τον είχαμε απλά ανάγκη.
Τι ακριβώς θέλουμε
Συγκρίνοντας τα δυο ντοκιμαντέρ αναρωτιόμουν τι θέλουμε από τους αθλητές, τι θέλουμε δηλαδή αυτοί να είναι για εμάς: Θεοί ή άνθρωποι με σάρκα και οστά που ζουν ζωές πέρα από τα συνηθισμένα; Είναι μια ερώτηση που γίνεται εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια. Στο ντοκιμαντέρ του ο Κουστουρίτσα μοιάζει να προβληματίζεται για αυτό ο ίδιο κι έστω και λίγο αμήχανα μας προσφέρει μια εναλλακτική απάντηση: λέει πως αντί να θεωρούμε τους αθλητές υψηλού επιπέδου ως υπερπροικισμένους ανθρώπους, που τα καταφέρνουν ενάντια σε όλα και σε όλους, είναι καλύτερα να πιστεύουμε πως απλά αυτό ήταν το πεπρωμένο τους – η μοίρα τους είναι ο σκηνοθέτης της ζωής τους.
Στο δικό του ντοκιμαντέρ ο Καπάντια μιλάει για την μεταμόρφωση ενός παιδιού σε κάτι που ξεφεύγει από τα πλαίσια της μοίρας γιατί βρίσκεται σε μια πόλη που ψάχνει τον Θεό της. Το καταλαβαίνει κανείς αρκεί να δει την πρώτη σκηνή, στην οποία ο Ντιέγκο μόλις έχει φτάσει στη Νάπολι και κοιτάζει γύρω του έκπληκτος τους οπαδούς να τραγουδούν το όνομά του: είναι η συνέντευξη Τύπου της παρουσίασής του αλλά δεν ανήκει στους δημοσιογράφος – ο τότε πρόεδρος της Νάπολι Φερλαΐνο τα βάζει με έναν ξένο δημοσιογράφο που τολμά να ρωτήσει τον παίκτη για την καμόρα.
Ο Ντιέγκο λέει ότι στη Νάπολη αναζητά την «εσωτερική ειρήνη» που δεν είχε στη Βαρκελώνη, και φαίνεται μάλιστα ντροπαλός. Μετά όμως, οι άνθρωποι που τον περιβάλλουν αρχίζουν να τον πνίγουν (ορισμένες εικόνες του Μαραντόνα να περπατά ανάμεσα στο πλήθος, φορώντας γούνα, μοιάζουν να έχουν βγει από βίντεο κλιπ της εποχής), εκείνος αρχίζει να υπερβάλλει με την κοκαΐνη και η σκέψη να φύγει από εκεί τον κυριεύει. Ο Φερλαΐνο διηγείται πως τον αναγκάζει να μείνει στη Νάπολη και καμαρώνει λέγοντας πως ήταν «ο δεσμοφύλακας του Μαραντόνα». Κι εσύ αναρωτιέσαι τι Θεός ήταν ο Ντιέγκο αν δεν μπορούσε να δραπετεύει από ένα ανθρωπάκι σαν αυτό.
Θεός κι αν είμαι…
Στην συνέντευξη του το ’91 στο ντοκιμαντέρ του Τζιάνι Μινά, το λιγότερο γνωστό ο Μαραντόνα έλεγε: «Η πραγματικότητα είναι ότι δεν αντέχω πια να είμαι σύμβολο, να αντιπροσωπεύω κάτι, να αντέχω όλο το στρες που προκαλεί αυτή η μηχανή, αυτό το ποδόσφαιρο. Εξομολογούμαι την ανικανότητά μου, την ευθραυστότητά μου, παρόλο που η έπαρσή μου, η περηφάνια μου με έκαναν να φαίνομαι διαφορετικός. Μου αρέσει να με βλέπουν σαν Θεό, αλλά το ξέρω ότι δεν είμαι».
Θα γινόταν 66 χρονών. Ώρα είναι, τώρα που έφυγε, να ασχοληθούν μαζί του για να τον γνωρίσουμε…