Οι σκληρά εργαζόμενοι
© ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Οι σκληρά εργαζόμενοι

Ονειρεύομαι ένα σχολείο που τις μισές ώρες που τα παιδιά θα είναι σε αυτό θα τους επιτρέπει να διασκεδάζουν.

Την προηγούμενη εβδομάδα στα «Νέα Σαββατοκύριακο» ο Χρήστος Χωμενίδης έγραψε ότι οι σημερινοί μαθητές είναι οι πιο σκληρά εργαζόμενοι Έλληνες. «Τους τρέχουν από νήπια σχεδόν σε ξένες γλώσσες, μπαλέτα, αθλήματα. Οι απαιτήσεις ολοένα μεγαλώνουν. Στο λύκειο πλέον γιγαντώνονται, εις βάρος της διασκέδασης, του ελεύθερου χρόνου, του ύπνου τους ακόμα-ακόμα. Οι απαιτήσεις τίνος; Της πολιτείας, η οποία υποχρεούται από το σύνταγμα να παρέχει καλή παιδεία και αποτυγχάνει εκκωφαντικά; Η ύπαρξη και μόνο τόσων φροντιστηρίων το αποδεικνύει. Των γονιών που αντιμετωπίζουν τους καρπούς τους σαν επενδύσεις που οφείλουν να καρποφορήσουν, προβάλλουν επάνω τους δικές τους ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες; Έχετε ακούσει κάτι νοσηρότερο από τον πρώτο πληθυντικό πολλών μαμάδων; «Στη βιολογία σκίσαμε, στην έκθεση μας αδίκησε ο καθηγητής»; «Μη ρουφάς τη ζωή του παιδιού σου!» μου έρχεται να της πω. «Βρες εν ανάγκη έναν εραστή…» γράφει χαρακτηριστικά. To έγραψε πριν συμβεί η τραγική αυτοκτονία των δυο κοριτσιών στην Ηλιούπολη. Κι έχει δίκιο. Όντως οι μαθητές είναι σκληρά εργαζόμενοι. Αλλά το ακόμα χειρότερο είναι ότι δεν έχουν καν ωράριο. Η δουλειά τους δεν έχει ούτε καν διάλειμμα. Γιατί από ένα σημείο κι έπειτα η επιτυχία στις Πανελλήνιες, δηλαδή ο βασικός λόγος για τον οποίο γίνεται η δουλειά, τους καρφώνεται στο μυαλό και δεν τους εγκαταλείπει στιγμή. Τους το τρυπάει.

Για να καταλάβει κανείς πόσο σκληρή είναι η δουλειά του σημερινού μαθητή ας σκεφτεί την δική του και ας σκεφτεί ότι την κάνει χωρίς να σταματάει ποτέ. Ότι δεν φεύγει ποτέ από το γραφείο. Ότι κοιμάται στο μαγαζί του που δουλεύει 24 ώρες τη μέρα. Ότι οδηγεί το ταξί του χωρίς καν να πέφτει για ύπνο. Ότι δεν έχει σχεδόν καθόλου κοινωνική ζωή γιατί η βάρδια του δεν σταματάει. Κι ότι όχι μόνο δουλεύει συνεχώς αλλά και στο μυαλό του έχει μόνο ένα πράγμα: το στόχο. Ακόμα κι όταν μιλάει με φίλους του (κρυφά μάλλον…) δεν κάνει άλλο από το συζητάει για αυτό. Γιατί βαθιά μέσα του έχει ριζώσει η αντίληψη πως αν τον στόχο δεν τον πιάσει, όχι απλά θα απογοητεύσει όσους καμαρώνουν για τις ικανότητές του, αλλά πολύ περισσότερο θα κουβαλάει αυτή την αποτυχία για πάντα σαν προσωπικό δράμα. Ότι θα πετάγεται για πάντα ακόμα κι από τον ύπνο του και δεν θα μπορεί να κλείσει μάτι.

Το πρόβλημα δεν είναι το σύστημα των Πανελληνίων – κάποιο θα υπήρχε. Δεν είναι καν η ίδια η σκληρότητα των σχολείων – ιδιωτικών και δημόσιων. Είναι ότι δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να πείσουμε τα παιδιά ότι καμία δουλειά, ακόμα κι αυτή του μαθητή, δεν μπορεί να είναι συνώνυμο της ζωής της ίδιας. «Να πείσουμε τα παιδιά» είπα: συγνώμη λάθος. Τους γονείς πρέπει να πείσουμε πρώτα. Και μετά τους καθηγητές και τους ανθρώπους που έχουν την ευθύνη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: αν αυτοί δεν αλλάξουν μυαλά το γράμμα που έγραψε η μικρή από την Ηλιούπολη πριν βουτήξει στο κενό θα το έχουν στο μυαλό τους πολλά παιδιά ακόμα.

Θα σας πω τι ονειρεύομαι. Ονειρεύομαι ένα σχολείο που τις μισές ώρες που τα παιδιά θα είναι σε αυτό θα τους επιτρέπει να διασκεδάζουν. Που θα τα κάνει να χαλαρώνουν. Που θα έχει δασκάλους που θα μαθαίνουν στα παιδιά πόσο ωραίο είναι το αραλίκι, το παιγνίδι, το ξόδεμα του χρόνου για τον εαυτό τους. Που θα τα βοηθάει να καταλάβουν ότι καλή είναι η δουλειά, αλλά η ζωή είναι κάτι άλλο. Ωραιότερο.

Σχετικά άρθρα