Μπορεί ο νόμος να μπαίνει στο παιδικό δωμάτιο;
Όταν οι τροπολογίες για τη συνεπιμέλεια περνούν τη Βουλή, δεν μένουν στα χαρτιά. Περνούν στο παιδικό δωμάτιο, στις σχολικές τσάντες, στα Σαββατοκύριακα που μοιράζονται. Και τότε το ερώτημα δεν είναι πολιτικό, αλλά βαθιά ανθρώπινο
Υπάρχουν νόμοι που αλλάζουν θεσμούς και υπάρχουν νόμοι που αλλάζουν παιδικές ζωές.
Η τροπολογία της Όλγα Κεφαλογιάννη για τη συνεπιμέλεια δεν είναι απλώς μια νομική ρύθμιση που προκάλεσε πολιτικό θόρυβο. Είναι μια παρέμβαση που φτάνει μέχρι το πιο ευαίσθητο σημείο μιας οικογένειας: το πού, πώς και με ποια αίσθηση ασφάλειας μεγαλώνει ένα παιδί μετά το διαζύγιο.
Η δημόσια συζήτηση εστίασε στη διαδικασία, στο timing, στα πολιτικά συμφραζόμενα.Όμως το πραγματικό διακύβευμα βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στις καθημερινές μετακινήσεις ενός παιδιού, στη σταθερότητα που χάνεται ή διατηρείται, στην ανάγκη του να νιώθει ότι έχει ένα σπίτι — όχι δύο ίσα σε χρόνο, αλλά ένα σίγουρο σε αίσθηση.
Ως διαζευγμένη γονέας δύο έφηβων παιδιών, το ερώτημα δεν είναι αν η τροπολογία είναι θεμιτή ή αμφιλεγόμενη. Είναι αν ο νόμος μπορεί —και πρέπει— να ρυθμίζει με ταχύτητα κάτι που η παιδική ψυχή αντέχει μόνο με προσοχή.
Δεν διάβασα την τροπολογία για τη συνεπιμέλεια σαν πολιτικό ρεπορτάζ.
Τη διάβασα σαν γονέας. Σαν διαζευγμένη μητέρα. Σαν άνθρωπος που ξέρει ότι οι νόμοι για την οικογένεια δεν μένουν ποτέ στο χαρτί — κατεβαίνουν χαμηλά, μέχρι το ύψος ενός παιδιού.
Η τροπολογία της Όλγα Κεφαλογιάννη προκάλεσε θόρυβο, αντιδράσεις, καχυποψία. Άλλοι μίλησαν για φωτογραφική διάταξη, άλλοι για αναγκαία διόρθωση ενός δυσκίνητου συστήματος δικαιοσύνης. Η πολιτική αντιπαράθεση ήταν αναμενόμενη. Εκείνο που δεν ήταν αυτονόητο —και ακόμα δεν είναι— ρείναι αν στη συζήτηση αυτή ακούστηκε αρκετά η φωνή των παιδιών.
Γιατί η συνεπιμέλεια δεν είναι θεωρία, αλλά καθημερινότητα.
Στα χαρτιά, η τροπολογία δίνει κάτι που μοιάζει λογικό: τη δυνατότητα ταχύτερης επανεξέτασης μιας απόφασης συνεπιμέλειας, χωρίς να χρειάζεται να περιμένει κανείς το Εφετείο. Σε ένα σύστημα όπου η Δικαιοσύνη μπορεί να καθυστερεί μήνες ή και χρόνια, αυτό ακούγεται σαν ανακούφιση. Κανείς δεν θέλει τα παιδιά να ζουν σε ένα παρατεταμένο «μετέωρο» καθεστώς.
Όμως η οικογενειακή ζωή δεν είναι μόνο χρόνος, είναι και σταθερότητα.
Κάθε φορά που μιλάμε για συνεπιμέλεια, μιλάμε για παιδιά που αλλάζουν σπίτι. Που έχουν δύο δωμάτια, δύο προγράμματα, δύο καθημερινότητες. Μιλάμε για σακίδια που πηγαινοέρχονται, για ρούχα που ξεχνιούνται, για τετράδια που μένουν στο «άλλο» σπίτι. Μιλάμε για μια ζωή που απαιτεί από ένα παιδί περισσότερη προσαρμοστικότητα απ’ όση πολλές φορές αντέχει.
Η συνεπιμέλεια μπορεί να λειτουργήσε κι αυτό το ξέρουμε.
Λειτουργεί όμως υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Λειτουργεί όταν οι γονείς έχουν ουσιαστική συνεννόηση. Όταν μπορούν να μιλήσουν χωρίς να τραυματίζουν. Όταν έχουν συμφωνήσει —όχι νομικά, αλλά συναισθηματικά— ότι το παιδί δεν είναι πεδίο μάχης. Όταν υπάρχει εμπιστοσύνη, κοινή γραμμή, σεβασμός.
Όταν αυτά δεν υπάρχουν, καμία νομοθετική ρύθμιση δεν τα δημιουργεί από μόνη της.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει ο προβληματισμός.
Γιατί κάθε επιπλέον νομικό «εργαλείο» μπορεί να λειτουργήσει με δύο τρόπους: είτε ως δίχτυ προστασίας είτε ως όπλο. Σε οικογένειες που ήδη βρίσκονται σε ένταση, η δυνατότητα συχνότερης δικαστικής επανεξέτασης μπορεί να σημαίνει περισσότερες προσφυγές, περισσότερη αντιπαράθεση, περισσότερη αβεβαιότητα. Όχι για τους γονείς — για τα παιδιά.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την τροπολογία επικεντρώθηκε κυρίως στο πολιτικό της πλαίσιο: στο timing, στη διαδικασία, στο αν έπρεπε να περάσει ως τροπολογία και όχι ως ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση οικογενειακού δικαίου. Όλα αυτά είναι σοβαρά και πρέπει να συζητηθούν, αλλά δεν αρκούν.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν μια διάταξη είναι τυπικά σωστή.
Είναι αν είναι ανθρώπινα βιώσιμη.
Ως διαζευγμένη γονέας, μαθαίνεις κάτι γρήγορα: τα παιδιά χρειάζονται ρυθμό. Χρειάζονται προβλεψιμότητα. Χρειάζονται να ξέρουν πού θα είναι, ποιος θα τα πάρει, πού ανήκουν. Η έννοια του «σπιτιού» δεν είναι αφηρημένη. Είναι δίχως αμφιβολία θεμέλιο ασφάλειας.
Και αυτό που έχω καταλάβει για τα καλά όλα αυτά τα χρόνια είναι ότι τα παιδιά δεν προσαρμόζονται πάντα «εύκολα». Προσαρμόζονται γιατί δεν έχουν επιλογή.
Δεν είναι όλα τα παιδιά ίδια, ούτε οι ηλικίες τους. Άλλο ένα παιδί προσχολικής ηλικίας, άλλο ένα παιδί στο δημοτικό, άλλο ένας έφηβος.
Η ψυχολογική τους ανθεκτικότητα δεν μετριέται σε ίσες μέρες διαμονής, ούτε σε μαθηματική ισότητα χρόνου. Ούτε οι γονείς είναι ίδιοι. Ούτε έχουν την ίδια διάθεση να δώσουν «χώρο» και «χρόνο» στο παιδί τους. Διότι μπορεί να είναι στο ίδιο σπίτι αλλά να απουσιάζουν. Να μην έχουν ιδέα για το τι γίνεται με τις ζωές των παιδιών τους. Απλώς να τα έχουν εκεί… διακοσμητικά…
Να μην έχουν ασχοληθεί ποτέ να διαβάσουν μαζί τους, να παίξουν μαζί τους, να συζητήσουν για κάτι που τα απασχολεί. Και μέσα από την προσωπική μου εμπειρία, μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα ότι αυτή η δύσκολη αλλά συγχρόνως μαγική διαδικασία του διαβάσματος, φέρνει πιο κοντά τον γονέα με το παιδί. Είναι ο χρόνος που όπως έλεγε ο μικρός πρίγκιπας του Αντουάν Ντε Σαιν Εξυπερύ που αφιερώνεις για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει ξεχωριστό και πιο όμορφο. Είναι η διαδικασία του «ημερώματος». Του δεσμού ανάμεσα στο παιδί και τον γονιό. Άλλωστε τα χρόνια κυλάνε σαν νερό και στην τελική αυτά θα θυμούνται τα παιδιά. Τον χρόνο, τον ουσιαστικό χρόνο που τους αφιερώσαμε. Όχι την «παρουσία» – τα πήρα εγώ αυτές τις μέρες για Πάσχα ή Χριστούγεννα ή ΠΣΚ κι έβγαλα την υποχρέωση. Εγώ αναφέρομαι στον δεσμό που δημιουργείται μέσα από αυτόν τον χρόνο- όσος κι αν είναι αυτός.
Γι’ αυτό, λοιπόν, και η ισότητα δεν είναι πάντα δίκαιη.
Το συμφέρον του παιδιού —μια φράση που επαναλαμβάνεται συχνά— δεν μπορεί να είναι γενική αρχή χωρίς περιεχόμενο. Πρέπει να εξετάζεται εξατομικευμένα. Με γνώση, με ευαισθησία, με επιστημονική τεκμηρίωση. Όχι με πολιτικές ταχύτητες.
Η ανησυχία που γεννά η τροπολογία δεν αφορά μόνο το ποιος τη φέρνει, αλλά το πώς μπορεί να εφαρμοστεί. Αν υπάρξουν σαφή κριτήρια, αν υπάρξει πραγματικός έλεγχος, αν ακουστούν παιδοψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί, τότε μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά. Αν όμως μείνει ως ένα γενικό εργαλείο που ενεργοποιείται εύκολα, τότε κινδυνεύει να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνει.
Και εδώ υπάρχει μια αλήθεια που δύσκολα λέγεται δημόσια:ο νόμος δεν μπορεί να θεραπεύσει κακές σχέσεις.
Μπορεί να ορίσει πλαίσια. Μπορεί να θέσει όρια. Δεν μπορεί όμως να επιβάλει συνεργασία εκεί που δεν υπάρχει. Άλλωστε γι’αυτό χωρίζουν τα ζευγάρια. Διότι δεν συνεννοούνται. Πώς θα τα βρουν ντε και καλά στη συνεπιμέλεια ;
Ελάχιστα είναι αυτά που καταφέρνουν να βρουν τη χρυσή τομή κι αυτό απαιτεί σοφία και ανιδιοτελή αγάπη για τα παιδιά και από τα δύο μέρη. Κανένα εγωισμό.
Και όταν επιχειρεί να το κάνει, συχνά το βάρος πέφτει στα πιο αδύναμα μέλη της οικογένειας.
Τα παιδιά.
Η πολιτική έχει ευθύνη να νομοθετεί για το σύνολο. Αλλά έχει και υποχρέωση να σκύβει πάνω στις λεπτομέρειες. Στην οικογενειακή ζωή, η λεπτομέρεια είναι τα πάντα. Ένα παιδί που αλλάζει σπίτι κάθε λίγες μέρες δεν ζει απλώς «δύο ζωές». Ζει συχνά μια διαρκή μετάβαση.
Δεν γράφω αυτά τα λόγια για να απορρίψω τη συνεπιμέλεια. Τα γράφω για να ζητήσω προσοχή.
Προσοχή στον τρόπο. Προσοχή στον ρυθμό. Προσοχή στο ποιοι τελικά πληρώνουν το τίμημα των καλών προθέσεων. Γιατί οι νόμοι δεν κρίνονται από το αν είναι καλοπροαίρετοι, αλλά από το πώς λειτουργούν στην πράξη.
Και στην πράξη, η οικογενειακή δικαιοσύνη δεν πρέπει να μοιάζει με πεδίο διαρκούς αναμέτρησης. Πρέπει να μοιάζει με χώρο προστασίας.
Η συζήτηση για τη συγκεκριμένη τροπολογία δεν πρέπει να κλείσει γρήγορα, ούτε να εξαντληθεί σε πολιτικές αντεγκλήσεις. Χρειάζεται χρόνο, διάλογο, ακρόαση. Χρειάζεται να μπουν στο τραπέζι οι εμπειρίες των γονέων που το ζουν, όχι μόνο οι θεωρίες όσων το παρατηρούν.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα παραμένει απλό και αμείλικτο: μέχρι πού μπορεί να φτάνει ο νόμος όταν αφορά την παιδική ζωή;
Μέχρι την πόρτα του παιδικού δωματίου;
Ή μήπως λίγο πριν — εκεί όπου πρέπει να αρχίζει η ευθύνη της κοινωνίας να προστατεύει, όχι να αναστατώνει;
Στη συζήτηση για τη συνεπιμέλεια, όλοι μιλούν με βεβαιότητα. Οι πολιτικοί, οι νομικοί, οι σχολιαστές. Πολύ λιγότεροι μιλούν με αμφιβολία. Κι όμως, όταν πρόκειται για παιδιά, η αμφιβολία δεν είναι αδυναμία. Είναι ένδειξη ευθύνης.
Κανένας νόμος δεν μπορεί να προβλέψει όλες τις οικογένειες. Ούτε να χωρέσει όλες τις ζωές. Μπορεί όμως να επιλέξει αν θα κινηθεί με προσοχή ή με ταχύτητα. Αν θα αφήσει χώρο στην κρίση ή αν θα την αντικαταστήσει με γενικούς κανόνες.
Η συνεπιμέλεια δεν είναι ιδεολογία. Είναι καθημερινότητα. Και η καθημερινότητα ενός παιδιού δεν αντέχει πειραματισμούς.
Ίσως, τελικά, αυτό που χρειάζεται δεν είναι περισσότερες ρυθμίσεις, αλλά περισσότερη ακρόαση. Όχι μόνο των ειδικών, αλλά εκείνων που ζουν τις συνέπειες. Των γονέων που προσπαθούν να κρατήσουν ισορροπίες. Και —κυρίως— των παιδιών που δεν έχουν φωνή στη δημόσια συζήτηση, αλλά πληρώνουν κάθε της απόφαση.
Γιατί ο νόμος μπορεί να γράφεται στη Βουλή. Αλλά εφαρμόζεται στο σπίτι.
Και όταν φτάνει στο παιδικό δωμάτιο, οφείλει να μπαίνει σιωπηλά. Με σεβασμό. Και με την επίγνωση ότι εκεί μέσα μεγαλώνει κάτι πιο εύθραυστο από κάθε πολιτική αντιπαράθεση: η παιδική ηλικία.