Η ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων

Η ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων

Είναι χαώδης η διαφορά ανάμεσα στις νέες οικονομικές υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν εν μία νυκτί και στις υπέρμετρες προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν στα δύσκολα χρόνια της κρίσης. Από τον Δημήτρη Σκάλκο

Τις μέρες που διανύουμε η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ πασχίζει να οριστικοποιήσει τη νέα δανειακή σύμβαση με τους εταίρους της (3ο Μνημόνιο). Μία συμφωνία που απομακρύνει πρόσκαιρα την πιθανότητα ολοκληρωτικής κατάρρευσης της οικονομίας και προσφέρει πολύτιμο χρόνο ώστε, σε πρώτη φάση, να αντιστρέψουμε τη φορά της πεντάμηνης πορείας οικονομικής και πολιτικής παρακμής της χώρας απομακρύνοντας οριστικά τον κίνδυνο του Grexitκαι, στη συνέχεια, να θέσουμε τα θεμέλια για τη βιώσιμη ανασυγκρότησή της.

Ωστόσο, φοβούμαι ότι απουσιάζουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για την επιτυχή εφαρμογή του σχεδιαζόμενου προγράμματος προσαρμογής. Παρότι η κυβέρνηση απολαμβάνει μία άνετη (αν και ιδιότυπη) κοινοβουλευτική πλειοψηφία με την ανοχή της φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης καθώς και υψηλά ποσοστά αποδοχής στην κοινή γνώμη, η απόσταση που πρέπει να διανύσει για να προσαρμοστεί στη νέα πολιτική και οικονομική πραγματικότητα δεν είναι καθόλου εύκολο να καλυφθεί.

Είναι χαώδης η διαφορά ανάμεσα στις νέες οικονομικές υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν εν μία νυκτί και στις υπέρμετρες προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν στα δύσκολα χρόνια της κρίσης. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ ως αντιπολίτευση διακρίθηκε στην ανορθολογική φυγή από την πραγματικότητα. Ο εθνολαϊκισμός αποτέλεσε τη νομιμοποιητική της βάση, η έξαλλη ρητορική περιθωριοποίησε τη νηφαλιότητα, οι (αριστερο-δεξιές) ιδεοληψίες επικράτησαν του πραγματισμού. Κάθε πρωτοβουλία για τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό του αποτυχημένου εγχώριου συστήματος πολεμήθηκε λυσσαλέα, ενώ κάθε αίτημα διατήρησης και αναπαραγωγής των οικονομικών και πολιτικών παθογενειών, από τους «αγανακτισμένους» και το «κίνημα δεν πληρώνω» μέχρι τα διάφορα προκλητικά συντεχνιακά αιτήματα κρατικοδίαιτων προσοδοθηρικών ομάδων, απόλαυσαν την πρόθυμη πολιτική κάλυψη των κομμάτων της σημερινής συγκυβέρνησης.

Παραπέρα, το εσωτερικό περιβάλλον αναμφίβολα δυσχεράνει την επιχειρούμενη πολιτική προσαρμογή. Παρατεινόμενη οικονομική ύφεση, μεταρρυθμιστική «κόπωση», συνεχιζόμενη πολιτική αβεβαιότητα, διάχυτη κοινωνική ανασφάλεια, αναμενόμενα θα εντείνουν τη δυσπιστία για τη βιωσιμότητα του προγράμματος.

Ακόμη χειρότερα, μεγάλο μέρος του κοινωνικού σώματος δυσκολεύεται να κατανοήσει την αιφνίδια αλλαγή πολιτικής στάσης έπειτα από πέντε μήνες «υπερήφανης» διαπραγμάτευσης. Αντίθετα, είναι ορατός ο κίνδυνος ο συμβιβασμός να εσωτερικευθεί από το πολιτικό σώμα ως ταπεινωτική συνθηκολόγηση και εξωτερική επιβολή, κάτι που θα οδηγήσει σε ενίσχυση του εθνοκεντρισμού και ενδεχομένως σε απόρριψη της ευρωπαϊκής επιλογής. Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι απουσιάζει η αναγκαία συνθήκη κάθε επιτυχούς μεταρρυθμιστικού προγράμματος, ήτοι η ουσιαστική υποστήριξη των ζητούμενων αλλαγών, η διεκδίκηση της «ιδιοκτησίας» των μεταρρυθμίσεων, εκείνο το στοιχείο που επιτρέπει στην πολιτική ηγεσία να εμπνεύσει και να καθοδηγήσει λειτουργώντας ως «φορέας αλλαγής» (σύμφωνα με τον σχετικό όρο της διεθνούς βιβλιογραφίας). Άλλωστε ο πρωθυπουργός, κατά δήλωσή του, υπέγραψε μια συμφωνία που δεν πιστεύει, ενώ ο αμετροεπής πρώην υπουργός οικονομικών του έκανε λόγο για «αυταρχισμό» και «μισανθρωπισμό» της συμφωνίας.

Είναι λοιπόν φανερό ότι η έκταση των επιχειρούμενων αλλαγών υπερβαίνει τις πολιτικές δυνατότητες και την πραγματική θέληση της κυβέρνησης. Προϋποθέτει πολιτικά επώδυνες συγκρούσεις με κατεστημένες νοοτροπίες και οργανωμένες πρακτικές. Απαιτεί ευρύτατες κοινωνικές συναινέσεις και νέες πολιτικές ισορροπίες που ξεπερνούν τα όρια του κυβερνητικού συνασπισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι περισσότερο από ποτέ εμφανής η αδυναμία του χώρου που σχηματικά οριοθετείται ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ να συγκροτήσει μία εναλλακτική πρόταση πολιτικής που θα κινητοποιήσει ευρείες κοινωνικές δυνάμεις και θα επιτύχει αυξημένη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση και την εφαρμογή ενός λειτουργικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος. Προς τούτο, ο χώρος των σοσιαλδημοκρατικών, δημοκρατικών αριστερών και φιλελεύθερων μεταρρυθμιστικών δυνάμεων, διαχρονικά χώρος συναίνεσης και συνεννόησης, πρέπει άμεσα να προχωρήσει:

  στο συντονισμό του σε κοινοβουλευτικό επίπεδο,

  στην προγραμματική σύγκλισή του στη βάση μίας φιλόδοξης, ρεαλιστικής και ταυτόχρονα ριζοσπαστικής δέσμης μεταρρυθμιστικών προτάσεων σε τομείς που δεν καλύπτονται από την πρόσφατη συμφωνία (κύρια στη θεσμική ανασυγκρότηση του κράτους),

  στη συγκρότηση ενός πολιτικού συνασπισμού με ορίζοντα τις επερχόμενες εθνικές εκλογές.

Ο πολιτικός χρόνος είναι αμείλικτος. Είναι η στιγμή των κρίσιμων αποφάσεων.

Σχετικά άρθρα