Ο Μπένι πήρε το όπλο του

Ο Μπένι πήρε το όπλο του

Στην ταινία «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του», ένας άνθρωπος παγιδευμένος στη σιωπή, αρνείται να παραιτηθεί. Χτυπά επίμονα έναν κώδικα για να αποδείξει ότι είναι παρών. Καμιά φορά αυτό μπορεί να συμβεί και στην πολιτική..

Το έργο λίγο πολύ γνωστό: πολιτικοί που δε βρίσκονται πλέον στο κέντρο της σκηνής αλλά αρνούνται να αποδεχτούν ότι η παράσταση συνεχίζεται και χωρίς αυτούς. Ίσως γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο η εξουσία. Αλλά κάτι βαθιά ταυτοτικό.

«Νιώθω προστατευμένος και ανακουφισμένος που δεν είμαι στη Βουλή. Υπάρχει μια έκπτωση του πολιτικού πολιτισμού», άκουσα να λέει πρόσφατα σε συνέντευξη του ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Και μπορεί μεν η Βουλή να στερείται πλέον τις παρεμβάσεις του, δεν τις στερείται όμως ο δημόσιος λόγος. Ειδικά όταν αυτός μεταφέρεται στο γήπεδο του.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος θα μπορούσε κανείς  να πει ότι είναι «βούτυρο στο ψωμί» του Βενιζέλου: ένα πεδίο όπου μπορεί να επανεμφανιστεί ως αναγκαίος συνομιλητής της εξουσίας, πρώην μεν, αλλά παρών. Η επιμονή του όμως γεννά ένα εύλογο ερώτημα: πρόκειται για γνήσια θεσμική αγωνία ή για μια βαθύτερη ανάγκη πολιτικής παρουσίας και επιβεβαίωσης;

Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται εξαιρετικά ενεργός όταν πρόκειται να ασκήσει κριτική στην κυβέρνηση. Αντίθετα, στα εσωτερικά του κόμματος που κάποτε ηγήθηκε παραμένει επιμελώς αποστασιοποιημένος. Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση του στην  συνέντευξη που έδωσε μαζί με την Ντόρα Μπακογιάννη στην εκπομπή «Μεγάλη Εικόνα» της Νίκης Λυμπεράκη, όπου περιέγραψε τη σχέση του με το ΠΑΣΟΚ «κάπως πατρική και υποστηρικτική» χωρίς ενεργό συμμετοχή στις διεργασίες του, την ώρα μάλιστα που το ΠΑΣΟΚ παραμένει εγκλωβισμένο σε ένα διαρκές εσωκομματικό βέρτιγκο.

Αντιθέτως επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο μόνος σοβαρός θεσμικός αντίπαλος και εγγυητής της θεσμικότητας στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, υποκαθιστώντας με αυτό τον τρόπο την αξιωματική αντιπολίτευση. Γιατί η αντιπαράθεση με έναν εν ενεργεία πρωθυπουργό έχει πάντα μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την εσωκομματική γκρίνια. Και κυρίως προσφέρει μεγαλύτερη πολιτική εμβέλεια από την εμπλοκή σε ένα κόμμα που παλεύει να ξεφύγει από το 12%.

Το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός δεν τον πρότεινε για Πρόεδρο της Δημοκρατίας  επιλέγοντας τελικά τον Κωνσταντίνο Τασούλα, ήταν από πολλούς αναμενόμενο. Ο ίδιος διαβεβαίωνε πως ακόμη και αν του γινόταν πρόταση, θα την απέρριπτε. Ο Βαγγέλης Βενιζέλος άλλωστε δεν ανήκει σε εκείνη την κατηγορία πολιτικών που εκφράζουν ανοιχτά προσωπικές πικρίες.  Όμως κάθε αυστηρή -σχεδόν βιτριολική- θεσμική του παρέμβαση προς την κυβέρνηση λειτουργεί ως μια διαρκής υπενθύμιση ότι η πολιτική αναγνώριση που δεν δόθηκε μέσω αξιώματος θα διεκδικείται μέσω δημόσιου λόγου. Με κάθε ευκαιρία.

Ίσως τελικά αυτό ακριβώς να φοβόταν το Μέγαρο Μαξίμου: ότι ένας Βενιζέλος στην Προεδρία της Δημοκρατίας θα δημιουργούσε αναπόφευκτα δύο κέντρα θεσμικής βαρύτητας που αργά ή γρήγορα θα συγκρούονταν. Τελικά η σύγκρουση αποδείχτηκε αναπόφευκτη.

Το άρθρο του στην Καθημερινή με τίτλο «Συνταγματικός λαϊκισμός», με αφορμή το διάγγελμα του Κυριάκου Μητσοτάκη για την αναθεώρηση, ήταν το πρώτο καθαρό σήμα ότι ο Βενιζέλος έβγαλε το όπλο από το θηκάρι.

«Ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του. (..)Το δε βασικό ερώτημα για την επόμενη Βουλή είναι αν μπορεί να αναδείξει κυβέρνηση πριν επιληφθεί της αναθεώρησης. Πρέπει η χώρα να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη πριν το Σύνταγμα καταστεί αναθεωρήσιμο», έγραψε στο άρθρο του θέτοντας ζήτημα συνταγματικότητας σε περίπτωση δεύτερης εκλογικής αναμέτρησης. Και άντε μετά να βγάλεις άκρη ως απλός πολίτης με τους συνταγματολόγους και τις ερμηνείες τους.

Η αλήθεια είναι ότι η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί προνομιακό πεδίο για τον πρώην πρόεδρο. Δεν είναι όμως από μόνη της ζήτημα που κινητοποιεί εκλογικά ακροατήρια. Δεν μεταφράζεται άμεσα σε ψήφους όσο θεσμικό βάρος και αν κουβαλά. Υπάρχει όμως ένα κοινό στο οποίο απευθύνεται ο Βενιζέλος, μια μικρή αλλά επιδραστική κεντρώα ελίτ την οποία η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να του παραχωρήσει. Γι’ αυτό και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έσπευσε να σηκώσει το γάντι με τη συζήτηση για το άρθρο 86 και την περίφημη «έμπνευση του αμελλητί» που σύντομα μετατράπηκε σε νέο πεδίο αντιπαράθεσης.

Και μπορεί η νομική αυθεντία να είναι ο φυσικός χώρος του Βαγγέλη Βενιζέλου όμως για το μέσο πολίτη η δημόσια αυτή σύγκρουση μοιάζει περισσότερο με κλειστή λέσχη μυημένων. Ένα πινγκ πονγκ νομικίστικης ορολογίας που δύσκολα παρακολουθείται έξω από το στενό Κύκλο.. Ιδεών. Αλλά όπως και στις ταινίες, έτσι και στην πολιτική, το κοινό πρέπει να μπορεί να παρακολουθεί την πλοκή. Και έξω από το μικρόκοσμο των συνταγματικών ερμηνειών δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι όλοι καταλαβαίνουν τους πυροβολισμούς του Μπένι.

Σχετικά άρθρα