Ρατζβάν Λουτσέσκου: Ήρθε ως Ρουμάνος φεύγει ως (ο πιο επιτυχημένος) ΠΑΟΚτσης
Στο τέλος της θητείας του, ο Λουτσέσκου είχε γίνει πια ο «Μπάμπης από τις Συκιές». Και αυτό είναι που «πληρώνει», αν και το επέλεξε ο ίδιος!
Οι μελετητές του DNA του ΠΑΟΚ, εκείνων που οι τρίχες άσπρισαν στα τσιμέντα της Τούμπας, πάντοτε χαμογελούσαν συγκρατημένα όταν η συζήτηση πήγαινε στον Λουτσέσκου. Ειδικά, έπειτα από κάθε ιστορικό επίτευγμα ή μια εντυπωσιακή νίκη, σε post με κορώνες τύπου «μείνε για πάντα στην Τούμπα, Στρατηγέ». Ίσως γιατί το ιστορικό σερί των «αντίων» της ομάδας στα σύμβολα της ΠΑΟΚτσίδικης κουλτούρας, δεν προδιαθέτει ένα ταιριαστό Happy Ending. Ακόμη και για εκείνους που η μενταλιτέ τους ταυτίστηκε με εκείνη του απλού οπαδού, του «Μπάμπη από τις Συκιές», ας πούμε.
Γιατί, στο DNA του οπαδού του ΠΑΟΚ συνυπάρχει τόσο η αγάπη του για τα «τέσσερα γράμματα», όσο και η αμφισβήτηση για τα πρόσωπα που κινούνται γύρω από αυτό! Ωστόσο, ένας ψύχραιμος παρατηρητής ή καλύτερα, ο ιστορικός του μέλλοντος, θα θεωρούσε πολύ λογικό να ζητήσει τη μετονομασία της Κλεάνθους σε «Ρατζβάν Λουτσέσκου».
Παρόλο που τα κατορθώματα του Λουτσέσκου είναι πρωτοφανή στην ΠΑΟΚτσήδικη ιστορία (το ιστορικό αήττητο πρωτάθλημα σε συνδυασμό με την κατάκτηση του κυπέλλου αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του Ελληνικού Πρωταθλήματος), οι αμφισβητίες πάντοτε θα ανακάλυπταν κάτι που δεν τους άρεσε. Και να πεις πως ήταν καλομαθημένοι με τίτλους… Ο Λουτσέσκου κατάφερε στις δύο θητείες του να κερδίσει όσα πρωταθλήματα είχε κερδίσει ο ΠΑΟΚ μέχρι την έλευσή του.
Διαβάστε επίσης
Μάλιστα, έκανε πολλά περισσότερα, πέρα από το job description της θέσης του. Έκανε τους οπαδούς του να πιστέψουν για πρώτη φορά στην ομάδα, σαν άλλος Γιούργκεν Κλοπ. Το παλιό ανέκδοτο με τον ΠΑΟΚ κάτω από τα Τέμπη, έγινε παλιό εξαιτίας του. Σαν γνήσιος… ερασιτέχνης που αγαπά την ομάδα του, έβαζε στην άκρη τον επαγγελματισμό του και υπερασπιζόταν μέχρι τέλους και τον τελευταίο παίκτη/μέλος του stuff/οπαδό. Αυτός, ένας επαγγελματίας που οι ετήσιες αποδοχές του ξεπερνούν το 1 εκατ. ευρώ, σε όποιας ομάδας τον πάγκο και να κάτσει.
Αντί λοιπόν να μείνει στη σιγουριά του job description, πλακωνόταν με όποιον πίστευε πως τον αδικούσε. Αντί να βγει και να μιλήσει για «σαρδέλες», όπως έκανε ο Σάντος, εκείνος ήταν έτοιμος να «φάει» οποιαδήποτε «σφαίρα». Εφάρμοσε τα mind games του πατέρα του για να συσπειρώσει τον κόσμο, σε βαθμό που γύρισε μπούμερανγκ εναντίον του, με χιλιάδες οπαδούς των αντιπάλων να του βρίζουν ό, τι έχει ιερό. Ο ασφαλής επαγγελματισμός μετατράπηκε σε πολύ μικρό διάστημα σε αυτοκτονικό ρομαντισμό. Εκεί ήταν που χάθηκε η μπάλα, όταν αποφάσισε να τα πάρει όλα πάνω του.
Κι όταν κάποιος επιχειρεί αυτό το απονενοημένο βήμα, τότε ταυτόχρονα, θα πρέπει να γεμίζει και τις βαλίτσες του. Σε έναν οργανισμό, που το πάθος και το θυμικό πλημμυρίζει τα εγκεφαλικά κύτταρα, η τρίμηνη καθίζηση που έπαθε ο ΠΑΟΚ -και ο Λουτσέσκου προσωπικά με τον χαμό του πατέρα του, μοιάζει ασυγχώρητη. Ακόμη και 100 χρόνια μετά την ίδρυση του ΠΑΟΚ, η ψυχραιμία αντιμετωπίζεται ως αρρώστια, ως ένα είδος μετριότητας που δεν συνάδει με τις ΠΑΟΚτσήδικες αξίες.
Βέβεια, οποιοσδήποτε άλλος προπονητής που θα καθίσει στη θέση του στον ΠΑΟΚ, θα προτιμά να καταπιεί σπαθιά, παρά να τάξει, επαναλαμβάνω «να τάξει», πως θα καταφέρει όσα κατάφερε ο Λουτσέσκου. Ίσως ούτε τα μισά από αυτά.