Μπορεί μια λάθος ατάκα να κοστίσει το Όσκαρ στον Τιμοτέ Σαλαμέ; Πάντως έχει ξανασυμβεί…
Με τις δηλώσεις του ο Αμερικανός σταρ πιθανότατα να έβαλε τα χέρια του και να έβγαλε τα μάτια του όπως αρκετοί άλλοι συνάδελφοί του στο παρελθόν.
Ο Μάρτιος δεν έχει φερθεί καθόλου καλά στον Τιμοτέ Σαλαμέ. Προτού μπει για τα καλά η άνοιξη, ο Αμερικανός πρωταγωνιστής του ιλιγγιώδους «Marty Supreme» βλέπει τη φήμη του, αλλά και τις ελπίδες για το Όσκαρ α’ ανδρικού ρόλου που διεκδικεί παθιασμένα τα τελευταία χρόνια, να δέχονται ισχυρά χτυπήματα.
Η αρχή έγινε την 1η Μαρτίου, όταν οι συνάδελφοί του στην Ένωση Αμερικανών Ηθοποιών (SAG) προτίμησαν τον Μάικλ Μπ. Τζόρνταν («Αμαρτωλοί») αντί για εκείνον στην απονομή των βραβείων τους. Εξέλιξη ανατρεπτική με δεδομένο πως ο Σαλαμέ ήταν το ακλόνητο φαβορί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Γράφαμε τότε πως: «Ο τριαντάχρονος ηθοποιός πλέον κοιτάζει κατάματα το ενδεχόμενο να μην κρατήσει στα χέρια του το πολυπόθητο χρυσό αγαλματίδιο. Αναρωτιόμαστε φιλολογικά εάν για την παραπάνω εξέλιξη ευθύνεται εν μέρει ο ίδιος, αφού η καμπάνια προώθησης της ερμηνείας του βασίστηκε στην επιθετική διαφήμιση και σε εμφανίσεις που φλέρταραν με την αλαζονεία – ομολογουμένως αντικατοπτρίζοντας το ρόλο του στο “Marty Supreme”. Ωστόσο, τίποτα ακόμη δεν είναι σίγουρο. Συμπτωματικά, στα περσινά SAG ήταν ο Σαλαμέ που κέρδισε για το “A Complete Unknown”, αλλά ήταν ο Έιντριεν Μπρόντι (“The Brutalist”) που μας φιλοδώρησε με έναν άβολο νικητήριο λόγο στα Όσκαρ».

Μερικές μέρες μετά, ο σταρ συμμετείχε σε κοινή συνέντευξη με τον Μάθιου ΜακΚόναχι, όπου έδειξε για μια ακόμα φορά το τελευταίο διάστημα πως βρίσκεται στον κόσμο του, για να το θέσουμε ευγενικά. Η πλέον viral ατάκα του όπου υπαινίχθηκε ότι κανείς σήμερα δεν ασχολείται με την όπερα και το μπαλέτο, βρήκε αποστομωτικές ανταπαντήσεις από όλο τον κόσμο. Μια αντίδραση που δεν είχε να κάνει τόσο με τον αν οι συγκεκριμένες αναπαραστατικές τέχνες αφορούν ακόμα το κοινό, η απάντηση είναι προφανώς καταφατική, όσο έμοιαζε με αγανάκτηση προς το ίδιο το πρόσωπο του Σαλαμέ. Διότι επισφράγισε μια εκδοχή της δημόσιας εικόνας του στην οποία επικρατεί η ιδέα πως είναι ένας προνομιούχος νάρκισσος και όχι ένας από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς του.
Η απήχηση της εν λόγω συνέντευξης κορυφώθηκε όταν πια είχε κλείσει η περίοδος ψηφοφορίας των μελών της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (5/3). Έτσι, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ασφάλεια το βαθμό στον οποίο επηρέασε την επιλογή τους. Παρόλα αυτά, η ιδέα ενός χαμηλότονου και εξίσου επιδραστικού ηθοποιού όπως ο Τζόρνταν να κρατά το Όσκαρ είχε ήδη αρχίζει να φαντάζει σα μια άψογη εναλλακτική στον Σαλαμέ. Κάτι, εξάλλου, το οποίο επιβεβαιώνουν και τα στοιχηματικά πρακτορεία. Το αν επλήγη τόσο καθοριστικά το κύρος του Σαλαμέ θα φανεί το βράδυ της 15ης Μαρτίου στην απονομή των 98ων βραβείων της Ακαδημίας. Έως τότε, ανατρέχουμε σε μερικές παρόμοιες περιστάσεις όπου «καραμπινάτα» φαβορί έβαλαν τα χεράκια τους και έβγαλαν τα οσκαρικά ματάκια τους.

Η περίπτωση Κάρλα Σοφία Γκασκόν
Παρά τα οφθαλμοφανή ελαττώματά του, το γκανγκστερικό μιούζικαλ «Emilia Pérez» (Ζακ Οντιάρ, 2024) γνώρισε ευρεία δημοφιλία μεταξύ των ψηφοφόρων της Ακαδημίας οι οποίοι το βράβευσαν με δύο χρυσά αγαλματίδια από συνολικά δεκατρείς υποψηφιότητες. Κατά πάσα πιθανότατα, ο αριθμός τους θα ήταν μεγαλύτερος εάν η πρωταγωνίστρια του φιλμ Κάρλα Σοφία Γκασκόν δεν χειριζόταν καταστροφικά την επικοινωνιακή καμπάνια της. Η Ισπανίδα είχε γίνει η πρώτη ανοιχτά τρανς ηθοποιός που διεκδικούσε το Όσκαρ α’ γυναικείου ρόλου στην ιστορία του θεσμού και για εβδομάδες δεν φαινόταν να απειλείται από τις συναδέλφους της. Ωστόσο, οι ισορροπίες άρχισαν να αλλάζουν όταν το Φεβρουάριο του 2025 και λίγο πριν ανοίξουν οι οσκαρικές «κάλπες», η Γκασκόν… απασφάλισε. Πρώτα άφησε αιχμές πως συνεργάτες της συνυποψήφιάς της Φερνάντα Τόρες («Είμαι Ακόμα Εδώ») προσπαθούν να τη σπιλώσουν μέσω των social media. Στη συνέχεια, κατά ειρωνική σύμπτωση, ήταν οι δικές της αναρτήσεις που αποδείχθηκαν «μοιραίες», αφού βγήκαν ξανά στην επιφάνεια εξαιρετικά προβληματικά tweets που είτε ήταν ρατσιστικά είτε σαφώς αντισημιτικά («ο Χίτλερ είχε απλά τις δικές του απόψεις για τους Εβραίους»). Ο βεβιασμένος τρόπος με τον οποίο επέλεξε η Γκασκόν να μαζέψει τα ασυμμάζευτα έκανε τα πράγματα χειρότερα, με την παραγωγό εταιρία Νetflix να αφήνει την Γκασκόν εντελώς απροστάτευτη σε όλη τη διαδικασία. Το αποτέλεσμα; Να χαμογελάσει τελευταία η Μάικι Μάντισον («Αnora»).

Η περίπτωση Μάρτιν Σκορσέζε
Είναι γνωστό τοις πάσοι πως παρότι ο Μάρτιν Σκορσέζε βρίσκεται μεταξύ των θρυλικότερων εν ζωή Αμερικανών σκηνοθετών, άργησε χαρακτηριστικά στην καριέρα του να βραβευτεί με Όσκαρ. Παρεμπιπτόντως, σε αντίστοιχη μοίρα βρίσκεται ο Πολ Τόμας Άντερσον («Μια Μάχη Μετά την Άλλη»), αν και φέτος κινείται σε τροχιά νίκης. Στις αρχές των ’00s, λοιπόν, ο αξιαγάπητος Σκορσέζε για πολλοστή φορά στην καριέρα του τα έπαιξε όλα για όλα με τις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» (2003). Στην παραγωγή βρισκόταν η Miramax με επικεφαλής τον καταδικασμένο σεξουαλικό παραβάτη Χάρβεϊ Γουάινστιν ο οποίος, όμως, εκείνη την εποχή βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος του. Τι σήμαινε πρακτικά αυτό; Πως οι κανόνες του οσκαρικού παιχνιδιού αφορούν τους άλλους, όχι τον Γουάινστιν. Έτσι, ο παραγωγός είχε την εξής ιδέα για να αυξήσει τις οσκαρικές ελπίδες του Μάρτι. Ζήτησε από τον εμβληματικό σκηνοθέτη και βραβευμένο δύο φορές με Όσκαρ Ρόμπερτ Γουάιζ («Η Μελωδία της Ευτυχίας») να γράψει ένα κείμενο που να επιχειρηματολογεί υπέρ της βράβευσης του Σκορσέζε από την Ακαδημία. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στους Los Angeles Times συνοδεία διαφημίσεων των «Συμμοριών». Το πρόβλημα με τη συγκεκριμένη κίνηση ήταν πως παραβιάζει τους κανονισμούς των Όσκαρ. Πολύ απλά, απαγορεύεται ένα μέλος της Ακαδημίας να ανακοινώνει δημόσια τις υποψηφιότητες που στηρίζει. Βέβαια, το φιάσκο έλαβε ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις όταν αποδείχθηκε πως το κείμενο δεν γράφτηκε καν από τον Γουάιζ, αλλά από κάποιον υπάλληλο της Miramax. Όπως αντιλαμβάνεστε, ο Σκορσέζε έμεινε με άδεια χέρια, τα οποία θα γέμιζε τέσσερα χρόνια αργότερα.

Η περίπτωση «Zero Dark Thirty»
Εξαιρετικά σημαντική δημιουργός, η Κάθριν Μπίγκελοου είχε γράψει ιστορία στα Όσκαρ «Hurt Locker» (2009) κερδίζοντας με την ίδια παραγωγή τις κατηγορίες σκηνοθεσίας και καλύτερης ταινίας. Κάτι που όλα έδειχναν πως μπορεί να επαναλάβει με το «Zero Dark Thirty» (2012), το οποίο ανατρέχει στα γεγονότα που οδήγησαν στη δολοφονία του Οσάμα Μπιν Λάντεν. Το περιστατικό ήταν φρέσκο στη συλλογική αμερικανική μνήμη (2011) και σε συνδυασμό με το κύρος της Μπίγκελοου ήταν εξαιρετικά απίθανο να μην οδηγήσει σε οσκαρικές νίκες – αν όχι θρίαμβο. Στην πράξη, όμως, δέχτηκε δριμεία κριτική ως ένα φιλμ πολεμοχαρές και εξαιρετικά φιλικό προς μεθόδους βασανισμού της CIA, η υπηρεσία εξάλλου υπήρξε υποστηρικτική στη δημιουργία της ταινίας. Παράλληλα, το «Zero Dark Thirty» θεωρήθηκε πως προπαγανδίζει την επανεκλογή του τότε προέδρου Ομπάμα και επιπλέον, συγγενείς επιζώντων της τρομοκρατικής επίθεσης την 11η Σεπτεμβρίου 2001 κατήγγειλαν ότι χρησιμοποιήθηκαν ηχογραφημένες κλήσεις τους δίχως άδεια. Όλα τα παραπάνω δημιούργησαν ένα προβληματικό μιξ που καταρράκωσε τις οσκαρικές πιθανότητες της παραγωγής, αφού περιορίστηκε μόνο με ένα χρυσό αγαλματίδιο για τον ήχο.

Η περίπτωση Άντρεα Ράιζμποροου
Το όνομα της Βρετανίδας ηθοποιού Άντρεα Ράιζμποροου ίσως να μην σας λέει πολλά. Κακώς, γιατί πρόκειται για μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ερμηνεύτριες των τελευταίων ετών, δυναμική που επιβραβεύτηκε το 2023 με μια οσκαρική υποψηφιότητα για το «Όσα Φέρνει η Ζωή» (Μάικλ Μόρις). Ένα υποβλητικό ψυχογράφημα το οποίο θα ήταν παντελώς αδιάφορο εάν δεν είχε την Ράιζμποροου μπροστά από την κάμερα. Και εκείνη τη χρονιά, η δουλειά της ηθοποιού πιθανότατα να μην έλαχε της προσοχής που άξιζε από την Ακαδημία, εάν δεν εμφανίζονταν μια σειρά από πρωτοκλασάτες προσωπικότητες της βιομηχανίας για να την προωθήσουν. Για παράδειγμα, η Γκουίνεθ Πάλτροου οργάνωσε μια προβολή του «Όσα Φέρνει η Ζωή» ελάχιστες μέρες πριν ξεκινήσει η οσκαρική ψηφοφορία, στα social media γράφονταν διθύραμβοι από διασημότητες όπως οι Σούζαν Σαράντον, Εντ Χάρις, Τζέιμι Λι Κέρτις και Έιμι Άνταμς, ενώ η Κέιτ Μπλάνσετ κατονόμασε την Ράιζμποροου στην παραλαβή ενός βραβείου. Όλα έδειχναν πως η Αγγλίδα θα έφτανε στην απονομή ως ένα αουτσάιντερ του «λαού», το αν έχανε στο τέλος θα είχε μικρή σημασία. Όντως, έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα, αφού η υποψηφιότητα εξασφαλίστηκε, όχι όμως και η νίκη. Εύλογα αναρωτιέστε, γιατί συζητάμε τότε αυτήν την περίπτωση. Διότι ο τρόπος που προωθήθηκε η Ράιζμποροου, κάπως αυθόρμητα, «ανοργάνωτα» και εκτός πεπατημένης, προέτρεψε την Ακαδημία να κάνει έρευνα για να ελέγξει πως δεν παραβιάστηκαν οι κανόνες της. Και επιπλέον, αρκετοί άσκησαν δριμεία κριτική στον τρόπο που επισημάνθηκε η πολυτιμότητα της συγκεκριμένης ερμηνείας, την ώρα που έμειναν εκτός συζήτησης ισότιμες ερμηνεύτριες όπως οι Βαϊόλα Ντέιβις («Η Γυναίκα Βασιλιάς», Τζίνα Πρινς-Μπάιδιγουντ) και Ντανιέλ Ντεντγουάιλερ («Till», Τσινόνε Τσούκβου). Δεν βαριέσαι…