Νίκος Ψαρράς στο ΚΛΙΚ: «Πάντα με εκπλήσσει όταν ακούω ότι οι Έλληνες είμαστε ρατσιστές»
Ο Νίκος Ψαρράς σε μια χειμαρρώδη συνέντευξη για την «Τελευταία Κλήση», την «Τελευταία Έξοδο: Ρίτα Χέιγουορθ», τις «Άγριες Μέλισσες» και όσα του έμαθε η μακρά πορεία του στο θέατρο (και η πιο επιλεκτική στο σινεμά).
Το θέατρο είναι ο φυσικός του χώρος. Τουλάχιστον έτσι μας έμαθε αυτός, αφού έχει μια περίφημη θεατρική πορεία. Έχει δουλέψει με πολλούς από τους καλύτερους μας σκηνοθέτες, τον έχουν επιλέξει διάσημοι ξένοι θεατράνθρωποι, όπως ο Φρανκ Κάστορφ και ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν, έχει κάνει ωραίες συνεργασίες, έχει παίξει πολλές φορές στην Επίδαυρο. Τι άλλο να ζητήσει ένας ηθοποιός; Αφήστε δε που ανήκει σε αυτή την κατηγορία των καλλιτεχνών που το όνομα τους και μόνο δίνει κύρος σε μια παραγωγή.
Από την αρχή της καριέρας του είναι επιλεκτικός στην τηλεόραση και τον έχουμε ευχαριστηθεί σε πολύ καλές δουλειές, βλέπε θρυλικές «Άγριες Μέλισσες» και «Μάγισσα» (αμφότερες του Λευτέρη Χαρίτου) -επιτέλους τα τελευταία χρόνια η ελληνική μυθοπλασία έχει ενδιαφέρουσες καλές ιστορίες να διηγηθεί και υπέροχους ηθοποιούς να τις υποστηρίξουν.
Αλλά σινεμά; Λίγα πράγματα. Ας όψεται η «βρετανική» του συνέπεια στο θέατρο. Κι όμως, ο ίδιος μου λέει ότι τον κινηματογράφο αγαπάει περισσότερο. Μια νέα ταινία, η «Τελευταία Κλήση», έγινε και η αφορμή για να πιούμε έναν ζεστό καφέ, Κυριακή μεσημέρι με ψοφόκρυο. Ώρες που συνήθως τα λένε οι φίλοι. Δημιουργεί μία comfort zone η συνθήκη της χαλαρής τελευταίας μέρας της εβδομάδας πάνω από δυο κούπες μοσχομυριστό καφέ.
Δεν τον είχα ξανασυναντήσει. Είναι όμως, σχεδόν παρηγορητικά, οικείος. Με το καλημέρα αρχίζουμε να λέμε για τα παιδιά μας, το τρέξιμο με τα ποδόσφαιρα, τα σχολεία, τις ξένες γλώσσες. Βγάζουμε τα άγχη μας, κι αυτό μόνο καλό μπορεί να είναι. Μου μιλάει και θυμάμαι ότι συνάδελφοι του τον έχουν περιγράψει ως δίκαιο, τίμιο, καθαρό. Ποιος ξέρει; Σίγουρα δεν είναι δική μου δουλειά αυτό. Του λέω όμως, πολύ αυθόρμητα ότι μου αρέσει πολύ που τον ακούω σε συνεντεύξεις να μιλάει με καμάρι, αγάπη και σεβασμό για την γυναίκα του, την σκηνοθέτιδα, δραματουργό και συγγραφέα, Έλενα Καρακούλη. «Μα την θαυμάζω» μου λέει σαν να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Και κοίτα να δεις κάτι περίεργες συμπτώσεις. Το «Misery» του Στίβεν Κινγκ σκηνοθετεί η Έλενα στο «Άνεσις», στο ίδιο θέατρο στην παράσταση «Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουρθ» σε σκηνοθεσία Δημήτρη και Ορέστη Σταυρόπουλου πρωταγωνιστεί ο Νίκος, επίσης, βεβαίως του Κινγκ και από τα πιο αγαπητά του έργα. Δεν ξέρω αν υπάρχει άνθρωπος που δεν έχει δει την ταινία του Φρανκ Ντάραμποντ με τον Τιμ Ρόμπινς στον ρόλο του Άντι Ντουφρέιν. Αυτόν τον ωραίο χαρακτήρα, ο οποίος δεν το βάζει κάτω ούτε στις πιο απάνθρωπες συνθήκες των φυλακών, ερμηνεύει εξαιρετικά και ο Νίκος Ψαρράς σε μια παράσταση που κατορθώνει να σε κάνει να ξεχάσεις για λίγο την ταινία και να απολαύσεις μια νέα προσέγγιση. Αξίζει να την δείτε. Πρώτη φορά ανεβαίνει στη χώρα μας στο θέατρο. Ευτυχεί με ένα δυνατό καστ που αποτελούν οι Δημήτρης Παπανικολάου, Μάνος Βακούσης, Γιάννης Μποσταντζόγλου κ.ά. ενώ θα συνεχίσει και δεύτερη χρονιά.
Αξίζει σίγουρα ακόμα να δείτε την «Τελευταία Κλήση» (Tanweer Productions), το ατμοσφαιρικό αστυνομικό θρίλερ του Σέριφ Φράνσις, ο οποίος κάνει ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο και με ένα καστ πρώτης γραμμής: Ορφέας Αυγουστίδης, Μαρία Ναυπλιώτου, Γιώργος Μπένος, Δημήτρης Λάλος, Ρένια Λουιζίδου, Νίκος Ψαρράς, Καλλιόπη Χάσκα, Γιάννης Καράμπαμπας, Θοδωρής Σκυφτούλης. Η πλοκή της ταινίας είναι εμπνευσμένη από την υπόθεση Σορίν Ματέι που μας πάει πίσω στο 1999 όταν ο περιβόητος Ρουμάνος κακοποιός τηλεφώνησε τότε στο ΣΚΑΪ και είπε ότι σε ένα διαμέρισμα στα Πατήσια κρατάει τέσσερις όμηρους και έχει στα χέρια του μια απασφαλισμένη χειροβομβίδα. Εκείνο τον βράδυ, σχεδόν όλη η Ελλάδα, παρακολούθησε για ώρες σε live εξέλιξη την ομηρία, που κατέληξε σε τραγωδία, τον θάνατο της 25χρονης Αμαλίας. Έχουν μείνει στην Ιστορία και οι τραγικοί χειρισμοί της αστυνομίας. Η ταινία έκανε ήδη ένα πολύ γερό άνοιγμα, 44.000 και εισιτήρια το πρώτο τετραήμερο.
Διαβάστε επίσης
Υποδύεσαι έναν διαπλεκόμενο δημοσιογράφο… Ο Σταύρος είναι ο επικεφαλής του σταθμού, ο σταρ. Παρουσιάζει το κεντρικό δελτίο ειδήσεων, τον τρέμουν όλοι, τον σέβονται και τον εκτιμούν. Τους βρίσκουμε στο κανάλι παραμονή πρωτοχρονιάς για μιλένιουμ, ψάχνουν να βρούνε θέματα όπως οι καταστροφές του Νοστράδαμου, για να γεμίσει το δελτίο. Γίνεται λοιπόν το περιβόητο τηλεφώνημα από έναν καταζητούμενο, γνωστό εγκληματία, ο οποίος κρατάει τέσσερις ομήρους με μια χειροβομβίδα. Ζητάει να μιλήσει όχι με τον σταρτου σταθμού, τον Σταύρο, αλλά με έναν ρεπόρτερ, προφανώς έχει τους λόγους του, τον έχει δει να χειρίζεται καλά τους πονεμένους. Παραπλεύρως βλέπουμε τον θυμό του Σταύρου που χάνει ένα πολύ μεγάλο θέμα μέσα από τα χέρια του και παραγκωνίζεται από έναν άπειρο ρεπόρτερ-και γόνο πολύ πλούσιας οικογενείας- τον οποίο δεν εκτιμά καθόλου ο ίδιος. Σιγά -σιγά ανακαλύπτουμε ότι αυτός ο επικεφαλής έχει άκρες παντού, στην αστυνομία και, κυρίως, στον πολιτικό κόσμο. Και τον ξεμπροστιάζουν στο τέλος της ταινίας. Πολύ θα ήθελα να υπήρχε χώρος να έχει αναπτυχθεί παραπάνω ο ρόλος, να έχει δύο σκηνές ακόμα, κάπως σαν να έμεινε μετέωρος.
Θα μπορούσε το σενάριο να αναπτύξει περισσότερο το θέμα της διαπλοκής. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον. Επειδή υπάρχουν πολλοί χαρακτήρες δορυφόροι έπρεπε η ιστορία να επικεντρωθεί στο συμβάν, που είναι από μόνο του πολύ ισχυρό, για να δεις και τις παράπλευρες ιστορίες. Θυμάμαι όταν διάβασα το σενάριο ο ρόλος που μου άρεσε-ήξερα ήδη ότι ο Ορφέας Αυγουστίδης είναι στον κεντρικό-ήταν του αστυνόμου που υποδύεται ο Δημήτρης Λάλος. Γιατί αυτός έχει μια πορεία και ολοκληρώνεται κάπως. Αλλά ήταν όλοι οι ρόλοι κλεισμένοι, εγώ πήγα στο τέλος. Παρ’ όλα αυτά, γνώρισα τον Σέρφι Φράνσις, έναν άνθρωπο ο οποίος είχε γράψει το σενάριο και θα το σκηνοθετούσε με μεγάλη χαρά, σχεδόν χαρά παιδιού, και νομίζω ότι αυτό είναι που μας κέρδισε όλους στην πρώτη επαφή μαζί του.
Κατάφερε κι έκλεισε φοβερό καστ για το ντεμπούτο του. Νομίζω ότι πήγαμε όλοι χωρίς δεύτερη σκέψη.

Είναι εμπνευσμένο από την σοκαριστική υπόθεση Σορίν Ματέι. Θυμάσαι που ήσουν εκείνο το βράδυ, όταν όλη η Ελλάδα έβλεπε την εξέλιξη της ομηρείας ζωντανά στην τηλεόραση; Θυμάμαι πεντακάθαρα εκείνη την ημέρα τέλη Σεπτεμβρίου του ’98. Για κάποιο λόγο δεν είχα θέατρο. Ήταν πρωτόγνωρο όλο αυτό που γινόταν, η έκρηξη, ο διευθυντής της αστυνομίας που βγήκε λαβωμένος από θραύσματα χειροβομβίδας. Θυμάμαι επίσης ότι επειδή δεν είχαν φροντίσει να κλείσουν τους δρόμους ήταν μποτιλιαρισμένα όλα τα αυτοκίνητα και το ασθενοφόρο έφτασε μετά από μιάμιση ώρα. Δεν ξέρω εάν θα σωνόταν η κοπέλα έτσι όπως διαμελίστηκε, αλλά δεν τα κατάφερε δυστυχώς.
Η ταινία μας ξύνει λίγο και την μνήμη, μας πάει πίσω στα τέλη 90s: ξενοφοβία, διαπλοκή στα κέντρα εξουσίας, δημοσιογράφοι, κιτρινισμός. Εμένα πάντα με εκπλήσσει όταν ακούω ότι οι Έλληνες είμαστε ρατσιστές. Είμαστε ένας λαός που από την αρχή του 20ου αιώνα έχουμε στείλει πάρα πολλούς μετανάστες στην Αμερική, Αυστραλία, Γερμανία κ.Ά.. Είμαστε ένας λαός που ήταν διαλυμένος μετά τον πόλεμο. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν να φάνε και πήγαν να δουλέψουν σε βιομηχανίες, σε εστιατόρια, στην οικοδομή και προκόψανε, σπούδασαν τα παιδιά τους. Θα έπρεπε να έχουμε μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στους μετανάστες, απέναντι σε ανθρώπους με παιδιά στην αγκαλιά που εκπλιπαρούν για λίγο γάλα. Εγώ γίνομαι σμπαράλια όταν βλέπω τέτοιες εικόνες. Ο πόλεμος είναι πάρα πολύ σκληρό πράγμα. Ξέρουμε ιστορίες από τους γονείς μας. Οι δικοί μου ήταν παιδάκια κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Τρέμω στην ιδέα ότι ο πόλεμος είναι τόσο κοντά μας και μπορεί να μας χτυπήσει ξαφνικά την πόρτα. Τρέμω στην ιδέα ότι δε θα έχω να δώσω φαγητό στο παιδί μου. Για μένα ούτε που με νοιάζει, αλήθεια σου λέω. Τρέμω όταν βλέπω ότι πανίσχυρες χώρες τις κυβερνούν άνθρωποι επικίνδυνοι οι οποίοι χρησιμοποιούν στον λόγο τους προτάσεις του δημοτικού. Μιλάνε για πολύ σοβαρά πράγματα λες και μιλάνε για οδοντόβουρτσες. Και εμείς είμαστε αυτοί που θα «φάνε» το κύμα. Αυτή τη στιγμή γίνεται ένας πόλεμος, δεν είμαστε άμεσα εμπλεκόμενοι, υπάρχουν όμως σαφέστατα επιπτώσεις από την πρώτη ημέρα. Η βενζίνη εκτινάχθηκε, το ίδιο θα γίνει και με τα τρόφιμα, τα είδη οικοδομής, όλα ανεβαίνουν οι μισθοί μένουν στάσιμοι και ούτε ξέρουμε τι θα κάνουμε.
Καταλαβαίνω ότι δεν είσαι τύπος που θέλεις να είσαι στην κοσμάρα σου, να κλείνεις τα αυτιά στις δυσάρεστες ειδήσεις, να ζεις σε μια δική σου φούσκα… Μα πώς να τα κλείσεις ρε παιδί μου; Μπορείς;
Κάποιοι ναι, το καταφέρνουν. Και τι, να ζεις σε μια ουτοπία, σε έναν φανταστικό κόσμο, σε μια σαπουνόφουσκα; Να μην ξέρεις τι έπεται; Και να θες να τα κλείσεις, πας να γεμίσεις με βενζίνη το αυτοκίνητο και βλέπεις τις επιπτώσεις.
Οι ηθοποιοί είστε παρατηρητικά όντα, έτσι ξέρουμε. Παρατηρείς τον κόσμο γύρω σου; Τι βλέπεις; Συνέχεια το κάνω, πολλές φορές σε βαθμό παρεξηγήσεως. Στη σχολή, στο ΚΘΒΕ, μας το λέγανε καθημερινά: «κοιτάτε τους ανθρώπους, κοιτάτε μέσα στα λεωφορεία, παρατηρείτε, ποτέ δεν ξέρετε πού θα σας χρησιμεύσει. Σκεφτείτε τι ιστορία έχει αυτός ο άνθρωπος. Αναρωτηθείτε γιατί είναι διπλωμένα τα χέρια του έτσι, τι σκέφτεται, από πού έρχεται, πού πάει, τι θέλει, έχει άραγε οικογένεια».
Το κάνεις ακόμα ε; Παρατηρείς, αναρωτιέσαι, σκέφτεσαι. Φουλ. Να τώρα εδώ που είμαστε στο καφέ, λέγαμε πριν για αυτές τις κυρίες, Φιλιππινέζες στην καταγωγή, που κάθονται δίπλα μας. Ενώ σου μιλούσα κοιτούσα την κυρία απέναντι μου και αναρωτιόμουν εάν έχει παιδιά αφημένα πίσω στην πατρίδα της όπως έχουν οι περισσότερες, κάθε πότε τα βλέπει, εάν της λείπουν, να τώρα μιλάει στο τηλέφωνο, με ποιόν μιλάει, γιατί κάνει σαν να ρουφάει τη μύτη της, μήπως είναι συγκινημένη; Ξέρεις εμάς, η δουλειά μας δεν είναι να βγούμε να πούμε τις γραμμές του συγγραφέα, αυτό θα γίνει ούτως ή άλλως. Κι αν ήταν να κάνουμε μόνο αυτό γιατί οι άνθρωποι να κουβαληθούνε μέσα στο κρύο σήμερα για να με δούνε στην παράσταση; Θα μπορούσαν να κάτσουν στο σαλόνι τους και να διαβάσουν ένα βιβλίο. Σε εμάς έρχονται για να δούνε τι γίνεται ανάμεσα στις λέξεις και κάτω από τις γραμμές. Πώς σκέφτεται ο χαρακτήρας, γιατί λειτουργεί έτσι, πώς είναι το σώμα του. Όταν δουλεύεις έναν ρόλο το σώμα είναι πάρα πολύ σημαντικό, όλα κάτι σημαίνουν, άμυνα, επιφύλαξη, όλα τα στοιχεία τα παίρνεις και τα χρησιμοποιείς στους ρόλους σου.
Στην τωρινή παράσταση έχεις δύσκολες σκηνές, με πολύ ένταση, εννοώ τις σκηνές βιασμού. Γενικά καταφέρνετε να φτιάξατε μια ατμόσφαιρα πολύ έντονη που μεταφέρει το κλειστοφοβικό και τεταμένο κλίμα των φυλακών. Σε δυσκόλεψε ο ρόλος; Είναι δύσκολος αλλά πολύ ωραίος ρόλος. Ο Άντι Ντουφρέιν είναι ένα ωραίο μυαλό και κουβαλά έναν ωραίο συναισθηματικό κόσμο. Όταν κάναμε τις πρόβες, ο Ορέστης, ο ένας από τα δύο δίδυμα που μας σκηνοθετήσανε, με παρότρυνε να κάνω μια έρευνα για την χαμηλή λανθάνουσα διαστολή, να δω πώς είναι οι άνθρωποι που έχουν κάτι τέτοιο. Και διαβάζοντας σχετικά, σαν να άνοιξε μια λεωφόρος μπροστά μου γιατί αυτοί οι άνθρωποι συνήθως είναι μαθηματικά μυαλά, όπως είναι ο Άντι Ντουφρέιν, αλλά δυσκολεύονται πολύ κοινωνικά, δεν αντέχουν τους πολλούς ήχους, τα πολλά φώτα. Ένας άνθρωπος με χαμηλή λανθάνουσα διαστολή μιλάει σε εσένα αλλά βλέπει πίσω σου το φόντο, π.χ. τους καφέδες, την κοπέλα που γράφει, τις κυρίες δίπλα μας που μιλάνε. Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί, ζαλίζεται γιατί ο εγκέφαλος του αποτυπώνει χιλιάδες πληροφορίες το δευτερόλεπτο. Αυτά τα στοιχεία αμέσως σου δείχνουν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Όταν ξέρεις ότι αυτό που παίζεις είναι προς μία κατεύθυνση, γίνεσαι συγκεκριμένος και δεν είναι τυχαία αυτά που κάνεις. Και στο θέατρο πρέπει να είμαστε συγκεκριμένοι.

Όταν σου έγινε η πρόταση το φοβήθηκες; Είναι μια πολύ αγαπητή ταινία, θα έπρεπε να καταφέρετε να πείσετε τον θεατή να ξεχάσει για λίγο την ταινία, να δει μια νέα προσέγγιση. Στην αρχή γέλασα και είπα αποκλείεται αυτό να γίνεται στο θέατρο, ας σοβαρευτούμε. Δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα. Γράφτηκε από δύο Άγγλους συγγραφείς (Όουεν Ο’ Νηλ και Ντέιβ Τζόνς) πριν από μία δεκαπενταετία. Μου το πρότεινε λοιπόν ο παραγωγός, του είπα ότι ήθελα να διαβάσω την διασκευή και να ξαναδώ την ταινία γιατί είχαν περάσει χρόνια από τότε που την είδα τελευταία φορά. Και την επόμενη φορά που μιλήσαμε του είπα «είμαι μέσα». Μετά ψάχναμε ποιος θα το σκηνοθετήσει, ποιοί θα είναι οι υπόλοιποι, κι έτσι ξεκίνησε όλο το ταξίδι.
Έλεγες πριν ότι «στο θέατρο πρέπει να είμαστε συγκεκριμένοι». Πώς δουλεύεις συνήθως για να χτίσεις έναν χαρακτήρα; Διαβάζεις πολύ; Ψάχνεις να ανοίξεις δρόμους σε πράγματα που δεν είναι πρώτης ανάγνωσης; Το πιο ωραίο κομμάτι είναι η αναζήτηση, η προσωπική αναζήτηση. Υπάρχει σκηνοθετική δουλειά, υπάρχει πρόβα στο θέατρο, αλλά το μεγάλο κομμάτι είναι μια δουλειά που γίνεται στο σπίτι σου, την κάνεις μόνος σου. Στην πρόβα θα φέρεις αυτά που δούλεψες στο σπίτι. Είδα άπειρα πράγματα για φυλακές, επισκέφθηκα φυλακές. Στη Θήβα μπορείς να πας να δεις τους κρατούμενους να κάνουν παράσταση. Το έκανα. Ήταν από τα πιο ωραία και συγκινητικά πράγματα που έχω δει στη ζωή μου.
Γιατί; Ήταν μια ιστορία χωρίς λόγια, που ήταν η προσωπική ιστορία του καθενός, έρχονταν από τα χωράφια, γινόταν ένα δρώμενο μπροστά μας, πήγαιναν πάλι πίσω στα χωράφια, μας έκαναν να πηδάμε μαζί τους στα παράθυρα και να τους ακολουθούμε και στο τέλος λέγανε μόνο μία φράση, «όταν θα κοιμάσαι στα όνειρα σου μη με ξεχνάς». Δε χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτε άλλο. Διαβάζεις πολύ, διαβάζεις κριτικές από προηγούμενα ανεβάσματα, σκέφτεσαι, δημιουργείς ένα ημερολόγιο του ρόλου, δημιουργείς ένα παρελθόν του ρόλου, αυτά είναι δουλειά των ηθοποιών, όχι του σκηνοθέτη. Ο σκηνοθέτης θα σου δώσει το σύμπαν που ονειρεύεται, θα σε καθοδηγήσει να είσαι πιστός μέσα σε αυτό το σύμπαν αλλά από εκεί και πέρα, το πώς θα τρέξεις και τι θα κουβαλάς μαζί σου τρέχοντας, είναι δικιά σου δουλειά. Λέγαμε πριν για την διαδικασία της προετοιμασίας, θυμάμαι όταν κάναμε με την Έλενα (σ.σ. Καρακούλη) στο Φεστιβάλ Αθηνών το «Himmelweg» που μιλούσε για το Ολοκαύτωμα, διαβάσαμε εκατό βιβλία. Για να κάνεις ένα σχόλιο πρέπει να είσαι ενήμερος. Αυτή είναι η πιο ωραία περίοδος κάθε προετοιμασίας. Γιατί λες κάνω ένα τεράστιο δώρο στον εαυτό μου και μαθαίνω τα πάντα για το Ολοκαύτωμα.
Γιατί δεν σε έχουμε δει στο σινεμά; Φταις εσύ ή δεν σου ήρθαν προτάσεις; Μου πρότειναν πολλούς ρόλους και δυστυχώς έχω χάσει πολλούς. Στο σινεμά σε φωνάζουν στο παρά πέντε. Οι Έλληνες κινηματογραφιστές γράφουν το σενάριο, σκηνοθετούν, κάνουν το κάστινγκ, ψάχνουν να βρούνε παραγωγή, χρήματα, είναι οι επικεφαλής όλης της δουλειάς. Το καστ συνήθως έρχεται στο τέλος γιατί πρέπει να έχουν λυθεί όλα τα προηγούμενα. Πολλές φορές μου έχει τύχει να πηγαίνω σε οντισιόν, να κλείνουμε τη δουλειά και να μου λένε οκ ξεκινάμε, θέλουμε αυτή τη διαθεσιμότητα, έχουμε γυρίσματα εκτός Αθηνών τότε, και τελικά να μην μπορώ να το κάνω.
Επειδή έχεις ήδη κλείσει θέατρο; Διότι τα τελευταία είκοσι χρόνια, σχεδόν από τότε που γύρισα από την Αμερική, το θέατρο υπάρχει ως μια μόνιμη βάση. Και στο Εθνικό που ήμουν δέκα χρόνια περίπου, και με τον Χουβαρδά και μετά, εκεί ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα γιατί συνήθως είχα πρωινή πρόβα και το βράδυ παράσταση. Αλλά δεσμεύεσαι να είσαι στην Αθήνα, το θέατρο το κλείνεις ένα ή δύο χρόνια πριν. Έρχονται και τα σίριαλ τα οποία ξανάνθισαν τα τελευταία 5 χρόνια.
Να ‘ναι καλά και οι «Άγριες Μέλισσες». Να ‘ναι καλά οι Μέλισσες, η Μελίνα (Τσαμπάνη) και ο Πέτρος (Καλκόβαλης), και ο Καραγγιάνης που κάνανε τη σειρά…
Και το ΕΚΟΜΕ με την σημαντική χρηματοδότηση. Σαφέστατα. Σου έλεγα λοιπόν, ότι δεν χωράνε όλα στο πρόγραμμα. Δηλαδή πέρυσι έτυχε και μπόρεσα να είμαι σε γυρίσματα, για την «Τελευταία Κλήση», δεν είχα και Επίδαυρο.
Άρα είναι και δική σου επιλογή. Το σινεμά, αν με ρωτάς, το αγαπάω πιο πολύ απ’ όλα. Το ιδανικό για μένα θα ήταν να κλείσω δυό-τρεις ταινίες, να ξέρω ότι έχω να κάνω αυτές, κι ας κάνω μια γερή παύση από το θέατρο. Είναι ωραίο, ξέρεις, κι οι θεατές να σε λαχταρούν. Να μην σε βλέπουν σε δυο και τρεις παραστάσεις τη σεζόν-το έχουμε κάνει κι αυτό πολύ τελευταία.
Πάντως στο σινεμά βλέπουμε τα τελευταία χρόνια και μια ανακύκλωση προσώπων. Κοίταξε να δεις, οι Έλληνες κινηματογραφιστές πάνε στη σιγουριά, σε ανθρώπους που έχουν δει σε ταινίες, δεν πάνε εύκολα σε φάτσες που παίζουν στην τηλεόραση, τις θεωρούν ότι είναι τηλεοπτικές. Υπάρχει κι όλη αυτή η άνθηση του greek weird cinema που ψάχνουν πρόσωπα περίεργα, παίρνουν ερασιτέχνες ηθοποιούς γιατί θεωρούν ότι έτσι θα έχουν έναν ρεαλισμό. Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά.
Στην τηλεόραση έγινε μια «ανατροπή», είδαμε θεατρικούς ηθοποιούς στις σειρές, τελοσπάντων, ανακατεύτηκε λίγο η τράπουλα. Από τις «Άγριες Μέλισσες» ξεκίνησε αυτό. Έχει σημασία και το πότε γίνονται όλα. Προηγήθηκαν 10-12 χρόνια πλήρους απραξίας στην τηλεόραση. Γινόντουσαν μία-δύο κωμωδίες τον χρόνο, ελάχιστες δουλειές. Η ΕΡΤ έβαλε μπροστά πρώτη, προς τιμήν της. Στη δεκαετία της κρίσης όταν πήγαινα στην ΕΡΤ για συνέντευξη έλεγα πάντοτε-σε ζωντανές εκπομπές, δεν μπορούσαν να με κόψουν- μη δίνετε λεφτά μόνο για μπάλα και Eurovision, που καλά κάνετε και δίνετε, αλλά διαθέστε ένα μικρό κομμάτι από τον ετήσιο προΰπολογισμό για σειρές, έστω ένα διήγημα τη χρονιά. Θα είναι δώρο για εμάς, για τα παιδιά μας. Συνεργεία έχετε, εγκαταστάσεις έχετε, σεναριογράφοι υπάρχουν, δόξα το θεό έχουμε καταληκτικούς συγγραφείς, ο Στρατής Μυριβήλης μου έρχεται στο μυαλό και είναι πολλοί ακόμα. Η ΕΡΤ πήρε πρώτη μπρος και μετά ήρθαν οι «Άγριες Μέλισσες», κι έτσι ξαναάνθισε η ελληνική μυθοπλασία. Η μεγάλη τονωτική ένεση ήταν ο ΕΚΚΟΜΕΔ (πρώην ΕΚΟΜΕ). Εάν σταματήσει θα πάψουν να γίνονται πολλές δουλειές. Τον κρατάνε χρόνο, χρόνο. Ήταν μια βοήθεια 2-3 χρόνων αρχικά, η οποία επεκτάθηκε σε μια εξαετία. Προεκλογικά ακούμε από όλα τα κόμματα, μηδενός εξαιρουμένου, ότι η βαριά μας βιομηχανία είναι ο πολιτισμός μας. Την επομένη των εκλογών το ξεχνάνε όλοι. Με λυπεί βαθιά που βλέπω ότι μας έχουν μόνο για κάτι φιέστες πρωτοχρονιάτικες και για κάτι γιορτούλες. Γιατί δεν εξάγαμε πολιτισμό μέσα στην κρίση; Γιατί δεν έχει κάνει κάποιος θεσμικός υπεύθυνος ένα κλιμάκιο να ταξιδεύει μόνο στο εξωτερικό με αρχαία τραγωδία και κωμωδία;
Ευτυχώς που έχουμε τον Θεόδωρο Τερζόπουλο. Δόξα τω θεό που υπάρχει, αλλά μόνος του και αβοήθητος. Για πολλά χρόνια προσπαθούσε να επιβιώσει στο μικρό του θέατρο με τις 60-70 θέσεις και ευτυχώς τα κατάφερε. Θα έπρεπε να τον έχουν στα ώπα ώπα. Είναι η μόνη μας παρουσία στα διεθνή φεστιβάλ. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλοι δάσκαλοι, όπως ο Κάστορφ και ο Κουλιάμπιν, με τους οποίους έχω δουλέψει, ή ο Βασίλιεφ, γνωρίζουν πολύ καλά τον Τερζόπουλο. Ακολουθεί μια γραμμή μη ρεαλιστική στην τραγωδία. Διότι κάποια πράγματα δεν μπορούν να ειπωθούν καθημερινά και ρεαλιστικά. Είναι τεράστια η σπουδή και η κληρονομιά που μας αφήνει πάνω στο πώς προσεγγίζεις ένα αρχαίο κείμενο.

Τόσα χρόνια στο θέατρο έχεις συμμετάσχει στην ιστορία του σύγχρονου θεάτρου στην Ελλάδα, έχεις ζήσει την πορεία του, τις αλλαγές, τα πρόσωπα που καθορίζουν κάθε φορά τις τάσεις, τα καλά,τα κακά… Είμαι 33 χρόνια ηθοποιός. Το ελληνικό θέατρο σήμερα δεν έχει καμία σχέση με το πώς ήταν όταν ξεκίνησα εγώ. Πολύ χαίρομαι που τα νέα παιδιά έχουν άποψη, δεν φοβούνται να την πούν, διεκδικούν, λένε «κοίταξε αυτό δεν θέλω να το κάνεις γιατί με ενοχλεί, κι ας είσαι ο θιασάρχης». Τα παιδιά αυτά έχουν μάθει, ήδη απ’ τη σχολή, ότι το θέατρο είναι μια ομαδική δουλειά, δεν είναι δουλειά ενός με τους υπόλοιπους δέκα να τον υπηρετούν. Στο θέατρο λέμε «παίζω». Χρησιμοποιούμε ένα πάρα πολύ ωραίο ρήμα. Το παιχνίδι περιέχει πάρα πολλή χαρά και μόνο μέσα απ’ τη χαρά μπορείς να είσαι δημιουργικός και ευφάνταστος. Όταν λείπει η χαρά του παιχνιδιού….
Νοιώθεις ότι η νέα γενιά σας συμπαρασύρει σε πιο ωραίες συνθήκες; Συνέβαλε βέβαια, καθοριστικά η δυναμική του metoo. Είναι λυτρωτικό για εσάς τους παλιότερους; Εμάς μας μάθαιναν απ’ τη σχολή να είμαστε σούζα. Ήταν δεδομένο για πολλά χρόνια. Είναι και για εμάς λυτρωτικό. Μου αρέσει που βλέπω τα νέα παιδιά να διαφωνούν, να απεργούν, να διεκδικούν μια συλλογική σύμβαση.
Και είσαι πάντα μαζί τους, το βλέπουμε. Ε πώς να μην είμαι. Όταν ήμουν στο ΔΣ του ΣΕΗ τους έλεγα στις συνεδριάσεις μας, «ένα πράγμα να καταφέρουμε αυτή την διετία, να κάνουμε μια συλλογική σύμβαση δώρο στους νέους συναδέλφους κι ας μην κάνουμε τίποτε άλλο». Είμασταν στο τσακ να το πετύχουμε. Είμαι αισιόδοξος ότι θα γίνει. Πολύ χάρηκα που είδα την προηγούμενη βδομάδα ότι απέκτησαν επιτέλους συλλογική σύμβαση οι ζαχαροπλάστες και εργαζόμενοι στην εστίαση. Πρέπει να είμαστε καλυμένοι ως εργαζόμενοι. Δεν μπορείς να παίρνεις νέα παιδιά να παίξουν με χαμηλούς μισθούς, να σερβίρουν όλη την ημέρα σε εστιατόρια και μετά να απαιτείς να είναι καλοί στον ρόλο τους.
Αν σου ζητούσε και άλλος συνάδελφος σου να του συμπαρασταθείς και να μπλέξεις σε μια δικαστική περιπέτεια – αναφέρομαι στο ότι πήγες μάρτυρας υπεράσπισης στην Ζέτα Δούκα που κατήγγειλε τον Γιώργο Κιμούλη- θα το ξαναέκανες; Θα το ξαναπερνούσες όλο αυτό; Έρχεται μια στιγμή στη ζωή σου που λες ήμουν παρών σε ένα συμβάν και κάποιος ζητάει τη βοήθεια μου. Εγώ οφείλω να πω την αλήθεια. Θα βοηθούσα πάλι. Εάν όμως ήταν άδικος αυτός που μου ζητάει βοήθεια, θα του έλεγα «φίλε όχι, δεν γίνεται». Η υστεροφημία είναι πολύ σημαντικό πράγμα, σημαντικότερο κι απ’ τις φιλοδοξίες μας, κι απ’ όλα. Και αλλάζουμε πάρα πολύ όταν κάνουμε παιδιά. Σκέφτεσαι πάντα σε τι συνθήκες εργασίας θα ήθελες να δουλεύει το δικό σου το παιδί. Εγώ θα ήθελα να νιώθει ασφαλής. Μόνο τότε μπορεί κάποιος να είναι δημιουργικός.
Τι θα ήθελες να λένε για εσένα οι συνάδελφοι σου; Πώς θέλεις να σε έχουν στο μυαλό τους; Σαν έναν φίλο τους που χαίρονται να βλέπουν κάθε απόγευμα στο θέατρο γιατί περνάνε καλά, να με βλέπουν σαν έναν συνάδελφο με τον οποίο θα ήθελαν να ξαναβρεθούν, να ξανασυνεργαστούν. Αυτό είναι νομίζω το μεγαλύτερο κέρδος για εμάς. Να υπάρχει σοβαρότητα την ώρα που δουλεύουμε, χαρά, δημιουργικότητα, κι όταν τελειώνουν οι παραστάσεις και κρεμάμε τα κοστούμια μας, να κλείνουμε ένα ραντεβού για την επόμενη χρονιά. Ξέρεις, όταν περνάνε τα χρόνια και δημιουργείς μοιραία φίλους αφού βρίσκεσαι μαζί με κάποιους ανθρώπους επί μήνες, πάντα ένα πράγμα λες όταν βλέπεις κάποιον: «Έλα ρε πότε θα ξαναβρεθούμε; Έλα να ετοιμάσουμε κάτι. Πάμε να κάνουμε εμείς μια πρόταση». Τώρα πια με παίρνει να πάω σε έναν παραγωγό με μια πρόταση, να πω έχω αυτό και με αυτούς θέλω να το κάνω. Πριν από δέκα χρόνια δεν μπορούσα να το κάνω. Τώρα όμως, μπορώ.
Αν υπάρχει ένα απόσταγμα από τα χρόνια που πέρασες στην Αμερική, ποιο είναι; Απ’ ότι ξέρω ήσουν πολύ κοντά στα να κάνεις εκεί μεγάλα και ωραία πράγματα. Και δεν έγιναν ποτέ. Αλλά δεν πειράζει γιατί έγινε κάτι πολύ πιο σημαντικό εκεί πέρα. Έπιασα πάτο. Αισθανόμουν πολλές φορές ότι έχω διαλέξει λάθος επάγγελμα, ότι πρέπει να δουλέψω κι άλλο, ότι δεν είμαι καλός, ότι υπάρχουν καλύτεροι από εμένα, ότι πρέπει να δουλέψω τα αγγλικά μου-έκανα τόσα πολλά μαθήματα. Τελοσπάντων, όλα αυτά είχαν ένα μόνο αποτέλεσμα: να γίνω καλύτερος και να καταλάβω ότι πρέπει να είμαι σε εγρήγορση. Όταν κλείνεις έναν μεγάλο ρόλο δεν προλαβαίνεις σε δυό-τρεις μήνες να ετοιμαστείς εάν δεν είσαι πάντα αλέρτ, γυμνασμένος, σωματικά και ψυχικά. Και για να το συνδέσω και με αυτά που έλεγα πριν για το πώς δουλεύω, στην Ελλάδα οι ηθοποιοί έχουμε πάντα αυτή την αίσθηση στην ανάγνωση ενός νέου έργου ότι είμαστε πρώτο έτος στη σχολή, ότι δεν ξέρουμε τίποτα. Περιμένουμε απ’ τους σκηνοθέτες να μας λύσουν όλα τα θέματα.
Τι σύμπτωμα είναι αυτό; Γιατί συμβαίνει; Δεν ξέρω. Έτσι έχουμε μάθει. Ο σκηνοθέτης όμως δεν θα στα μάθει όλα. Δεν είναι αυτή η δουλειά του. Ούτε θα σηκωθεί να παίξει τον ρόλο για να σου δείξει τι κάνεις. Η δουλειά του είναι να σου κεντρίσει το ενδιαφέρον, να δώσει συγκεκριμένους στόχους, να σου εξιτάρει τη φαντασία και να σε δει να κάνεις τη διαδρομή με συνέπεια, από την αρχή μέχρι το τέλος.
Μετά από τόσα χρόνια έχεις ακόμα αγωνία, όταν τελειώνει μια δουλειά, εάν θα χτυπήσει το τηλέφωνο για την επόμενη σεζόν; Ε ναι ρε συ. Εννοείται. Δεν είναι μόνο η αγωνία να έχεις δουλειά αλλά και τι δουλειά θα είναι, με ποιους και εάν θα κάνεις ένα ωραίο βήμα, αν θα μπεις σε έναν άλλο κόσμο ή θα ξαναπαίξεις κάτι παρόμοιο.