Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης έχει ιστορίες με την Τζούλια Ρόμπερτς και τον Αλ Πατσίνο, χωρίς να έχει βρεθεί σε (πολλά) after parties των Όσκαρ

Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης έχει ιστορίες με την Τζούλια Ρόμπερτς και τον Αλ Πατσίνο, χωρίς να έχει βρεθεί σε (πολλά) after parties των Όσκαρ

Το βιβλίο «Όσκαρ» στην πραγματικότητα είναι ένα εγχειρίδιο κινηματογράφου: όχι απλά μια αυτοβιογραφία ή ένα βιβλίο μόνο για εκείνους που έχουν ειδικό ενδιαφέρον για τα «Χρυσά» αγαλματίδια.

Πέτυχα τον Παναγιώτη Τιμογιαννάκη σε μια κατάσταση που μπορούσε να δεχτεί να μιλήσουμε με «slots», λίγα 24ωρα πριν τα φετινά Όσκαρ και εν μέσω απείρων συνεντεύξεων σε όποιο μέσο μπορεί να φανταστεί κανείς (εμ βραδιά Όσκαρ ενόψει, εμ η κυκλοφορία του βιβλίου του με τίτλο «Όσκαρ» από τις εκδόσεις Πεδίο). Του είπα πως θα μιλήσουμε για ούτε ένα τέταρτο, δύο – τρεις ερωτήσεις και ο καθένας μας θα συνέχιζε τη δημοσιογραφική του καθημερινότητα. Τελικά μιλήσαμε για 50 λεπτά, και όπως μου είπε μετά ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης, το είχε προβλέψει. Τι άλλο θα έκανε άλλωστε ο άνθρωπος που έχει βρεθεί 20+ φορές στην τελετή των Όσκαρ και ξέρει το δημοσιογραφικό παιχνίδι καλύτερα από κάθε άλλον;

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται τόσο ιστορίες με κορυφαίους δημιουργούς του κινηματογράφου (βλέπε Αλ Πατσίνο, Φράνσις Φορντ Κόπολα κλπ), όσο και αναλύσεις των κατηγοριών των Βραβείων, όπως και των αποτελεσμάτων τους. Το βιβλίο «Όσκαρ» του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη στην πραγματικότητα είναι ένα εγχειρίδιο κινηματογράφου: όχι απλά μια αυτοβιογραφία ή ένα βιβλίο μόνο για εκείνους που έχουν ειδικό ενδιαφέρον για τα «Χρυσά» αγαλματίδια. Αλλά ας τον αφήσουμε να τα πει καλύτερα μόνος του, χωρίς πολλές εξηγήσεις.

Όλη η δημοσιογραφική κοινότητα (αλλά και οι απλές θεατές) έχουν το δικό τους τελετουργικό πριν την τελετή των Όσκαρ. Εσάς ποιο ήταν το δικό σας, κάθε φορά που έπρεπε να παρευρεθείτε στην τελετή;

Έφτανα συνήθως στο Λος Άντζελες την Παρασκευή, περίπου δέκα ημέρες πριν από την τελετή των Όσκαρ (από την Παρασκευή πριν από την εβδομάδα της απονομής, όχι την Παρασκευή πριν από την απονομή). Από το ίδιο κιόλας βράδυ, παρά το jet lag, ξεκινούσα να μπαίνω κατευθείαν στο πρόγραμμα: είτε για να δω ταινίες που δεν είχα προλάβει μέχρι τότε είτε για να κάνω επαφές και να πηγαίνω σε διάφορες εκδηλώσεις που οργανώνονταν εκείνες τις ημέρες. Υπήρχαν συμπόσια και συναντήσεις γύρω από τον κινηματογράφο, ειδικά για τις ξενόγλωσσες ταινίες, όπου συχνά παρευρίσκονταν και οι σκηνοθέτες τους. Πολλές φορές συμμετείχαν και δημιουργοί από κινηματογραφικές σχολές. Όλο αυτό με έβαζε πολύ μέσα στο κλίμα· κατάλαβες, για μια διαρκή ένταση και διέγερση.

Εκείνο που ήταν εξουθενωτικό, ήταν το μετά τα Όσκαρ. Μετά την απονομή και για 48 ώρες εγώ δεν κοιμόμουν. Αυτό κάποια στιγμή με κούρασε γιατί ήταν οι διαφορές των ωρών, της Καλιφόρνιας με την Ελλάδα (10 ώρες διαφορά) και εδώ πέρα περίμεναν έντυπα, καθημερινές εκδόσεις, Κυριακάτικες εκδόσεις, περιοδικά, και ραδιόφωνο ή τηλεόραση.

Η τελετή τελείωνε γύρω στις 9 με 9:30 το βράδυ, ώρα Καλιφόρνιας. Στην Ελλάδα, όμως, ήταν ήδη ξημερώματα και τα έντυπα ήταν ανοιχτά για την έκδοση. Έπρεπε λοιπόν να φύγω αμέσως, μέσα σε τρελή κίνηση, ώστε το αργότερο μέχρι τις 11 το βράδυ να έχω ξεκινήσει να γράφω. Πολλές φορές έφευγα κατευθείαν έτσι όπως ήμουν, με το σμόκιν από την τελετή, και πήγαινα λίγο πιο κάτω από το σπίτι όπου νοίκιαζα μόνιμα. Δεν έμενα σε ξενοδοχεία γιατί ήθελα να είμαι πιο κοντά στον χώρο, και για να γράφω μετά την απομονή είχα ένα μόνιμο στέκι, πάρα πολύ ωραίο, που είχε από κάτω και ένα υπέροχο coffee shop, ήταν στην Beverly Boulevard, όπου έρχονταν οι ηθοποιοί. Δηλαδή, είχα δει την Τζούλια Ρόμπερτς εκεί, όπως και άλλους, να τρώνε μπέργκερ μετά τα Όσκαρ.

Άρα, ουσιαστικά δεν είχε νόημα να πηγαίνετε στα after party;

Όχι, καθόλου! Εγώ αυτό το κομμάτι το είχα σχεδόν αποκλείσει. Πήγα μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις, σε κάποιες χρονιές που συνέπιπτε η 25η Μαρτίου με την περίοδο των Όσκαρ, όταν γίνονταν πιο αργά μέσα στον Μάρτιο. Συνολικά, μέσα σε περίπου 20 χρόνια, δεν πρέπει να πήγα σε πάνω από τέσσερα after party. Προς το τέλος, όταν είχε αρχίσει να συσσωρεύεται η κούραση, άρχισαν να μου βγαίνουν και κάποια υπαρξιακά ερωτήματα: αν δηλαδή απολαμβάνω όλο αυτό ή αν απλώς δουλεύω διαρκώς. Μέχρι τότε δεν με απασχολούσε καθόλου, αλλά εκεί άρχισε να με «χτυπάει» η κούραση.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά το 2007. Η ενδυματολόγος και φίλη της Άννας Βίσση, η Πατρίσια Φιλντ, ήταν υποψήφια για Όσκαρ Κοστουμιών για την ταινία «Ο διάβολος φοράει Prada». Είχε πει στην Άννα, ότι αν προταθεί θα τη συνοδεύσει, και έτσι έγινε. Βρεθήκαμε κι εμείς εκεί, είδαμε την απονομή, όλα καλά. Το βράδυ, μετά την τελετή, η Πατρίσια έκανε ένα πάρτι στο διαμέρισμά της, με καλεσμένους από τη Νέα Υόρκη και το Μιλάνο (μοντέλα, ηθοποιούς κτλ). Ήμουν καλεσμένος, αλλά δεν μπορούσα να πάω γιατί έπρεπε να επιστρέψω να γράψω όλα όσα είχαν συμβεί, να καλύψω το γεγονός.

Κάπου εκεί μου «γύρισε». Είπα ότι θα πάω έστω για λίγο, έτσι για την εμπειρία, για να μην τους αφήσω τελείως. Πήγα, έκατσα λίγο, και ήταν μια μικρή ικανοποίηση για μένα, αλλά έφυγα νωρίς, πριν καν αρχίσει κανονικά το πάρτι, γιατί δεν είχα άλλο περιθώριο. Έπρεπε να γυρίσω και να ξεκινήσω τον «μαραθώνιο» της δουλειάς. Εκεί ήταν που μου βγήκε πιο έντονα αυτό το υπαρξιακό: αν τελικά απολαμβάνω όλο αυτό ή απλώς δουλεύω συνεχώς. Βέβαια, από τη στιγμή που το είχα κατακτήσει, είχα και την πολυτέλεια να κάνω τέτοιες σκέψεις, όπως όταν έχεις λύσει τα της επιβίωσης και μετά αρχίζουν τα ψυχολογικά. Όταν βρίσκεσαι σε δύσκολες συνθήκες, δεν έχεις χώρο για τέτοια. Όσο «έτρεχα» για να τα καταφέρω όλα αυτά, δεν είχα τέτοιους προβληματισμούς. Το έβλεπα ως μέρος της δουλειάς μου.

Να υποθέσω ότι είχατε και όλο αυτό το τρέξιμο και πριν την απονομή.

Ναι, ακριβώς. Αυτό ήταν ουσιαστικά μια δουλειά που κρατούσε όλο τον χρόνο, δεν ήταν μόνο η περίοδος των Όσκαρ. Εγώ πάντως αυτό που κρατάω από όλη αυτή την εμπειρία είναι ότι, μπορεί να μην πήγαινα στα πάρτι, αλλά πήγαινα σε έναν άλλο χώρο, πιο «εναλλακτικό» για μένα, όπου συναναστρεφόμουν συνεχώς ανθρώπους του χώρου. Για μένα αυτά ήταν ανεκτίμητα, γιατί δεν ήμουν άνθρωπος των πάρτι. Μέχρι ενός σημείου όμως δεν με απασχολούσε καθόλου, γιατί απολάμβανα αυτό που έκανα: τις επαφές και κυρίως τις συζητήσεις με αυτούς τους ανθρώπους. Μιλούσα με ανθρώπους της Ακαδημίας, από διαφορετικούς τομείς: σκηνογράφους, μοντέρ, σεναριογράφους, παραγωγούς. Ο καθένας μου ανέλυε τις ταινίες από τη δική του σκοπιά, μέσα από τη δική του τέχνη, και αυτό για μένα ήταν καταπληκτικό. Και αυτό είναι κάτι που προσπάθησα να κρατήσω και αργότερα, όταν ένιωσα ότι αυτός ο κύκλος είχε κάπως ολοκληρωθεί. Είχα φτάσει σε ένα αρκετά βαθύ επίπεδο γνώσης, και αν συνέχιζα, θα έπρεπε να αποφασίσω αν θα περάσω «στην άλλη όχθη», δηλαδή στη δημιουργία. Γιατί όλες αυτές οι γνώσεις που είχα αποκτήσει ήταν, κατά κάποιο τρόπο, «βαριές» για τη δημοσιογραφία, αφού δεν υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για τέτοιου είδους λεπτομέρειες.

Δύσκολη τέτοιου τύπου εμβάθυνση σε δημοσιογραφικά δεδομένα.

H δημοσιογραφία έχει τους κανόνες της, κι εγώ τους σεβάστηκα αυτούς τους κανόνες. Ήξερα ότι κάποια πράγματα δεν μπορώ να τα γράψω, να τα μεταφέρω έτσι όπως είναι. Δεν ήταν θέμα λογοκρισίας, ήταν η ίδια η δομή του επαγγέλματος. Όταν λοιπόν άρχισα να ξεφεύγω, το κατάλαβα. Όλα αυτά που πήγαινα, παρακολουθούσα και μάζευα ως γνώση δεν είχαν πια χώρο μέσα σε αυτό που έκανα. Έπρεπε να βρεθεί ένας άλλος τρόπος να τα διαχειριστώ. Είχα φτάσει σε ένα σημείο που ένιωθα ότι περνάω στην «άλλη μεριά», των κινηματογραφιστών. Το καλύτερο που μπορούσα να κάνω ήταν να αρχίσω να αξιοποιώ όλα αυτά που είχα μαζέψει, με τον δικό μου τρόπο, μέσα από τη δουλειά μου, σιγά-σιγά.

Όταν ολοκληρώθηκε και η σχέση μου με την εφημερίδα, υπήρχε και ένας παλιός νόμος που μου επέτρεπε να παραμείνω στη σύνταξη χωρίς όριο ηλικίας, λόγω πολλών χρόνων. Κι εγώ είχα πολλά χρόνια: δούλευα από τα 18 μου και ήμουν ασφαλισμένος από τότε. Είχα σταθεί και τυχερός, γιατί έπεσα σε τίμιους εργοδότες, όχι εκμεταλλευτές. Εκεί ένιωσα ότι θέλω να κάνω κάτι δικό μου. Να αρχίσω σιγά-σιγά να λέω όλα αυτά που έχω μέσα μου και να τα βάζω σε μια σειρά, γιατί και ο κόσμος δεν είναι έτοιμος να δεχτεί τέτοιου είδους γνώση «μαζεμένη», απότομα. Πρέπει να του τη δίνεις λίγο-λίγο.

Γι’ αυτό έφτιαξα και το pantimo.gr. Από εκεί άρχισα να γράφω με αυτόν τον τρόπο, σταδιακά. Και κάποια στιγμή αυτό το πρόσεξαν άνθρωποι από τον εκδοτικό χώρο, συγκεκριμένα από τα «Ελληνικά Γράμματα» και ο Αντώνης Τουμανίδης, που έχει και κινηματογραφικές σπουδές. Έτσι προέκυψε και το βιβλίο. Γιατί μέχρι τότε, οι προτάσεις που είχα δεχτεί ήταν απογοητευτικές. Μου ζητούσαν πράγματα που δεν με εξέφραζαν και δεν είχαν καταλάβει ούτε τι κάνω ούτε τι θέλω. Ήθελαν κουτσομπολιό: τι φοράνε, παρασκήνια κτλ. Δεν υπάρχουν «παρασκήνια»! Δεν είναι σαν μια μικρή επιτροπή, όπως σε ένα φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ή Καννών, όπου μπορεί να υπάρχουν εντάσεις μεταξύ λίγων ανθρώπων. Εδώ μιλάμε για χιλιάδες μέλη, κάτι σαν δημοτικές εκλογές σε έναν μεγάλο δήμο. Περίπου 10.000 άνθρωποι, διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο. Και ο καθένας ψηφίζει με κωδικό, όχι καν με το όνομά του. Είναι εντυπωσιακό.

Στη φάση που διανύουμε τώρα, ο καθένας που έχει social media εκφράζει άποψη για τα πάντα, όπως για το ποιες ταινίες αξίζουν Όσκαρ. Υπάρχει μια γενικευμένη αίσθηση ότι όλοι είμαστε λίγο «παντογνώστες». Έχουμε Netflix, βλέπουμε ταινίες ακόμη και από το κινητό μας, άρα θεωρούμε ότι έχουμε και άποψη για το ποιοι μπορούν να πάρουν και Όσκαρ. Πώς το βλέπετε αυτό;

Καταρχάς, το γούστο είναι απολύτως σεβαστό. Ως γούστο, δεν τίθεται θέμα. Το λέω αυτό γιατί, αν το δούμε σχηματικά, ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί και με το συναίσθημα και με τη λογική. Αν το μεταφέρουμε αυτό στη δουλειά μας, το «θυμικό» είναι το γούστο και το «λογικό» είναι το κριτήριο. Άρα, ναι, το τι θέλω εγώ να πάρει Όσκαρ είναι απολύτως σεβαστό. Το ζήτημα ξεκινά όταν αυτό το «θέλω» παρουσιάζεται ως αντικειμενική αλήθεια, χωρίς να στηρίζεται κάπου. Και τότε φτάνουμε στο άλλο άκρο: να απαξιώνεται η Ακαδημία, να ακούγονται χαρακτηρισμοί χωρίς να υπάρχει επίγνωση για το ποιοι άνθρωποι την απαρτίζουν. Μιλάμε για χιλιάδες επαγγελματίες, από όλο το φάσμα της δημιουργίας, από μουσικούς μέχρι σκηνοθέτες και τεχνικούς. Όλοι αυτοί συγκροτούν το σώμα που κρίνει.

Από εκεί και πέρα, πάμε στο βασικό: πώς διαχωρίζεται το γούστο από το κριτήριο. Το γούστο, όπως είπαμε, είναι σεβαστό. Το κριτήριο όμως είναι κάτι άλλο. Οι Ακαδημίες λειτουργούν ως θεματοφύλακες κανόνων, όχι κανονισμών, αλλά κανόνων. Υπάρχει μια βάση. Όπως ένα σπίτι δεν χτίζεται από το ταβάνι αλλά από τα θεμέλια, έτσι και στην τέχνη υπάρχουν δομές πάνω στις οποίες πατάς.

Και κάτι ακόμη: οι Ακαδημίες δεν είναι κάτι έξω από τη δημιουργία. Είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που τη συγκροτούν. Όλοι όσοι συμβάλλουν σε μια ταινία, ο καθένας με τη δική του ματιά, συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία αξιολόγησης. Και δεν βλέπουν μόνο το δικό τους κομμάτι, αλλά το σύνολο. Αυτό έχει και μια βαθύτερη βάση. Πηγαίνει πίσω, μέχρι τον Αριστοτέλη και την «Ποιητική». Είναι η ιδέα ότι το βάρος πέφτει στο έργο, όχι στον δημιουργό. Δηλαδή, αυτό που τελικά κρίνεται είναι το αποτέλεσμα, το ίδιο το έργο. Αυτό είναι που έχει σημασία.

Ποια είναι μια κατηγορία στα Όσκαρ που συχνά παραβλέπουμε;

Αυτή της διανομής, που είναι και πιο φρέσκια κατηγορία στα Όσκαρ. Στο βιβλίο μου έχω προσθέσει και τους casting directors, προσπαθώντας να ενσωματώσω αυτή τη ματιά, και το μελετώ κι εγώ πιο συστηματικά τώρα, από την αρχή, παρότι είχα ήδη μια εικόνα, συνειδητοποιώ όμως και διαφορές σε σχέση με όσα πίστευα. Και έχει ενδιαφέρον τι λένε και οι ίδιοι: ότι δεν είναι ατζέντηδες. Δηλαδή δεν «κλείνουν» δουλειές για ηθοποιούς, ούτε απλώς τους προωθούν σε σκηνοθέτες. Είναι μια καλλιτεχνική οντότητα από μόνη της η διαδικασία του casting. Η διανομή έχει άποψη, έχει συνοχή, έχει μια ολοκληρωμένη πρόταση.

Για να το δεις και στην πράξη, θα σου φέρω ένα παράδειγμα από ελληνική ταινία που βγαίνει στις 19 Μαρτίου, «Η Τελευταία Κλήση». Δες την! Με αυτήν την ταινία θα καταλάβεις και τι σημαίνει διανομή ρόλων. Και αυτό είναι αποτέλεσμα της δουλειάς του casting director, που μέχρι τώρα ούτε το προσέχαμε ιδιαίτερα ούτε το αξιολογούσαμε, αφού το αποδίδαμε, στην καλύτερη περίπτωση, αποκλειστικά στον σκηνοθέτη. Μοντάζ και casting είναι ίσως τα δύο βασικά στοιχεία που συγκροτούν μία ταινία. Υπάρχει βέβαια και το σενάριο, αλλά δεν είναι πάντα αυτό που καθορίζει το τελικό αποτέλεσμα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένα μέτριο σενάριο απογειώνεται χάρη στη διανομή και στο μοντάζ. Θυμάμαι κιόλας κάτι που μου είχε πει ο Γιάννης Δαλιανίδης, από τις πρώτες μου επαγγελματικές εμπειρίες στην Ελλάδα: «η διανομή είναι η μισή σκηνοθεσία».

Σχετικά άρθρα