Ντέσμοντ Τσάιλντ στο ΚΛΙΚ: «Η επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι ζήτημα ηθικής»
Θα μπορούσε να μιλάει με τις ώρες για την Φολέγανδρο, το ηλιοβασίλεμα και το ελληνικό καλοκαίρι ο θρυλικός παραγωγός με τις χρυσές επιτυχίες που έφερε στα μέρη μας το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Και τα λέει και πολύ ωραία!
Περιεχόμενα
Καθώς του μιλάς και επειδή είναι φοβερά φιλικός, άνετος, ήρεμος και ευδιάθετος, ξεχνάς λίγο το μέγεθος διασημότητας που έχεις απέναντι σου. Γιατί λάμπουν τα μάτια του όταν ο Ντέσμοντ Τσάιλντ μιλάει για την Φολέγανδρο, τα υπέροχα καλοκαίρια που περνάει εκεί με την οικογένεια του, το κρυφτό που έπαιζαν τα παιδιά του πιτσιρίκια στα στενά της χώρας, ηλιοβασιλέματα, ανεμόμυλους και παγωτά. Εντάξει, την χώρα μας πολλοί αγάπησαν, είναι κι αυτό το άτιμο το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου, αλλά ο θρυλικός αυτός συνθέτης και παραγωγός δεν είναι απλά φαν του ελληνικού καλοκαιριού, είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Μην ξεχνάμε ότι το 2022 έκανε μια μεγάλη συναυλία στο Ηρώδειο με φιλανθρωπικό χαρακτήρα, προς όφελος ενός σκοπού που για εμάς έχει υψηλή πολιτισμική αξία, την επιστροφή και επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Και έφερε στο Αρχαίο Ρωμαΐκό Θέατρο ένα κάρο συνεργάτες του, ροκ σταρ που έχουν τραγουδήσει τα χιτ που τους έγραψε. Τον Άλις Κούπερ, την Μπόνι Τάιλερ, την Ρίτα Γουίλσον, το συγκρότημα «The Rasmus», κ.ά.
Κι αν έχει επιτυχίες ο Ντέσμοντ Τσάιλντ. Ας σκαλίσουμε λίγο την μνήμη μας. Έχει γράψει τα «I was made for loving you» των Kiss, «Livin’ on a prayer» του Τζον Μπον Τζόβι, «Poison» του Άλις Κούπερ, «Livin’ la Vida Loca» του Ρίκι Μάρτιν και θα βάλω μια άνω τελεία εδώ, γιατί είναι πολλά, πολλά ακόμη. Μου δείχνει στο κινητό του φωτογραφίες από πρόβες με την μυθική Μπάρμπρα Στρέιζαρντ στο στούντιο, εννοείται και με αυτήν έχει συνεργαστεί, όπως και με την Σερ, τον τσιγκλάω, θέλω να δω κι άλλες φωτογραφίες, μου δείχνει και τους δυό γιους του μικρούς με τον νονό τους, που δεν είναι άλλος από τον Μπον Τζόβι.
Δεν ονόμασε τυχαία την αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε πριν από λίγα χρόνια, «Big songs, big life». Για την ζωή και την καριέρα του, μια ιστορία εκπλήρωσης του αμερικανικού ονείρου, και βέβαια για την Ελλάδα, μιλήσαμε και στη συνέντευξη που έγινε πριν από λίγες ημέρες στη Θεσσαλονίκη με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ «Ο Ντέσμοντ Τσάιλντ ροκάρει στον Παρθενώνα» με θέμα και περιεχόμενο τη συναυλία στο Ηρώδειο, που κατέγραψε και τελικά σκηνοθέτησε η καλή του φίλη και πολύ έμπειρη σκηνοθέτης, Χέδερ Γουίντερς. Η ταινία προβλήθηκε στο πλαίσιο του 28ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης που έφερε στο κόκκινο χαλί του Ολύμπιον τον σούπερ σταρ της μουσικής βιομηχανίας.
Ο Ντέσμοντ Τσάιλντ μιλάει στο ΚΛΙΚ
Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με την Ελλάδα; Ηταν μια σχέση τουριστική; Ήταν πιο προσωπικό από αυτό. Είχαν αρχίσει να έρχονται στη Φολέγανδρο δυό καλοί μας φίλοι, οι Άλμπι και Μέλανι Γκαλούτεν- ο Άλμπι ήταν ο παραγωγός των Bee Gees, έχει κάνει επιτυχίες όπως τα «Saturday night fever», «Stayin’ Alive», κ.α. Είμασταν λοιπόν πολύ στενά δεμένοι, ο γιος τους τότε ήταν ένα χρόνο μικρότερος από τους δικούς μου, δηλαδή αυτός τεσσάρων, κι οι δικοί μου πέντε. Είχαν κάνει και το μήνα του μέλιτος εδώ στο νησί. Κάποια στιγμή μας είπαν «αγαπάμε αυτό το νησί, ελάτε μαζί μας». Φτάσαμε με ένα ελικόπτερο, με δύο μέλη από το φιλανδικό συγκρότημα «The Rasmus» και με πρόθεση να γράφουμε ένα τραγούδι την ημέρα. Τα παιδιά από το συγκρότημα θα έμεναν δέκα ημέρες, οπότε γράψαμε όντως δέκα τραγούδια για το άλμπουμ «Black roses». Είχαμε χιτ, το «Livin’ in a world without you». Δυό χρόνια μετά ο Λάουρι Ούλονεν κι εγώ γράψαμε ένα άλμπουμ ακόμα, το «Weirdo». Πάλι το ίδιο πρόγραμμα… ένα τραγούδι την ημέρα.
Σας έκανε πολύ παραγωγικούς το νησί. Είναι ένα μαγικό νησί. Τρώγαμε πρωινό στο όμορφο ξενοδοχείο όπου μέναμε, στη συνέχεια ο Κέρτις (σ.σ. ο σύζυγος του) και οι άλλοι πήγαιναν στην παραλ ενώ εγώ και όποιος έγραφα μαζί τότε, πηγαίναμε στο δωμάτιο όπου είχαμε στήσει ένα στούντιο. Μετά μικρό διάλειμμα, συνεχίζαμε δουλειά, σταματούσαμε στις τέσσερις και ετοιμαζόμασταν για το ηλιοβασίλεμα. Πίναμε ποτά και παίζαμε μοχθηρά παιχνίδια UNO.
Πώς μπορεί το UNO να είναι μοχθηρό; Εμείς έχουμε έναν καινούργιο κανόνα όπου μπορείς να ρίξεις κάτω την κάρτα σου ακόμα κι αν δεν είναι η σειρά σου αλλά πρέπει να είσαι πολύ γρήγορος. Δηλαδή εάν για παράδειγμα κάτω έχει πράσινο τεσσάρι, όποιος έχει πάνω του τέσσερα μπορεί να το πετάξει αμέσως. Όλοι προσπαθούν να το κάνουν πολύ γρήγορα κι έτσι καταλήγουμε με… μπερδεμένα χέρια. Σας λέω για πολύ μοχθηρά παιχνίδια (γελάει). Ο γιος του Λάουρι Ούλονεν, ο Όλιβερ ο οποίος είναι 6 χρονών, είναι ο πρωταθλητής μας. Κέρδιζε κάθε παιχνίδι με ένα βλέμμα που υπονοούσε ότι δεν υπάρχουν φιλίες στο UNO. Μια φορά έχασε και κύλησε ένα δάκρυ. Για να καταλαβεις δηλαδή πόσο σοβαρά είναι τα παιχνίδια μας. Μετά λοιπόν από όλα αυτά βλέπουμε το ηλιοβασίλεμα, κατεβαίνουμε στην πόλη, πιθανόν στην ταβέρνα του Νίκου και μένουμε εκεί μέχρι να έρθει η ώρα να πάμε για παγωτό. Όπου και να είναι ο καθένας, γύρω στις δέκα συναντιόμαστε στο παγωτατζίδικο. Κάπως έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε να πηγαίνουμε δέκα μέρες, μετά έγιναν δεκαπέντε, έπειτα τρεις βδομάδες και τώρα πηγαίνουμε για πέντε εβδομάδες το καλοκαίρι.
Έγινε δηλαδή ετήσια συνήθεια. Εσύ το λες συνήθεια, εγώ παράδοση.
Θα το έλεγα και μια ωραία εξάρτηση. Εξάρτηση! Απολύτως! Τα παιδιά μας μεγάλωσαν στους δρόμους γιατί δεν έχει αμάξια οπότε μπορούσαν να τρέχουν παντού και έπαιζαν με παιδιά που ούτε καν μιλούσαν την ίδια γλώσσα, από Ισλανδία, Γαλλία, Ιταλία και φυσικά Έλληνες, τα παιδιά του ιδιοκτήτη της ταβέρνας, των μαγαζιών, των ξενοδοχείων. Εκεί που έβλεπες δέκα-δεκαπέντε αγόρια να τρέχουν στον δρόμο μετά από δεκαπέντε δευτερόλεπτα τους κυνηγούσαν τα κορίτσια σαν να είναι οι Beatles! Έπαιζαν κρυφτό. Δεν είμαστε τουρίστες. Πλέον είμαστε άνθρωποι του χωριού. Η Φολέγανδρος είναι το δεύτερο σπίτι μας. Λατρεύουμε το μέρος, λατρεύουμε τη χώρα. Έχουμε γνωρίσει υπέροχους ανθρώπους όπως τον Γιώργο Λεμπέση και τον Φοίβο, οι οποίοι πάντοτε με παρότρυναν να κάνω ένα σόου στην Αθήνα με τη μουσική μου, τις επιτυχίες μου. Μιλούσαμε για αυτό ξανά και ξανά μέχρι που ο Φοίβος έριξε την ιδέα να το κάνουμε στο Ηρώδειο.

Ξέρετε, σκεφτόμουν πριν που μιλούσατε για την Ελλάδα και την Φολέγανδρο, που την θεωρείτε πλέον τόπο σας, ότι πολλοί διάσημοι έχουν αγαπήσει την χώρα μας, για τους γνωστούς λόγους: φαγητό, απέραντο γαλάζιο, Ζορμπάς, κτλ. Αλλά εσείς είστε μια άλλη περίπτωση. Γιατί η συναυλία στο Ηρώδειο ήταν μια έμπρακτη δήλωση στήριξης στο εθνικό μας αίτημα για την επιστροφή των Γλυπτών.
Δεν ήθελα απλά να κάνω ένα σόου με τα τραγούδια μου, ήθελα να γίνει για έναν καλό σκοπό. Όταν πήγα στο Ηρώδειο και είδα ότι είναι τόσο κοντά στον Παρθενώνα και δίπλα στο Μουσείο της Ακρόπολης, μου φάνηκε εντελώς φυσιολογικό να αφιερώσω τη συναυλία στην επιστροφή και την επανένωση των Μαρμάρων του Παρθενώνα.
Και πώς είστε τόσο καλά διαβασμένος και τελικά τόσο ευαισθητοποιημένος γύρω από αυτό το θέμα; Συνήθως μετά από μερικά ποτά, ρακόμελα στην πραγματικότητα, στις παρέες το θέμα πάντοτε επέστρεφε στα Γλυπτά του Παρθενώνα και πολλές φορές κάποιος έβαζε τα κλάματα. Τα Γλυπτά είναι σαν ορφανά που περιμένουν να επιστρέψουν στην οικογένεια τους-εγώ τουλάχιστον έτσι το νοιώθω. Έμαθα πολλά και από τον καθηγητή και διευθυντή του Μουσείου της Ακρόπολης, Νίκο Σταμπολίδη. Αλλά και μετά τη συναυλία αρχισα να καταλαβαίνω πολλά περισσότερα ειδικά όταν πήγα σε μια συνάντηση της Hellenic Society στο Νάσβιλ-με είχαν καλέσει να με τιμήσουν- όπου άκουσα τη διάλεξη μιας γυναίκας η οποία είναι επικεντρωμένη στην επιστροφή των Μαρμάρων. Πολλοί χρησιμοποιούν την δικαιολογία ότι εάν αρχίσουν οι επιστροφές στις χώρες προέλευσης τότε δε θα μείνει τίποτα στα μουσεία. Αυτό είναι ανόητο γιατί καταρχάς κομμάτια αγοράζονται από συλλέκτες και καμιά φορά, μετά θάνατον, τα δωρίζουν στα μουσεία. Είναι μια ξεκάθαρη προέλευση έργων τέχνης αλλά υπάρχει και κάτι πέρα από αυτά γιατί τα Μάρμαρα του Παρθενώνα δεν είναι ξεχωριστά, μεμονωμένα, έργα τέχνης. Είναι ένα, ενιαίο σύνολο, και αποσπάστηκαν μέρη του. Η επιστροφή τους είναι και ζήτημα ηθικής. Όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για την ανθρωπότητα. Είναι ένα από τα θαύματα του κόσμου. Είναι σκληρό και άδικο να μην υπάρχει ως ενιαίο έργο.

Εχετε πιάσει την καρδιά της συζήτησης. Η επανένωση δεν είναι ζήτημα Ελλάδας-Βρετανίας, είναι παγκόσμιο. Ακριβώς. Μα τι θα κάνουμε; Θα παίρνουμε κομμάτια της Πυραμίδας και θα λέμε «είναι ωραίο αυτό το μικρό κομμάτι πέτρας, ας κρατήσω ένα»; Πάντα αναφέρω το Στόουνχετζ ως παράδειγμα. Πώς θα ένοιωθαν οι Βρετανοί εάν ξυπνούσαν ένα πρωί και έβλεπαν ότι λείπει η κορυφή; Θα ήταν έξω φρενών. Θα έφερναν τον κόσμο ανάποδα για να σιγουρευτούν ότι θα επέστρεφε το κομμάτι. Κι αυτό είναι ενιαίο έργο σύμφωνα με τις έρευνες, ένας τόπος όπου γίνονταν τελετουργίες. Και η Ακρόπολη ήταν ναός. Οι άνθρωποι λοιπόν θα έπρεπε να σέβονται κάτι τέτοιο. Πώς θα ένοιωθαν οι Ιταλοί εάν έφευγαν κομμάτια από το Βατικανό; Σε μένα τελικά αυτό το θέμα είχε μια προσωπική απήχηση που την συνειδητοποίησα μετά τη συναυλία. Όταν ήμουν στο αεροπλάνο φεύγοντας από την Αθήνα, κοιτώντας κάτω την πόλη, άρχισα να καταλαβαίνω ότι στην δική μου ζωή είχα μια μικρή παράλληλη ιστορία. Η μητέρα μου, Έλενα Καζάλς, ήταν φίλη με μια γλύπτρια που την έλεγαν, Λι Μπέρχαμ, η οποία είχε φτιάξει ένα γλυπτό ανάγλυφο, πέντε πόδια ύψος, που απεικόνιζε την μητέρα μου και πίσω της ήταν ένας άντρας ο οποίος έμοιαζε Έλληνας, με χιτώνα, ξυπόλητος. Ήταν το μόνο πράγμα αξίας που είχαμε. Μια μέρα, όταν ήμουν δέκα ετών, γύρισα από το σχολείο και το έργο τέχνης έλειπε. Είμασταν τόσο φτωχοί που δεν είχαμε χρήματα για φαγητό και η μαμά μου το πούλησε για 1200 δολάρια-ήταν πολλά λεφτά το 1963. Αλλά ήταν ένα σοκ για μένα. Υποσχέθηκα ότι θα το πάρω πίσω. Μου πήρε 45 χρόνια για να το βρω και να το αγοράσω.
Πώς το βρήκατε; Θυμόμουν το όνομα αυτού που το αγόρασε και μέσω του Ρίκι Μάρτιν μπόρεσα να βρω την οικογένεια του, αυτός είχε πεθάνε, και οι απόγονοι του το είχαν σε ένα πίσω δωμάτιο, κανείς δεν νοιαζόταν για αυτό. Πλήρωσα 35.000 δολάρια για να το πάρω πίσω. Θα πλήρωνα και ένα εκατομμύριο εάν χρειαζόταν.
Φοβερή ιστορία. Η μαμά μου ζούσε ακόμα, την πήγα λοιπόν στη Νέα Υόρκη, το είχα βάλει σε μια τιμητική θέση και μόλις το είδε και το άγγιξε έβαλε τα κλάματα. Σας λέω αυτή την ιστορία γιατί ίσως είναι κι ένας λόγος που νοιάζομαι τόσο πολύ για τα Μάρμαρα του Παρθενωνα, συνειδητοποίησα δηλαδή, αφού είχε γίνει η συναυλία στο Ηρώδειο, ότι είχα ζήσει σε πολύ μικρή και προσωπική κλίμακα μια ιστορία που μπορεί κάπως να παραλληλιστεί.
Διάβαζα χθες το βράδυ μια παλιά συνέντευξη σας όπου παρομοιάζατε την μητέρα σας με τον θρυλικό χαρακτήρα που γεννήθηκε από την πένα του Τένεσι Ουίλιαμς, την Μπλανς Ντιμπουά του «Λεωφορείον ο πόθος».
Ναι. Κι ακούστε να δείτε ειρωνία. Προτού παντρευτεί η μητέρα μου είχε γνωρίσει στην Κούβα έναν νεαρό άντρα, τον Τζέι Τζάνσον, ο οποίος ήταν μοναχοπαίδι από εύπορη οικογένεια και η μαμά του ήταν κολλητή με τον Τένεσι Ουίλιαμς. Όποτε έρχονταν στην Αβάνα, ο Τζέι έψαχνε τη μητέρα μου μου και έκαναν παρέα και ο Τένεσι Ουίλιαμς με την μαμά του Τζέι πήγαιναν στα καφέ, μιλούσαν, και δεν ξέρω… αναρωτιέμαι εάν στην προσωπικότητα της Μπλανς έβαλε λίγη από την ουσία του χαρακτήρα της μαμάς μου-δεν είχε γράψει ακόμα το «Λεωφορείον ο πόθος». Γιατί η μαμά μου ήταν πάντοτε σαν ένα χαμένο λουλούδι. Κάθε φορά που βλέπω την ταινία, την νοιώθω εκεί μέσα. Ο Τζέι και η μαμά μου έμειναν φίλοι μέχρι το τέλος και κάθε πρωτοχρονιά ο Τζέι εμφανιζόταν στο πάρτυ μας στο Μαΐάμι.
Σκέφτομαι τόση ώρα που σας ακούω ότι η ζωή σας είναι το περίφημο αμερικάνικο όνειρο, τα καταφέρατε κόντρα στις συνθήκες, στην φτώχεια και τις δυσκολίες. Δεν το σκέφτομαι έτσι. Και οι δύο γονείς μου ήταν από άλλες χώρες, η μαμά μου Κουβανή, ο μπαμπάς μου Ούγγρος και γνωρίστηκαν στις ζούγκλες της Βενεζουέλας. Νοιώθω διεθνής. Η μητέρα μου ήταν παντρεμένη με κάποιον άλλον, έμαθα αυτή την πλευρά της ιστορίας όταν ήμουν 18 χρονών (σ.σ. τότε έμαθε ποιός ήταν ο βιολογικός του πατέρας). Γενικά νοιώθω, και μου έγινε πολύ ξεκάθαρο τελευταία ότι όπου και να βρίσκομαι, δεν έχει σημασία το μέρος, περπατάω στον πλανήτη γη.
Δε νοιώθετε δηλαδή καθόλου Αμερικανός πολίτης; Νοιώθω σαν ένα ανθρώπινο ον στη γη διότι η Αμερική είναι ένα μέρος που αλλάζει συνέχεια, που αντιπροσωπεύει πολλά πράγματα. Τον Οκτώβριο θα γίνω 73 χρονών. Έχω ζήσει ως ευσυνείδητος άνθρωπος τα 60s, 70s, 80s, 90s, 2000, 2020, έχω ζήσει την Αμερική σε όλα τα διαφορετικά στάδια και στυλ, έχω φωτογραφίες μου με κάθε κούρεμα και χτένισμα που μπορείς να φανταστείς και έχω τα παπούτσια πλατφόρμες για να το αποδείξω. Οπότε με έναν τρόπο είμαι κάπως αντανάκλαση του καιρού μου γιατί πάντα σκέφτομαι ότι το τώρα είναι τώρα αλλά όταν κοιτώ πίσω… βρισκόμουν στις πορείες διαμαρτυρίας ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ όταν πήγαινα στο Λύκειο, μετά ήρθαν οι αγώνες για τα δικαιώματα των γκέι, είναι σαν ένας κύκλος αλλαγών που ποτέ δεν τελειώνει. Οπότε θα έλεγα ότι είμαι ένα ανθρώπινο ον στην γη και όπου βρίσκομαι, είναι το σπίτι μου. Σήμερα για παράδειγμα, περπατώντας στη Θεσσαλονίκη, κοίταζα τριγύρω και αναρωτιόμουν σε ποιό διαμέρισμα θα ζούσα εάν κατοικούσα εδώ. Κάθε μέρος έχει τη δική του μαγεία.
Διάβασα κάπου κάτι που έχετε πει ότι «όλοι γνωρίζουν τα τραγούδια μου, αλλά κανείς δεν γνωρίζει εμένα». Και αναρωτιόμουν πόσο προσφέρουν σε αυτή την κατεύθυνση, να γνωρίσουμε δηλαδή έναν καλλιτέχνη καλύτερα, οι μουσικές κινηματογραφικές βιογραφίες, τα biopics. Σαν είδος είναι πάλι πολύ της μόδας, πέρυσι είδαμε ταινίες για δύο κορυφαίους σταρ της μουσικής βιομηχανίας, τον Μπομπ Ντίλαν και τον Μπρους Σπρίνγκστιν. Είδα ότι ετοιμάζεται και μία για τον φίλο, συνεργάτη και νονό των παιδιών σας, τον Τζον Μπον Τζόβι. Γενικά μιλώντας συνήθως είναι «στρογγυλεμένες» προσεγγίσεις, αγιογραφικά πορτρέτα. Μια τέτοια ταινία αποτυπώνει το όραμα και τη δημιουργία του ανθρώπου που την φτιάχνει. Μου άρεσε το «La vie en rose» («Ζωή σαν τριαντάφυλλο») νομίζω ότι εκπαίδευσε τον κόσμο πάνω στα τραγούδια της Εντίθ Πιαφ. Πολλοί άνθρωποι δεν την γνώριζαν. Οπότε, η ταινία έκανε μια χάρη στον κόσμο. Την έκανε αθάνατη. Επίσης, πιστεύω ότι το «Rocket man» για τον Ελτον Τζον ήταν καλό, το «Bohemian Rapsody» για τον Φρέντι Μέρκιουρι, το «A better man» για τον Ρόμπι Γουίλιαμς που τον ενσαρκώνει μια μαΐμού-την λατρεύω αυτή την ταινία. Αμφιβάλλω εάν θα είμαι στην ταινία για τον Μπον Τζόβι γιατί μπορεί να αφορά την περίοδο της ζωής του που δεν ήμουν μέρος της, αλλά ακόμα κι αν ήμουν δε νομίζω να έδειχναν την διαδικασία γραφής ενός τραγουδιού που γράψαμε μαζί επειδή πρέπει να κρατήσουν στο επίκεντρο τον σταρ και τους βασικούς χαρακτήρες, τον Τζον και τον Ρίτσι. Να σου πω την αλήθεια προτιμώ να μην είμαι εάν επιλέξουν να με παίξει κάποιος που δεν μου αρέσει. Να σας πω ένα παράδειγμα που αφορά τον μέντορα μου, Μπομπ Κρούε, που ήταν παραγωγός και ανακάλυψε τους «Four seasons». Έκαναν ένα θεατρικό μιούζικαλ για την ιστορία της μπάντας, το «Jersey boys». Μετά το μετέφεραν στο σινεμά και επέλεξαν για τον ρόλο κάποιον μικροσκοπικό ενώ ο Μπομπ ήταν τεράστιος. Είχε φινέτσα και ήταν επιβλητικός. Δεν τους ένοιαζε όμως. Δε θα ήθελα να παραποιηθεί η εικόνα μου.
Αν περνούσε απ’ το χέρι σας, ποιός θα θέλατε να σας υποδυθεί; Ο Κόνορ Στόρι που πρωταγωνιστεί στη σειρά «Heated Rivalry» με θέμα τον έρωτα ανάμεσα σε δύο σταρ αθλητές του χοκεΐ. Είναι από το Τέξας και για τις ανάγκες του ρόλου έμαθε μέσα σε τρεις εβδομάδες να μιλάει ρώσικα με βαριά προφορά. Είναι καταπληκτικός.

Έχετε γράψει τραγούδια για πάρα πολλούς αστέρες της ποπ. Ποιός είναι ο αγαπημένος σας; Η Μπόνι Τάιλερ. Είναι η αγαπημένη μου καλλιτέχνης, ο πιο γλυκός άνθρωπος και η πιο καλά προετοιμασμένη καλλιτέχνης που γνωρίζω. Έρχεται στο στούντιο έχοντας μάθει το τραγούδι της, δεν είναι από αυτούς που το μαθαίνουν όσο το ηχογραφούν. Πολλοί έρχονται, χαζολογάνε με τους στίχους, τους πέφτουν τα χαρτιά στο πάτωμα. Και επίσης η Μπόνι Τάιλερ τραγουδάει από την καρδιά της. Αυτή είναι η διαφορά. Νομίζω ότι είναι πολύ στενάχωρο που πολλοί καλλιτέχνες έρχονται στο στούντιο, ερμηνεύουν το τραγούδι για πρώτη φορά, κι αυτή είναι η ηχογράφηση που θα ακούσει ο υπόλοιπος κόσμος. Δεν έχουν ευκαιρία να το εξασκήσουν μπροστά σε κοινό, να ζήσουν λίγο καιρό με αυτό. Δεν ενθαρρύνονται να το κάνουν επειδή η τεχνολογία βοηθάει. Αλλά το να σταθείς μπροστά από ένα μικρόφωνο, με τα μάτια κλειστά, να ξέρεις το τραγούδι και να το νοιώθεις στην καρδιά σου… αυτό είναι η Μπόνι Τάιλερ.
Συνήθως γράφετε έχοντας στο μυαλό σας τον καλλιτέχνη που θα τραγουδήσει; Δεν είχα ποτέ πολύ τύχη στο να γράψω ένα τραγούδι και μετά να ελπίζω ότι κάποιος θα το τραγουδήσει. Το κόλπο μου ήταν να συνεργαστώ με τον καλλιτέχνη, αυτός ικανοποιούσε το συμβόλαιο του που λέει να έχει το όνομα του στο τραγούδι κι όλο αυτό κάπως το κάνει να μοιάζει σαν να τραγουδάει την ιστορία της ζωής του. Οι μάνατζερ και οι δικηγόροι τα φτιάχνουν έτσι ώστε πρέπει να έχουν έναν συγκεκριμένο αριθμό τραγουδιών στο άλμπουμ προκειμένου να πάρουν τα χρήματα και φυσικά οι μάνατζερ και οι δικηγόροι πληρώνονται καλά. Για αυτό ακούτε τόσα πολλά άλμπουμ και μέσα σε αυτά υπάρχει μόνο ένα καλό τραγούδι, άντε δύο. Τα υπόλοιπα δεν ακούγονται. Εγώ μεγάλωσα ακούγοντας δίσκους, περιμέναμε χρόνια για την επόμενη δουλειά κάθε καλλιτέχνη. Άκου απλά τους δίσκους της Τζόνι Μίτσελ είχαν τόσο διαφορετικά θέματα μεταξύ τους, τόσα διαφορετικά ταξίδια όσο εξελισσόταν ως καλλιτέχνης. Καλούσε στον δίσκο μουσικούς σαν τον Τζάκο Παστόριους, έναν ιδιοφυή μπασίστα με δικό του ύφος. Με αυτά μεγάλωσα.
Τις προάλλες παρακολούθησα στο Φεστιβάλ το ντοκιμαντέρ «Broken Flowers» για την Μαριάν Φέιθφουλ. Κάποια στιγμή λέει ότι όταν την ρωτούσαν νέοι άνθρωποι, φοιτητές, ποιό είναι το μυστικό της για το γράψιμο αυτή τους έλεγε «το πρωί όταν σηκωθείτε, γράψτε κάτι και το βράδυ πριν κοιμηθείτε, γράψτε κάτι ακόμα». Ανήκει στη γενιά της Τζόνι Μίτσελ, που αναφέρατε προηγουμένως, για αυτό μου ήρθε στο μυαλό. Κι αυτή, είχε ζήσει, ό,τι έγραφε. Θα σας πω τι λέω εγώ στους φοιτητές: όταν έχουν στη ζωή τους Plab b να ακολουθήσουν εάν δεν τα καταφέρουν στη μουσική, να ακολουθήσουν το Plan b.
Γιατί; Μόνο εάν είναι το Plan A σου η μουσική μπορείς να τα καταφέρεις σε αυτή. Αν νοιώθεις «ή το κάνω ή πεθαίνω». Κι εγώ ένοιωθα ότι έπρεπε να κάνω κάτι μεγάλο γιατί έπρεπε να φροντίσω τη μητέρα μου. Ήμουν τόσο τυχερός που γνώρισα τον Πολ Στάνλεΐ γιατί κάναμε το «I was made for loving you», που ήταν το πρώτο μας τραγούδι και παραμένει δημοφιλές τόσα χρόνια μετά. Αυτό με έκανε να συνεχίσω και με βοήθησε να βγάλω την μαμά μου από την φτώχεια, να την βάλω σε ένα όμορφο διαμέρισμα στο Μαΐάμι, να της αγοράσω ρούχα, αμάξι. Μέχρι την ημέρα που πέθανε έζησε σαν βασίλισσα. Ήταν κι αυτή τραγουδοποιός. Μετά τον θάνατο της για να την τιμήσω ίδρυσα τον θεσμό The Latin Songwriters Hall of Fame. Το βραβείο απεικονίζει την μαμά μου, λέγεται La Musa. Η επόμενη διοργάνωση, η 13η είναι στις 14 Οκτωβρίου στο Μαΐάμι.
Για αυτό μιλούσα πριν για το αμερικάνικο όνειρο. Ανεβήκατε στην κορυφή. Δούλεψα πολύ σκληρά για κάθε τομέα της ζωής μου, ειδικά για την σχέση μου με τον άντρα μου και τον τρόπο που μεγαλώσαμε τα παιδιά μας. Αυτό για μένα είναι το Νο1, το πιο σημαντικό στη ζωή μου. Δεν ξέρω εάν ήταν το αμερικάνικο όνειρο. ήταν σίγουρα το δικό μου όνειρο.
Ονειρεύεστε ακόμα; Φυσικά. Έχω νέα πρότζεκτ, ένα ντοκιμαντέρ για την ζωή μου, ένα μιούζικαλ στο Μπρόντγουει το οποίο δουλεύω με τον συνεργάτη μου Ντέιβιντ Σίνγκερσον εδώ και 20 χρόνια. Είναι η πραγματική ιστορία των δύο μικρότερων αδερφών της μαμάς μου, πριν και μετά την Επανάσταση στην Κούβα. Ήταν τόσο εντυπωσιακές που έμοιαζαν με ηθοποιούς αμερικάνικων ταινιών. Η μία έγινε ερωμένη του τότε προέδρου της Κούβας, Μπατίστα και μετά την Επανάσταση η άλλη έγινε ερωμένη του Φιντέλ Κάστρο. Είναι δύο αδερφές, δύο δικτάτορες, ένα νησί. Ήταν τελείως διαφορετικές και ανταγωνιστικές μεταξύ τους αλλά στο τέλος το δέσιμο τους σαν αδελφές τις έκανε να τα ξεπεράσουν όλα. Είναι ένα φανταστικό μιούζικαλ. Ελπίζω ότι θα ανέβει το φθινόπωρο του 2027. Το καστ θα είναι όλο Λατίνοι κι αυτό κάνει πολύ αυθεντικό. Θα έχει την μουσική εκείνης της εποχής, τότε γεννιόταν το μάμπο. Έχουμε έναν φανταστικό σκηνοθέτη, τον χορογράφο Κολομβιανό Σέργιο Τρουχίγιο- κέρδισε βραβείο Τόνι Καλύτερης Χορογραφίας το 2019 για το «Ain’t Too Proud: The Life and Times of The Temptations», χορογράφησε τo μιούζικαλ «The Jersey Boys» και πέρυσι το καλοκαίρι παρουσίασε τρία βράδια στο Hollywood Bowl το «Jesus Christ Super Star» με την Σίνθια Ερίβο και τον Άνταμ Λάμπερτ, όπου η Σίνθια έκανε τον Ιησού.
Μένετε ακόμα στο Νάσβιλ; Ναι.
Δε αισθάνεστε ότι η Αμερική αλλάζει με τον Τραμπ; Νομίζω ότι πάντα ήταν το ίδιο. Η Αμερική κάνει ένα μπρος -πίσω κάθε φορά. Το σπουδαίο με την Αμερική είναι ότι δεν έχουμε τον ίδιο ηγέτη για πολλά χρόνια. Ο Ομπάμα έκανε δεύτερη θητεία. Και ο Τραμπ, όχι συνεχόμενα.
Κάθε προέδρος σας πάντως, ξεκινάει έναν πόλεμο. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι προσεύχομαι για την ειρήνη. Ξέρετε άκουσα πρόσφατα ότι στον πόλεμο στην Ουκρανία οι στρατιώτες στην ουκρανική πλευρά έπαιζαν το «Living on a prayer» και άκουσαν το τραγούδι να έρχεται και από την ρωσική πλευρά. Το τραγούδι μιλάει για την ελπίδα. Κι αυτοί ελπίζουν σε διαφορετικά πράγματα. Ο καθένας εύχεται για την δική του πλευρά. Αυτό δείχνει και ότι το τραγούδι είναι καθολικό. Ας ελπίσουμε ότι θα μας μείνει το νόημα του, η ελπίδα.
