Release 2026: Ο Nick Cave και οι Bad Seeds ήταν πνευματική κατάνυξη
Είχα καιρό να πάω σε live τόσο καλοστημένο, με τόσο μεγάλη διάρκεια και τόσο πνευματικό. Το Release Festival κλείνει φέτος 10 χρόνια και το ευχαριστούμε για αυτή την εμπειρία.
Στις 9 ακριβώς, και μετά από ένα καλό διάλλειμα από τον ξεσηκωτικό Buxter Dury, ο Nick Cave και η μπάντα του γέμισαν τη σκηνή του Release με τα τέσσερα επίπεδα στην Πλατεία Νερού.
Το βαμπίρ με το κοστούμι και την μαύρη χαίτη από την Αυστραλία, κατέβηκε αμέσως στην πλατφόρμα που ήταν ακριβώς μπροστά από το κοινό πριν καλά-καλά δύσει ο ήλιος. Ξεκίνησε με το Get Ready for Love, που μας εισήγαγε στο ταξίδι που θα βιώναμε για τις επόμενες 2,5 ώρες. Μας πήρε μια αγκαλιά, μας έκανε να τον εμπιστευθούμε και μας παρακίνησε να τον ακολουθήσουμε με κουράγιο ανεμοδαρμένου εξερευνητή του πέθνους και της απόλυτης έκστασης. Ακολούθησε το From Her To Eternity (1984) και την ταυτότητα αυτή την είχαμε ήδη επομιστεί στο τέταρτο κομμάτι, το Wild God (2024), όπου καταλάβαμε ότι αυτό που θα ακολουθήσει είναι μια επιμελημένη ρετροσπεκτίβα setlist με αρχή, μέση και τέλος, και όχι απλώς μια συλλογή από τα κομμάτια που αρέσουν.
Ήμασταν πια έτοιμοι όταν νύχτωσε για τα καλά και η ατμόσφαιρα ήταν ονειρική. Στο O Children, η τετραμελής χορωδία εδραίωσε πραγματικά την παρουσία της με την αίσθηση του gospel να μας κάνει να βαράμε παλαμάκια σαν να είμαστε σε εκκλησία Βαπτιστών του Μισισίπι. Αποκορύφωμα της τετράδας με επικεφαλής την soul τραγουδίστρια Janet Ramus, ήταν το Joy του τελευταίου δίσκου και η ερμηνεία της στο εμβληματικό Henry Lee, όπου ο Cave τη συνόδεψε με το πιάνο του.

Στις γιγαντοοθόνες έπαιζε ένα εξαιρετικά σκηνοθετημένο live μοντάζ σε ασπρόμαυρους τόνους, όπου δεν χάσαμε στιγμή για στιγμή από την εκφραστικότητα των μουσικών και του μεγάλου περφόρμερ. Συγχαρητήρια στην παραγωγή! Το απέδειξαν περίτρανα και όταν, κατά τη διάρκεια του Tupelo (και όχι μόνο), ο Nick Cave κυριολεκτικά περπάτησε σαν ένας μικρός Ιησούς στη λαοθάλασσα που ήταν το κοινό του. Τον κράτησαν ευλαβικά όσο τραγούδαγε και βρέθηκε μέχρι και ανάμεσα από τον κόσμο, που με την ίδια ευλάβια τον εναπόθεσε πίσω στην πλατφόρμα του stage.
Carnage
Αυτό το πραγματικά επικό κομμάτι είναι το πνευματικό δημιούργημα του Cave με τον επί δεκαετίες συνεργάτη του και Bad Seed, Warren Ellis. Ο τύπος αυτός μπορεί πραγματικά να σε συνεπάρει. Σαν ένας άλλος Αυστραλός Ψαραντώνης, παίζει βιολί και το κάνει να ακούγεται σαν ηλεκτρική κιθάρα. Ιδρώνει, τα μαλλία του στάζουν, τα μούσια του λάμπουν στο φως των προβολέων και αυτός έρχεται σε αληθινή έκσταση. Από τα απόκοσμα φωνητικά του στο Bright Horses, μέχρι το σόλο του στην κορύφωση της βραδιάς, ήταν ένας αλλοπαρμένος σάτυρος βγαλμένος από κάποιο διονυσιακό όργιο. Εντυπωσιακός.

Το Carnage ωστόσο δυσκολεύτηκα να το απολαύσω καθώς από πίσω μου ήταν μια παρέα τυπάδων, σίγουρα 40+, οι οποίοι δεν είχαν βάλει γλώσσα μέσα τους. Και όχι μεταξύ τους, η φωνές τους ήταν δυνατές και γέλαγαν με άσχετα πράγματα όσο όλοι ήμασταν προσηλωμένοι στο σόου. «Δεν πάτε για καμια μπύρα μετά να τα πείτε;» λέω με όσο πιο ευγενικό ύφος μου έχει μάθει η μαμά μου, που παρεμπιπτόντως στέκεται δίπλα μου. «Ενοχλούμε, ε; Τι να κάνουμε, εμάς μας αρέσουν τα πιο δυνατά του κομμάτια». Κάνω ασκήσεις ηρεμίας , εξηγώντας ότι αυτό είναι μια συλλογική εμπειρία αλληλοσεβασμού και πως στους υπόλοιπους αρέσει συνολικά ο καλλιτέχνης. «Είναι η πρώτη σου συναυλία;», με ρωτάει ο τρίτος με εριστικό ύφος. Σκέφτηκα να του απαντήσω αν θέλει να είναι η τελευταία του, αλλά συγκρατήθηκα. Λίγο μετά, και εφόσον αδιόρθωτοι, έφυγα από εκεί και απόλαυσα τη συναυλία ανενόχλητη, με τους στίχους του The Mercy Seat να μου κλείνουν το μάτι περιπαικτικά: «An eye for an eye / A tooth for a tooth / And anyway I told the truth / And I’m not afraid to die».
Στο Red Right Hand έγινε πανικός —και αναμενόμενο— ενώ στο Jubilee Street ο Nick Cave τα έδωσε πραγματικά όλα. Ήταν εξαγνιστική στιγμή, καθώς επανέλαβε το «I’m transforming! I’m vibrating! I’m glowing! I’m flying! Look at me now!» δεκάδες φορές μέχρι να μας εντυπωθεί καλά, ενώ ο φαινομενικά τυχαίος τρόπος που βάραγε τα πλήτρα του πιάνου στη μέση του stage, έβγαζε με κάποιο μεταφυσικό τρόπο ξεκάθαρο νοήμα. Η λειτουργία έφτανε σιγά σιγά στο τέλος της.

Μετά μας απευθύνθηκε λέγοντας ότι το επόμενο κομμάτι είναι πολύ αγαπημένο της μπάντας και πως είναι πολυ μεγάλο και ελπίζει να το απολαύσουμε. Το Hollywood μιλάει για την απώλεια, για την πανανθρώπινη έννοιά της, για το ότι τελικά αυτή μπορέι και μας ενώνει. Όλοι περιμένουμε την ειρήνη, όλοι αναζητούμε τη θέση μας στον ήλιο. «Ευχαριστούμε, Αθήνα», είπε απαλά, και αυτός και η μπάντα αποχώρισαν από την σκηνή υπό τους αλλαλαγμούς του κοινού, που δεν σταμάτησε για τα επόμενα πέντε λεπτά να φωνάζει και να χειροκροτεί.
Ο ήχος κρυστάλλινος, το σόου τόσο επαγγελματικό που φαίνονταν αυθόρμητο. Δεν υπήρχαν άβολες παύσεις, μόνο μετρημένες και έμμετρες ανάσες, τόσο για τους καλλιτέχνες, όσο και για εμάς που η ψυχή μας δεν μπορεί να αντέξει αλλιώς τόση ομορφιά και πόνο μαζί. Μόνο αργότερα συνειδητοποίησα ότι ο μπασίστας των κακών σπόρων ήταν ο μοναδικός Colin Greenwood των Radiohead, ο οποίος συνοδεύει την μπάντα που συνεχίζει να με εκπλήσσει ακόμα και 20 ώρες μετά το πέρας της συναυλίας.
Διαβάστε επίσης
Encore
Είχα καιρό να ζήσω τόσο καλό encore. Επέστρεψαν όλοι στη σκηνή και μπήκαν δυναμικά με το City Of Refuge και το Weeping Song, όπου ανέβασαν στη σκηνή έναν νεαρό φαν με μακρύ μπουκλωτό μαλλί και το μπλουζάκι της περιοδείας. Ο μικρός κοίταγε τον Cave με το στόμα ανοιχτό, σαν να είδε μόλις τον Θεό τον ίδιο, ενώ μετά από λίγο χτυπιόταν στη σκηνή χέρι-χέρι με τον καλλιτέχνη και φωνάζοντας τους στίχους στο κοινό. Γλυκύτατος.

Το επόμενο κομμάτι, η γυναίκα του, Susie Cave, τον προειδοποίησε ότι καλά θα κάνει να το πει στο φετινό καλοκαιρινό τουρ, για να μην ξεχνιέται. Είναι το αγαπημένο της τραγούδι του, και το Wide Lovely Eyes είναι φυσικά γραμμένο για εκείνη. Η αισθαντική του ερμηνεία συνεχίστηκε με το Nobody’s Baby Now, επισφραγίζοντας την αγάπη του, και απελευθερώνοντάς μας να συνεχίσουμε τις ζωές μας αλλαγμένοι μετά από αυτή τη μυσταγωγία.
Οι Bad Seeds αποχώρησαν με ένα μεγάλο χειροκρότημα. Ο Cave έκατσε στο πιάνο και μας ευχαρίστησε άλλη μια φορά. Μας κοίταξε, επικράτησε σιγή και η μουσική διαχύθηκε στην κατάμεστη πλατεία. Κατέληξα με τα χέρια μου ενωμένα κάτω από το πιγούνι να δακρύζω από χαρμολύπη. Η ερμηνεία του Into My Arms ήταν μια πραγματική προσευχή. Φύγαμε νιώθωντας ανάταση και μούδισμα σε όλο μας το κορμί.