Το φαινόμενο Doors

Το φαινόμενο Doors

O θεοποιημένος, από το κοινό του, Τζιμ και η μπάντα του τάραξαν όσο λίγοι, τα νερά της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας.

Οι «The Doors» είναι από τα συγκροτήματα που έχουν διχάσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη κοινή γνώμη αλλά και τους κριτικούς. Πολύ λίγα, ίσως, συγκροτήματα έχουν επαινεθεί τόσο πολύ, αλλά συνάμα έχουν δεχτεί και τόσο μεγάλη κατακραυγή όσο οι Doors. Στην κηλιδωμένη βέβαια, αυτή φήμη τους, έπαιξε καθοριστικό ρόλο και η βιογραφική ταινία του 1991 του Όλιβερ Στόουν, με πρωταγωνιστή τον Βαν Κίλμερ, που προέβαλε ουσιαστικά τον Μόρισον σαν μια μονίμως μεθυσμένη και υπό την επήρεια ουσιών καρικατούρα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο Τζιμ είναι μία μορφή που αγαπήθηκε αλλά και μισήθηκε σφόδρα και απογείωσε τη φήμη και την καριέρα της μπάντας, της οποίας αποτέλεσε αναμφίβολα την «ψυχή». 

Το 1967, και ενώ ο κόσμος βρίσκονταν στο μουσικό κλίμα του «Sgt. Pepper» και η όλη φιλοσοφία της εποχής είχε σημαδευτεί από το «All You Need Is Love», o Τζιμ εμφανίστηκε δυναμικά στο προσκήνιο, αλλάζοντας τις ισορροπίες. Σκοτεινός και εκκεντρικός, με τα φίδια του και τις σαύρες του, με την παραφροσύνη και τις ωδές του στον Νίτσε, προσέλκυσε αμέσως το ενδιαφέρον των μουσικόφιλων της εποχής, που διψούσαν για κάτι καινούργιο, για κάτι νεωτερικό. Άλλοι τον αντιμετώπισαν σαν ένα ίνδαλμα σε βαθμό, μάλιστα, μανιακό, ενώ άλλοι σαν έναν ανόητο και επιδειξία, έναν «σατανικό» (όπως θα έλεγε και ο Άνθιμος) μυστικιστή από τον οποίο πρέπει όλοι να κρατούν αποστάσεις.

Τα ατέλειωτα μπλεξίματά του με την αστυνομία, το περίφημο σκηνικό του 1969, όταν κατέβασε το παντελόνι του επί σκηνής αλλά και το αυτοκαταστροφικό «sex & drugs» lifestyle που ενσάρκωνε, αποτέλεσε πόλο έλξης για μια νέα γενιά που τότε «ψαχνόταν» και επιζητούσε κάτι που θα τάραζε τα «λιμνάζοντα νερά» του μουσικού στερεώματος. Ας μην περιοριστούμε, όμως, στον εκθειασμό του Μόρισον, γιατί τότε θα αδικούσαμε την υπόλοιπη παρέα. Οι Doors υπήρξαν μελωδικότατοι. Στέκονται με πολλή άνεση ανάμεσα στις μελωδικότερες μπάντες της δεκαετίας του 60. Η μουσική ευαισθησία του μεσαιωνικού Μάνζαρεκ, σε συνδυασμό με την κιθάρα του μπλουζίστα Κρίγκερ, δεν έχει το ανάλογό της στην παγκόσμια μουσική στορία. Οι «The Doors» δημιουργήθηκαν το 1965 στο Λος Άντζελες από τους Τζιμ Μόρισον και Ρέι Μάνζαρεκ, που σπούδαζαν κινηματογραφία στο UCLA (University of California). Ο Μάνζαρεκ είχε ήδη δημιουργήσει τότε μία μπάντα με τα δύο του αδέλφια, που την ονόμαζε «Rick And The Ravensask» και έψαχνε για τραγουδιστή και ντράμερ. Εντυπωσιάστηκε, αμέσως, από τον Μόρισον, που τον άκουσε να τραγουδάει ένα δικό του τραγούδι, το «Moonlight Drive» και του ζήτησε να γίνει μέλος της μπάντας. Πολύ σύντομα «στρατολόγησαν» στα τύμπανα τον Τζον Ντένσμορ και ηχογράφησαν 6 τραγούδια του Μόρισον, αλλά αμέσως μετά απ’ αυτό τα αδέλφια του Ρέι εγκατέλειψαν την μπάντα και αντικαταστάθηκαν και οι δύο από τον κιθαρίστα Ρόμπι Κρίγκερ.  Αυτή, είναι και η περίοδος που μετονομάζονται σε Doors από τον Μόρισον.

Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα οι Doors σημάδεψαν την ιστορία της παγκόσμιας μουσικής, δημιουργώντας μερικά μουσικά «διαμάντια», που επηρέασαν τους μεταγενέστερους και άντεξαν μέσα στον χρόνο. Σκόπιμο, λοιπόν, είναι να αναφερθώ σε 5 τραγούδια, ως αντιπροσωπευτικά δείγματα της μουσικής ιδιοφυίας του Μόρισον και της μπάντας του, που αποτελούν «personal favorites». 

  • Alabama song Κυκλοφόρησε το 1967 και περιλαμβάνεται στο δίσκο των Doors με τίτλο το όνομα του συγκροτήματος. Το μυθικό αυτό κομμάτι των Doors είναι μία παράξενη ιστορία ενός μπαρ της Alabama και του φεγγαριού. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μία διασκευή ενός γερμανικού τραγουδιού, του «Mahogany Songspiel» του 1927. Οι στίχοι του «Alabama Song» ανήκουν στον γνωστό διανοούμενο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Στο εν λόγω τραγούδι μια ομάδα από άνεργες γυναίκες, αποχαιρετώντας «το φεγγάρι της Αλαμπάμα», κατευθύνεται στην πόλη-παγίδα, το μικρό Mahogany, όπου το χρήμα καθορίζει τα πάντα κι όλα τα είδη είναι ανταλλάξιμα, με σκοπό «ουίσκι μπαρ, χαριτωμένα αγόρια και λίγα δολάρια». 
  • Break on through (to the other side) Περιλαμβάνεται κι αυτό (όπως και το παραπάνω) στο άλμπουμ-ντεμπούτο με τον τίτλο «The Doors» του 1967. Ποιος καλύτερος τρόπος θα μπορούσε να υπάρξει για να ξεκινήσει την καριέρα της μια μπάντα; Ήδη με το πρώτο αυτό κομμάτι τους (στο πρώτο κιόλας άλμπουμ τους), οι Doors εισάγουν το κοινό σε αυτό που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως «σκοτεινό ύφος» και το οποίο προσδιορίζει και άλλα κομμάτια τους. Ουσιαστικό το συγκεκριμένο κομμάτι αποτελεί το πρώτο γρήγορο «σκοτεινό» κομμάτι που ηχογραφήθηκε ποτέ. Εγκαινιάζει τον ερχομό του συγκροτήματος με καταπληκτικά «ριφάκια» και στίχους που αποτελούν πραγματική ποίηση:  Υou know the day destroys the night Night divides the day Tried to run, tried to hide Break on through to the other side…
  • Riders on the storm  Ένα από τα πλέον αγαπημένα κομμάτια. Περιλαμβάνεται στο άλμπουμ «L.A Woman» του 1971 και αποτελεί πραγματικά έναν «πίνακα ζωγραφικής», τη μουσική διαθήκη (τι, υπερβάλλω;) του Μόρισον και της παρέας του. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως και μόνο αυτό να είχαν γράψει, θα ήταν αρκετό να τους καταχωρίσουμε στο πάνθεον της παγκόσμιας μουσικής. Ενορχήστρωση βγαλμένη από άλλον πλανήτη και μια υποβλητική ατμόσφαιρα, που κάνει τους πάντες να σαστίζουν. 
  • Love me two times  Ένα ποπ, θα μπορούσαμε να πούμε, τραγούδι, που περιλαμβάνεται στο άλμπουμ «Strange Days» του 1967. Αποτελεί την προσπάθεια του συγκροτήματος να δημιουργήσει ένα «χιτ» για το ραδιόφωνο, ενσωματώνοντας ουσιαστικά τα μπλουζ στοιχεία -που ενσαρκώνει άλλωστε και το συγκρότημα- σε μια πιασάρικη, «φιλική» για το ραδιόφωνο μελωδία. Οι στίχοι του κομματιού είναι επηρεασμένοι από τον πόλεμο του Βιετνάμ, καθώς αναφέρονται σε έναν στρατιώτη ο οποίος κάνει έρωτα τελευταία φορά με τη κοπέλα, λίγο πριν αναχωρήσει για τη στρατιωτική του αποστολή. Ο Μάνζαρεκ, βέβαια, σε συνεντεύξεις του, θέλησε να αποβάλει αυτή τη στρατιωτική χροιά του κομματιού, λέγοντας πως θα μπορούσε να αποτελεί απλώς ένα «κάλεσμα σε πολλαπλούς οργασμούς».
  • The End Το πιο αμφιλεγόμενο, ίσως, τραγούδι του συγκροτήματος, το οποίο έγινε ευρέως γνωστό μέσα από τη χρήση του, ως σάουντρακ, στη θρυλική ταινία του Φράνσις Φορντ Κόπολα «Αποκάλυψη τώρα». Το κομμάτι επικεντρώνεται σε μια οιδιπόδεια φαντασίωση, κατά την οποία ο πρωταγωνιστής δολοφονεί τον πατέρα του και έχει σεξουαλική επαφή με τη μητέρα του. Ο ίδιος ο παραγωγός Πολ Ροθτσάιλντ, υπεύθυνος για την ηχογράφηση, χαρακτήρισε αργότερα την ηχογράφηση του κομματιού σε συνθήκες σχεδόν απόλυτου σκοταδιού ως τη συναρπαστικότερη στιγμή στη καριέρα του στα στούντιο. Σε αυτό το κομμάτι αναδεικνύεται η βαθιά γνώση που είχε ο Μόρισον περί ελληνικής μυθολογίας αλλά και των θεωριών του Φρόυντ (Οιδιπόδειο σύμπλεγμα). Αυτόν τον τρόπο χρησιμοποίησε ο Μόρισον για να εκφράσει τις τραυματικές εμπειρίες ενός παιδιού από τον στρατιωτικό, στο επάγγελμα, πατέρα του. Ο ίδιος ο Μόρισον δήλωνε πως το τραγούδι αποκτούσε διαφορετικό νόημα κάθε δορά που το ερμήνευε και το προσέγγιζε, κάθε φορά, διαφορετικά, προσθέτοντας ή αφαιρώντας στίχους, ιδιαίτερα κατά την εισαγωγή.  

Σχετικά άρθρα