Δημήτρης Χορν: Ό,τι δίνεις με την καρδιά δεν είναι ποτέ λίγο
Αποφθέγματα σοφίας από τον σπουδαίο ηθοποιό του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα στις 16 Ιανουαρίου 1998, σε ηλικία 77 ετών.
«Τίποτα δεν πάει χαμένο, μόνο τα ασήμαντα χάνονται γιατί είναι ασήμαντα».
«Δεν αρκεί να θέλεις κάτι. Πρέπει να είσαι και έτοιμος να παλέψεις γι` αυτό».
«Δεν είναι κακό να βασανίζεσαι. Κακό είναι να βαριέσαι».
«Η επιτυχία είναι εξίσου δύσκολη να τη χειριστείς, με την αποτυχία».
«Μη φοβάσαι το τρακ. Πηγαίνει πάντα εκεί, όπου υπάρχει ταλέντο».
«Ποτέ δεν έπαψα να πιστεύω ότι ήταν λάθος μου να γίνω ηθοποιός».
«Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Συνεχώς ξεψυχάει».
«Δεν υπάρχει τίποτε άλλο, παρά ένας και μοναδικός σκοπός: Η ερείπωση της γλώσσας, η κατάργηση των εννοιών, ώστε οι άνθρωποι ούτε να συνεννοούνται, ούτε να μπορούν να σκέφτονται. Γιατί μόνον έτσι θα μπορούν ορισμένοι να κάνουν τη δουλειά τους: Να θάψω».
«Ό,τι δίνεις με την καρδιά δεν είναι ποτέ λίγο».
Είναι μόνο μερικά από τα λόγια σοφίας του κορυφαίου ηθοποιού του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, Δημήτρη Χορν, που ταυτίστηκε τον στίχο του Μάνου Χατζιδάκι «Ηθοποιός σημαίνει φως».
Γεννημένος στις 9 Μαρτίου του 1921 στην Αθήνα, απεβίωσε στις 16 Ιανουαρίου 1998, ύστερα από πολύμηνη μάχη με τη νόσο του Αλτσχάιμερ, σε ηλικία 77 ετών.
Γονείς του ήταν ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας και στρατιωτικός Παντελής Χορν και η Ευτέρπη Αποστολίδη. Η οικογένεια του Παντελή Χορν είχε τρία παιδιά, τον Γιάννη, τη Νανά που πέθανε σε ηλικία 7 ετών και τελευταίο, τον Δημήτρη Χορν. Νονά του ήταν η διάσημη ηθοποιός Κυβέλη, και μεγαλώνοντας σε ένα θεατρικό περιβάλλον, επόμενο ήταν να κάνει την πρώτη εμφάνιση στο θέατρο από μωρό.
Η πρώτη του εμφάνιση ήταν στην αγκαλιά της Κυβέλης, στο έργο «Γειτόνισσες» του πατέρα του και η δεύτερη στην ηλικία των 4 ετών, όταν έπαιξε και πάλι με την νονά του, στη «Νόρα» του Ίψεν κάνοντας ένα από τα μικρά παιδιά της ηρωίδας. Με την νονά του, έπαιξε ξανά ενήλικας πλέον, σε ηλικία 31 ετών, το 1954, στο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ «Μια γυναίκα χωρίς σημασία».
Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου (νυν Εθνικού), όπου έκανε το ντεμπούτο του το 1940, στην οπερέτα του Στράους «Η Νυχτερίδα».Αμέσως μετά εμφανίστηκε στο «Θέατρο Ρεξ» της Μαρίκας Κοτοπούλη, ως πρωταγωνιστής σε έργα, όπως «Ο πρωτευουσιάνος», «Αλάτι και πιπέρι», «Η κυρία με τις καμέλιες» κ.ά. Την περίοδο 1943 – 1944 συμμετείχε στο θίασο της Κατερίνας, με την οποία συμπρωταγωνίστησε στο «Σύζυγοι με δοκιμή». Το 1944 συγκρότησε δικό του θίασο μαζί με τη Μαίρη Αρώνη και λίγο αργότερα συνέπραξε με τη Βάσω Μανωλίδου. Το 1945 συνεργάστηκε με τον θίασο Μελίνας Μερκούρη και Νίκου Χατζίσκου, ενώ την περίοδο 1946 – 1950 επέστρεψε στο «Βασιλικό Θέατρο».
Ύστερα από απουσία δύο ετών στο εξωτερικό, επέστρεψε στην Ελλάδα και το 1953 γνώρισε την Έλλη Λαμπέτη. Ο δεσμός τους επίσπευσε το διαζύγιο της Λαμπέτη με τον Μάριο Πλωρίτη και μαζί έγραψαν μία από τις πιο αστραφτερές σελίδες στην υποκριτική τέχνη. Συγκρότησαν το δικό τους θίασο, μαζί με τον Γιώργο Παππά, ανεβάζοντας έργα, όπως: «Ο βροχοποιός», «Νυφικό Κρεβάτι» και «Το παιχνίδι της Μοναξιάς». Οι δρόμοι τους χώρισαν το 1959 και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ στο θεατρικό σανίδι.

Μεγάλη ήταν η συμβολή του Δημήτρη Χορν και στον κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε μόνο σε 10 ταινίες, δίνοντας όμως ανεπανάληπτες ερμηνείες, όπως στην «Κάλπικη λίρα» (1954), στο «Μια ζωή την έχουμε» (1955) και «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956).
Δημοφιλής ήταν και η ραδιοφωνική εκπομπή του με τίτλο «Ο Ταχυδρόμος Έφτασε». Με μια σουρεαλιστική ειρωνεία στη φωνή του, διάβαζε φανταστικά γράμματα ακροατών, σε κείμενα του Κώστα Πρετεντέρη. Ενώ συμμετείχε και σε πολλά ραδιοφωνικά θεατρικά έργα.
Το 1967, παντρεύτηκε την Άννα Γουλανδρή (χήρα Παπάγου), η οποία είχε ήδη δύο παιδιά. Έζησαν μαζί μέχρι το θάνατο της το 1988. Με τη σύζυγό του ίδρυσαν το «Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν» σκοπός του οποίου είναι η μελέτη του ελληνικού πολιτισμού.
Διετέλεσε Γενικός Διευθυντής της ΕΡΤ την περίοδο 1974 – 1975. Υπήρξε στενότατος φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Τιμήθηκε από την ελληνική πολιτεία με το μετάλλιο του Χρυσού Σταυρού Γεωργίου Α`.
Το 2000 καθιερώθηκε στη μνήμη του το Βραβείο Χορν, το οποίο απονέμεται στους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους άνδρες ηθοποιούς κάθε χρονιάς.